ενημέρωση 6:19, 1 August, 2026

Δημήτρης Παπαϊωάννου - «Αυτή θα είναι η τελευταία μου φορά στη σκηνή»

Λίγο πριν εμφανιστεί ξανά στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών με το ΙΝΚ, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου κάνει μια αναδρομή σε ολόκληρη την καριέρα του σε μια κουβέντα έξω απ’ τα δόντια με τον Δημήτρη Παπανικολάου, καθηγητή Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, για το περιοδικό «Dust»

Γεννημένος στην Αθήνα το 1964, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου είναι ένας πρωτοπόρος καλλιτέχνης-χορογράφος, σκηνοθέτης και visual artist, οι καινοτόμες συνεισφορές του οποίου στον χορό, το θέατρο και τις παραστατικές τέχνες έχουν πλέον διεθνή αναγνώριση. Τα έργα του παρουσιάζονται στα σημαντικότερα φεστι

— Κι αν τη θυμάμαι εκείνη την περίοδο… Την Ομάδα Εδάφους, την κατάληψη καλλιτεχνών στην οποία είχατε μετατρέψει σε σπίτι σας. Τα πάντα, από τα εισιτήρια μέχρι το τύπωμα έξτρα αντιτύπων του προγράμματος, γίνονταν από την ομάδα με αδιανόητη αγάπη. Κάτι πολύ αληθινό συνέβαινε εκεί: χειροτεχνημένο και χειροτεχνικό, υπόγειο, αντικομφορμιστικό, αντικανονιστικό, queer, δικό μας. Προσωπικά, κάπως τα έχασα αυτά αργότερα, όταν σταμάτησες να είσαι «δικός μας» και άρχισες να γίνεσαι «ολωνών». Πάρε την queer πλευρά της δουλειάς σου, για παράδειγμα: στις μετέπειτα παραστάσεις αισθανόμουν λες και την είχες κάπως εξωραΐσει, ότι είχες σιδερώσει τα τσακίσματα, μετατρέποντάς τη σε διάχυτο ομοερωτισμό. Αυτό που είχε υπάρξει και μια κοινωνική, σεξουαλική και ταυτοτική χειρονομία ήταν πλέον κυρίως αισθητική.
Εντελώς! Αλλά καθώς κάνεις αυτό το σχόλιο, πρέπει να το συνδέσεις και με την από πολύ νωρίς ειλικρινή και δημόσια στάση μου σχετικά με τη σεξουαλική μου ταυτότητα. Όταν ξεκίνησα, ήμουν από τις ελάχιστες δημόσιες προσωπικότητες που ήταν ανοιχτά γκέι. Αυτό θα έπρεπε να το συνυπολογίσεις. Και έπειτα, μετά τους Ολυμπιακούς, όταν όλοι έμαθαν το όνομά μου στην Ελλάδα, αισθάνθηκα σαν να έκανα coming out ξανά. Αυτό συνέβη στην πραγματικότητα στην πρώτη μου συνέντευξη, αφού έγινα εθνικό πρόσωπο. Επέλεξα να την κάνω με ένα γκέι περιοδικό που ονομαζόταν «10%». Ήξερα ότι όλη αυτή η ξαφνική φήμη δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό αν δεν τη χρησιμοποιούσα για να βοηθήσω κάποιον. Στην περίπτωσή μου αυτός ο κάποιος ήταν οι νεαροί άντρες και οι γυναίκες που, επιτέλους, θα μπορούσαν να δουν έναν «εθνικό ήρωα» που ήταν ανοιχτά γκέι. Αυτό το περιοδικό ήταν η μόνη πλατφόρμα όπου θα μπορούσα να κάνω καλή χρήση αυτής της, σε διαφορετική περίπτωση, άχρηστης φήμης. Ωστόσο, δεν αισθανόμουν ποτέ άνετα με τους δημοσιογράφους που σχηματοποιούσαν την υποδοχή της τέχνης μου ως οτιδήποτε άλλο από τέχνη χωρίς άλλο προσδιοριστικό, π.χ. ως «γκέι τέχνη». Αντιστεκόμουν σε αυτό επειδή στόχος μου δεν είναι να δημιουργώ αποκλειστικά για ένα συγκεκριμένο κοινό. Ο σκοπός μου ήταν να παραμένω αληθινός ως προς την ταυτότητά μου και να είμαι αυθεντικός καλλιτέχνης, για όποιον ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό και διστάζω όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να ορίσουν το νόημα του έργου μου, τα σύμβολά του ή τους μύθους στους οποίους παραπέμπει, ιδιαίτερα μάλιστα πριν παιχτεί μια παράσταση. 

Η πολιτική της ταυτότητας, επίσης, δεν ήταν τόσο κυρίαρχη κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου. Στην αρχή της καριέρας μου, ενώ παρουσίαζα τη Σαπφώ στην κατάληψη, αναπαριστούσα την αρχαία Ελληνίδα ποιήτρια Σαπφώ, η οποία έδωσε το όνομά της στις ομοφυλόφιλες γυναίκες. Η αντισυμβατική παραγωγή με παρουσίαζε ως Σαπφώ, ντυμένο γυναίκα, η μουσική ήταν του Γιώργου Κουμεντάκη και την ερμήνευε ο κόντρα τενόρος Άρης Χριστοφέλλης. Αυτά τα στοιχεία συνεισέφεραν στο queerness της παράστασης και στην ομοφυλόφιλη αισθητική της. Αυτή η καλλιτεχνική κατάθεση όμως στέκεται μόνη της και προτιμώ να μην τη χαρακτηρίζω ως γκέι τέχνη ή να μην την κατηγοριοποιώ με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, καθώς αυτές οι ταμπέλες μπορεί να είναι περιοριστικές. 

Δημήτρης Παπαϊωάννου
 Από αριστερά και δεξιόστροφα: ΣΑΠΦΩ, ανεβασμένη το 1992 στην κατάληψη («Κτίριο των καλλιτεχνών») με την αυθεντική σύνθεση του Γιώργου Κουμεντάκη ΕΡΩΣ ΔΑΙΜΩΝ. Screenshots από την κινηματογράφηση του Δημήτρη Βερνίκου. Σελίδα από το κόμικς ΕΦΙΑΛΤΗΣ (1989). Τέμπερα και ινδικό μελάνι σε χαρτί. ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ (2013). Screenshots από την κινηματογράφηση του Στέφανου Σιταρά. Γυμνό σώμα: Μιχάλης Θεοφάνους. ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ (2013). Screenshots από την κινηματογράφηση του Στέφανου Σιταρά. Γυμνό σώμα: Μιχάλης Θεοφάνους. BIRTH PLACE (2004) - Αθήνα 2004, τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Φωτογραφία: Σωκράτης Σωκράτους. Το σόλο με το βιβλίο που εξανεμίζεται. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ (2001). Screenshots από την κινηματογράφηση του Γιώργου Λάνθιμου. Το βιβλίο σχεδίων εκ του φυσικού του 2022, μολύβι σε χαρτί. THE GREAT TAMER (2017). Screenshots από την κινηματογράφηση του Julian Mommert. Γυμνό σώμα: Χρήστος Στρινόπουλος. Aυτοπροσωπογραφία (1995). Τέμπερα σε χαρτί. Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ (1997). Screenshots από την κινηματογράφηση του Γιώργου Λάνθιμου. MaryIin η Κατερίνα Παπαγεωργίου.

— Είσαι στο επίκεντρο όλων των φωτογραφιών που έχεις συγκεντρώσει για το «Dust». Στις πιο πολλές από αυτές μπορούμε να δούμε τον νεότερο εαυτό σου, με τα μάτια ορθάνοιχτα, να καρφώνει με το βλέμμα. Στην πιο παλιά από αυτές είσαι εσύ, 29 χρονών, ντυμένος Σαπφώ. Παρατηρώ τα μάτια σου, εκείνα τα ίδια μάτια που δέκα χρόνια αργότερα μπορεί να ξαναδεί κανείς στην εμβληματική φωτογραφία του Για πάντα με στρογγυλά γυαλιά, το ίδιο έντονο βλέμμα. Τώρα που μπορείς να δεις αυτό τον άντρα ξανά, τον νεότερο εαυτό σου, μπορείς να διακρίνεις τι είναι τελικά αυτό που βλέπει;  
Πιστεύω ότι αυτός ο νεαρός άντρας, τον οποίο τώρα αναγνωρίζω όσο κοιτάζω προς τα πίσω, είχε μια βαθιά επιθυμία να ευθυγραμμιστεί με τεράστια αρχέτυπα. Όταν κοιτάζω την ερμηνεία μου στη Σαπφώ και πώς δημιουργήσαμε το μέικ-απ και τους φωτισμούς για την παράσταση, μπορώ να δω τον θαυμασμό μου για τις ταινίες και τους πίνακες που ενσαρκώνουν αυτά τα εντυπωσιακά αρχέτυπα. Δεν ντρεπόμουν να βάλω ένα τόσο σημαντικό στοίχημα· ήταν δικό μου και δεν ήταν με κανέναν τρόπο ταπεινό. 

Εξέθετα τον εαυτό μου στο κοινό, παίρνοντας ένα ρίσκο, και αναρωτιόμουν εάν θα πετύχω ή όχι. Αλλά υπήρχε μια έμφυτη τόλμη που με έκανε να θέλω να το πάρω. Επίσης, υπήρχε αίσθηση χιούμορ, τελετουργίας, μια δόση παραλογισμού και μια έντονη λαχτάρα για ομορφιά. Οι στόχοι ήταν πολλοί, όσοι και οι αναφορές, αλλά αυτό που ξεχωρίζει περισσότερο για μένα είναι ότι υπήρχε ένα ξέφρενο βέλος που ήθελε να τα πετύχει όλα. 

— Αυτό που είναι επίσης εντυπωσιακό είναι πόσο πολύ η πρώιμη δουλειά σου, τα σκίτσα και τα κόμικς που δημοσίευσες σε αντικομφορμιστικά περιοδικά όπως η «Βαβέλ» ή underground σαμιζντάντ όπως το «Κοντροσόλ στο Χάος», περιείχαν όλα εικόνες από παραστάσεις που ήρθαν σε ένα πολύ μεταγενέστερο στάδιο. Ήταν σχεδόν σαν να προσπαθούσες διαρκώς να σχεδιάσεις, να χαρτογραφήσεις το μέλλον.
Νομίζω ότι αυτό που λες ισχύει. Πάντα έλεγα ιστορίες για το αλλόκοτο και το καταδικασμένο μιας προσωπικότητας που ενστικτωδώς ήξερα ότι θα ήταν η προσωπικότητα του παθιασμένου δημιουργού που κατέληξα να γίνω. Μίλαγα από την αρχή για την αγριότητα, τη μοναχικότητα, το αδύνατο του επιτεύγματος και το ταξίδι που οδηγεί στη δημιουργική σπίθα. Φυσικά, αυτό απαιτεί ένα κοινό επίσης ανοιχτό στο να κοιτάξει στον δικό του εσωτερικό καθρέφτη.

— Πολύ συχνά, υπάρχει μια σκοτεινή πλευρά στις ιστορίες σου.
Είναι ένας αλλόκοτος κόσμος επειδή δεν είμαι βέβαιος εάν είναι φόβος ή ένας εναγκαλισμός του σκότους με τα μάτια ορθάνοιχτα. Νομίζω ότι πάντα κοιτάζω σε αυτό το ανοιχτό κενό, το ανθρώπινο σκοτάδι, και, φυσικά, το φοβάμαι – αλλά ο φόβος είναι ένας πιο περιορισμένος τρόπος να το εκφράσω. Θα προτιμούσα να εστιάσω στην επίγνωση ή στη σύνδεση, αλλά πρέπει να πω ότι είμαι το λιγότερο κατάλληλο πρόσωπο για να μιλήσω για τον εαυτό μου.

— Υποθέτω ότι το κοινό από διαφορετικές χώρες αλληλεπιδρά διαφορετικά με αυτές τις πλευρές του έργου σου, σωστά;
Ναι. Για παράδειγμα, έχω μια ισχυρή σύνδεση με την Ιαπωνία, ειδικά μέσω του χορού butoh, μια εκφραστική γιαπωνέζικη φόρμα στην οποία εκπαιδεύτηκα όταν ήμουν νεαρός. Στις παραστάσεις μου αγκαλιάζω τη σιωπή και εξερευνώ το σκοτάδι της ζωής μαζί με την ομορφιά και την αρμονία. Αυτές οι πτυχές έχουν βαθιά απήχηση στο γιαπωνέζικο κοινό. Το θέμα της διαστροφής και της αποδοχής της τους συγκινεί επίσης. Τα πλήθη σε Ασία, Ισπανία, Αμερική και Ιταλία είναι συνήθως ενθουσιώδη. Στο Παρίσι χειροκροτούν με ένα ρυθμικό χτύπημα του ποδιού, αλλά οι Έλληνες είναι οι λιγότερο πρόθυμοι να χειροκροτήσουν όρθιοι. Συχνά οι άνθρωποι μάς χειροκροτούν όρθιοι, συμπεριλαμβανομένων των Βρετανών, αλλά στους Έλληνες, όχι, δεν αρέσει να χειροκροτούν όρθιοι. 

 

— Και η «νεοκλασική» πλευρά του έργου σου; Πώς την υποδέχεται το διεθνές κοινό;
Τους Ιταλούς, για παράδειγμα, τους ενθουσιάζει η λατρεία που έχω για την αρχαιότητα. Έχουν δυνατή σύνδεση με αυτήν τη διάσταση του έργου μου και την απολαμβάνουν ειλικρινά. Εκτιμούν τις αναφορές στα στοιχεία της δικής τους κουλτούρας επειδή, όπως γνωρίζουμε, η Ρώμη είχε δεχτεί έντονες επιρροές από την κουλτούρα της αρχαίας Ελλάδας. Από την άλλη πλευρά, οι Ισπανοί είναι οι μόνοι μετά τους Έλληνες που κάνουν τις παραστάσεις sold-out μέσα σε μερικά λεπτά από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η προπώληση. Το κοινό μου είναι πολύ νεαρό στην Ισπανία και πολύ φανατικό. Δεν ξέρω ακριβώς με τι συνδέονται. Ξέρω γιατί συμβαίνει με τους Ιταλούς ή τους Γιαπωνέζους, αλλά δεν ξέρω τι γοητεύει τόσο πολύ τους Ισπανούς. Το κοινό είναι γενικά πολύ ευγενικό μ’ εμάς, αλλά πολύ διαφορετικό. Ακόμα και το βήξιμο και η νευρική κίνηση των θεατών κατά τη διάρκεια της παράστασης διαφέρουν από χώρα σε χώρα. 

— Στις τελευταίες παραστάσεις σου, ειδικά μετά τον Μεγάλο Δαμαστή, βλέπω να αναπτύσσεται και μια κωμική διάσταση, που κάποτε συνδέεται με το σκοτεινό χιούμορ…
Λοιπόν, διαφωνώ μαζί σου επειδή πιστεύω ότι οι απόπειρές μου με το χιούμορ έχουν προκύψει πολύ νωρίτερα στη δουλειά μου. Ωστόσο, δεν είχαν ποτέ αρκετή απήχηση στο ελληνικό κοινό, επειδή έχω καταλάβει ότι οι Έλληνες δεν μπορούν να συλλάβουν ταυτόχρονα το ιερό και το γελοίο. Προτιμούν το χιούμορ να είναι ιερόσυλο, να στέκεται στον αντίποδα του ιερού. Αλλά όταν περιοδεύσαμε με τον Μεγάλο Δαμαστή η πρώτη μας παράσταση εκτός Αθήνας έγινε στο Άμστερνταμ. Το κοινό εκεί γέλαγε και χειροκροτούσε στη μέση της παράστασης κάθε φορά που συνέβαινε μια ανάλογη σκηνή και το έκανε σε όλες τις στιγμές που έπρεπε, π.χ. όταν εμφανιζόταν η εικόνα του Ρέμπραντ ή όταν η γυναίκα με τα δυο αντρικά πόδια έβαζε τα τακούνια και κατάφερνε να περπατήσει. Ήμασταν πολύ ικανοποιημένοι επειδή ο Μεγάλος Δαμαστής ήταν σχεδιασμένος να είναι κάπως σαν αλλόκοτο τσίρκο. Αυτό επαναλήφθηκε και σε άλλες πόλεις. Το διεθνές κοινό είναι πιο ικανό να εκτιμήσει το παράξενο χιούμορ μας από ό,τι οι Έλληνες. Οι Έλληνες έχουν την τάση να είναι λίγο πιο σοβαροί. 

— Επομένως, λάτρεψαν την τελευταία σου παράσταση, το ΙΝΚ, ίσως την πιο σκοτεινή δουλειά σου. Από πού στο καλό ήρθε ξαφνικά αυτή η μαύρη τρύπα; Σίγουρα δεν την περίμενα.  
Πίστεψέ με, δεν έχω ιδέα. Ξέρεις, τα έργα δεν βγαίνουν από μένα ακριβώς όπως θα ήθελα και, μέχρι κάποιο σημείο, πρέπει να τα αποδεχτώ όπως είναι. Ως προς το ΙΝΚ: το έφτιαξα μια πολύ χαρούμενη περίοδο της ζωής μου, ωστόσο, σωστά το λες, είναι ένα από τα πιο σκοτεινά έργα που έχω κάνει ποτέ. Δεν υπήρχε χώρος για χιούμορ, όμως μου αρέσει να γίνομαι αστείος και να κάνω τους ανθρώπους να γελάνε. Το χιούμορ είναι σαν ένας πιο γρήγορος τρόπος για άμεση επικοινωνία. Δυστυχώς, το ΙΝΚ δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο. Τις αποδέχεσαι τις δουλειές που κάνεις όπως έρχονται. Έρχονται από μέσα σου, αλλά μπορείς μόνο μέχρι ενός σημείου να τους επιβληθείς και να τις αλλάξεις. Τις αποδέχεσαι γι’ αυτό που είναι και τις παραδίδεις με όσο πιο ξεκάθαρο τρόπο γίνεται. 

— Από τις πρώτες παραστάσεις τον περσινό Ιανουάριο έχω ακούσει τόσο πολλές θεωρίες για τον τίτλο, το INK, όσοι και οι άνθρωποι με τους οποίους μίλησα.
Νομίζω ότι αποδίδουμε περισσότερες διανοητικές συνδέσεις απ’ όσες χωράει αυτός ο τίτλος. Όπως έχω αναφέρει πολλές φορές, το ΙΝΚ είναι ένας τίτλος που δόθηκε από τον ιδιοφυή  Άγγελο Μέντη, ο οποίος είναι ο νονός των έργων μου. Περιέχει μια βαθιά πνευματική σύνδεση, επειδή το όνομα ορίζει το έργο και το μεταμορφώνει καθώς αυτό οδεύει προς την υλοποίηση. Από την Πρώτη Ύλη ο Άγγελος ονομάζει στις δουλειές μου. Του προέκυψε το ΙΝΚ από το μελάνι του χταποδιού, το οποίο είναι σαν μαύρο σπέρμα που παίρνει κανείς και μ’ αυτό γράφει ή ζωγραφίζει, επιτρέποντας στο σαρκικό να μεταμορφωθεί σε πνευματικό μέσα από μια κίνηση αλχημείας. Αμέσως συμφώνησα. 

Δημήτρης ΠαπαϊωάννουFacebook Twitter
 Δημήτρης Παπαϊωάννου, ΙΝΚ 2020. Φωτ.: Julian Mommert
Δημήτρης ΠαπαϊωάννουFacebook Twitter
 Δημήτρης Παπαϊωάννου, ΙΝΚ 2020. Φωτ.: Julian Mommert

— Πρόσφατα, μία από τις δραστηριότητές σου, που με έχει κάποιες φορές μπερδέψει, είναι η παρουσία σου στα social media. Ποστάρεις συνεχώς για τις παραστάσεις σου και ανεβάζεις αυθεντικά έργα, φωτογραφίες, σκίτσα και πίνακες. Και εμπλέκεσαι απευθείας με τους followers σου, αφιερώνοντας χρόνο ακόμα και για να απαντήσεις σε αρνητικά ή εντελώς ομοφοβικά σχόλια.
Το κάνω επειδή υπάρχει πάντα πλεόνασμα υλικού· πολλά πράγματα μου αρέσουν, αλλά δεν είναι όλα αρκετά σημαντικά για να τα συμπεριλάβω σε μια παράσταση. Από τότε που ήμουν νέος λαχταρούσα μια άμεση σύνδεση με τη γενιά μου. Και τώρα, φυσικά, αυτό ανοίγει ένα παράθυρο για όλο και νεότερες γενιές. Είναι μια επιθυμία που είχα καταφέρει να ικανοποιήσω από τα 19 μέχρι τα 30 με τα κόμικς μου: κάθε μήνα, ένα κόμικ στα σπουδαία φανζίν και περιοδικά που κυκλοφορούσαν στο αθηναϊκό underground. Αυτό λειτουργούσε ως σύνδεση με τη γενιά μου, με τους ανθρώπους που δεν θα πήγαιναν, για παράδειγμα, σε μια γκαλερί. Τα κόμικς είναι μια μορφή τέχνης της εργατικής τάξης, προσιτή οικονομικά, προσβάσιμη. Οι άνθρωποι στον κύκλο μου διάβαζαν τις ιστορίες μου –τα αθηναϊκά μπλουζ μου– που είναι ανοιχτά ομοφυλοφιλικές και παρουσιάζουν αστικά τοπία και διάχυτη μελαγχολία. Λειτουργούσαν σαν κάποιου τύπου ημερολόγιο για μένα, μια διαδικασία που ισορροπούσε την ψυχή μου και εξέφραζε την έμφυτη μοναχικότητά μου. Για να επικοινωνήσω με τις νεότερες γενιές τώρα χρησιμοποιώ τα social media ως εργαλεία, ως κύρια πλατφόρμα μέσα από την οποία μοιράζομαι τη δουλειά μου, σκίτσα, πίνακες ή κομμάτια της ζωής μου. Αυτό μειώνει την εξάρτησή μου από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και τους δημοσιογράφους, όταν θέλω να κοινοποιήσω τις ιδέες μου. Μου επιτρέπει να έχω ανοιχτή συνομιλία με μια άγνωστη μάζα ανθρώπων που συναντάω ως μέρος του κοινού μου κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μου. Είναι κάτι που απολαμβάνω απόλυτα.  

— Ένα από τα πράγματα που ανεβάζεις συχνά είναι σκίτσα ανθρώπων που γνωρίζεις, και σε έχω δει να το κάνεις αυτό και στην καθημερινή ζωή σου: να γνωρίζεις ανθρώπους και να τους ζητάς να ποζάρουν για σένα αμέσως. Πρόσφατα, που σε παρακολουθούσα, με εξέπληξε το πόσοι άνθρωποι έρχονται να σε χαιρετήσουν οι ίδιοι θέλοντας και να ποζάρουν για σένα, ξέροντας ότι ίσως θα ποστάρεις μετά τη φωτογραφία τους. Γιατί πιστεύεις ότι το τολμάνε;
Δεν ξέρω. Νομίζω ότι είναι μέρος της αγάπης που έχουν οι άνθρωποι για τη δουλειά μου. Μου φαίνεται φυσικό. Πλέον το σκιτσάρισμα με ζωντανό μοντέλο είναι η πιο παλιομοδίτικη και φαινομενικά πιο άχρηστη μορφή τέχνης. Κανείς δεν το κάνει πια στα σοβαρά, να ζωγραφίζει ή να σκιτσάρει μοντέλα, για μένα όμως είναι κάτι σαν πνευματική άσκηση. Ωστόσο, υπάρχει μια ειλικρινής τρυφερότητα του κοινού γι’ αυτή την πλευρά της δουλειάς μου, κάτι που συχνά οι επιμελητές μάλλον παραβλέπουν. Δεν καταλαβαίνω γιατί όσοι με προσεγγίζουν θέλουν να τους σκιτσάρω ή γιατί εκτιμούν αυτό που κάνω. Ελπίζω η δουλειά μου να είναι σημαντική γι’ αυτούς και να κάνει μια σύνδεση, μια επαφή. Ελπίζω να ενθαρρύνει μια σχέση με την ομορφιά και να ανοίγει ένα παράθυρο στο υπερβατικό. Είμαι πολύ ευγνώμων που συμβαίνει αυτό και αφού τα social media διευκολύνουν αυτή την επικοινωνία, μου δίνουν τη δυνατότητα να καταλάβω τι αντίκτυπο έχει σε όλους. Με κάνει να αισθάνομαι λιγότερο μόνος και πιο συνδεδεμένος με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

— Μου έστειλες πρόσφατα μερικά εξαιρετικά σκίτσα και φωτογραφίες. Κάποιες φαίνεται να έχουν τραβηχτεί αμέσως μετά το σεξ, πάνω στο κρεβάτι, δίπλα στο σώμα-αντικείμενο του πόθου… Δεν μπορεί να κοιμηθεί κανείς με τον Δημήτρη χωρίς να σκοντάψει πάνω στον Παπαϊωάννου κάποια στιγμή, σωστά;  
Άκου, εκτιμώ την ομορφιά της ζωής από την οπτική του ζωγράφου και αντιλαμβάνομαι τις αισθήσεις μέσα από την οπτική κάποιου που αισθάνεται βαθιά μέσα από το άγγιγμα. Έτσι συνδέομαι εγώ με τη ζωή. Δεν το βλέπω ως βάρος, το θεωρώ ευλογία. Μέρος της ευτυχίας μου όταν συναντάω την ομορφιά της ζωής είναι να μπορώ να την κοιτάξω και να την αποκωδικοποιήσω με τα μάτια ενός ζωγράφου. Έτσι, το να αιχμαλωτίζω εικόνες μέσα από τη φωτογραφία ή το να σκιτσάρω την ομορφιά της ζωής δεν είναι κάτι που μπορεί να σταματήσει ή να μου στερήσει αυτό που βιώνω εκείνη τη στιγμή. Δεν υπάρχει τρόπος να κοιμηθείς μαζί μου χωρίς να κοιμηθείς με τον καλλιτέχνη, ναι. Δεν εννοώ να κοιμηθείς με την καριέρα του καλλιτέχνη αλλά με τον καλλιτέχνη, με την έννοια της ανθρώπινης υπόστασης.

— Αν ήμουν εραστής σου, θα μου είχες μόλις ραγίσει την καρδιά…
Έτσι ζουν οι καλλιτέχνες όμως. Δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις από αυτό, να το αφήσεις στην άκρη. Για παράδειγμα, ένας μουσικός που έχει πολύ καλό αυτί, δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια του σεξ σίγουρα θα βρίσκει τον τόνο κάθε βογγητού. 

Πηγή: lifo

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 02 Φεβρουαρίου 2024 06:28

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.