ενημέρωση 2:52, 24 July, 2026

Το ευρωπαϊκό μαχητικό του μέλλοντος «προσγειώθηκε» απότομα

Το πρόγραμμα ανάπτυξης και κατασκευής μαχητικών αεροσκαφών επόμενης γενιάς βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ο λόγος, το γαλλο-γερμανικό χάσμα: Οι δύο κύριες βιομηχανίες πίσω από το project, η Dassault Aviation στη Γαλλία και η Airbus στη Γερμανία, είναι «στα μαχαίρια»

Σχεδιάστηκε για να είναι το πιο προηγμένο μαχητικό αεροσκάφος της Ευρώπης – ταχύτατο, φονικό, και πάντα υπό τη συνοδεία ενός «νέφους» από επιθετικά drones. Οταν αποκαλύφθηκε πανηγυρικά από τον Εμανουέλ Μακρόν και την Ανγκελα Μέρκελ το 2017, οι φιλοδοξίες για το εμβληματικό γαλλο-γερμανικό πρόγραμμα ανάπτυξης και κατασκευής μαχητικών αεροσκαφών επόμενης γενιάς (FCAS -Future Combat Aircraft System), ύψους 100 δισ. ευρώ, ξεπερνούσαν κάθε φαντασία. Σήμερα, όμως, έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία, το εγχείρημα «μοιάζει λιγότερο με το επιστέγασμα των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών και περισσότερο με ένα επεισοδιακό διαζύγιο, σύμπτωμα της βαθιάς δυσφορίας στον πυρήνα του γαλλογερμανικού άξονα, της παραδοσιακής “ατμομηχανής” της Ευρωπαϊκής Ενωσης», γράφει η βρετανική Telegraph.

Το πρόγραμμα κινδυνεύει πλέον σοβαρά, σε μια συγκυρία, μάλιστα, που η αμυντική συνεργασία είναι πιο επιτακτική από ποτέ, με τη Ρωσία να συνιστά απειλή (πραγματική ή φανταστική) για την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Μέσα στην εβδομάδα ο Εμανουέλ Μακρόν αναγκάστηκε να υπεραμυνθεί του προγράμματος, μετά από τη δημοσίευση ενός πύρινου άρθρου στην οικονομική εφημερίδα Handelsblatt: το μεγαλύτερο εργατικό συνδικάτο της Γερμανίας προειδοποιεί ότι το εγχείρημα βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. «Το FCAS σχεδιάστηκε αρχικά ως ένα κοινό έργο ισότιμων εταίρων και εξελίχθηκε ως τέτοιο για μεγάλο διάστημα. Οσοι τώρα απαιτούν απόλυτο έλεγχο δεν πρέπει να εκπλήσσονται από τις συνέπειες», έγραψαν ο Γιούργκεν Κέρνερ, αναπληρωτής επικεφαλής του συνδικάτου IG Metall, και η Μαρί-Κριστίν φον Χαν, επικεφαλής της Γερμανικής Ενωσης Αεροδιαστημικής Βιομηχανίας, υπαινισσόμενοι στη συνέχεια ότι ίσως ήρθε η ώρα για το Βερολίνο να επιδιώξει την ανάπτυξη ενός καθαρά γερμανικού μαχητικού.

Ομως οι αιχμηρές γερμανικές επικρίσεις ήταν μάλλον αναμενόμενες, και όλοι γνωρίζουν ποιος είναι ο αποδέκτης. Οπως συνοψίζει το ρεπορτάζ της Telegraph, oι δυο κύριες βιομηχανίες πίσω από το εγχείρημα, η Dassault Aviation στη Γαλλία και η Airbus στη Γερμανία, είναι «στα μαχαίρια» εδώ και χρόνια. Εξαρχής συγκρούστηκαν για βασικές παραμέτρους του FCAS, όπως το ποιος θα έχει το γενικό πρόσταγμα και ποιος θα αναλάβει την κατασκευή, καταλήγοντας να αμφισβητούν ακόμη και τον ίδιο τον σκοπό του προγράμματος.

Υπολογιστική απεικόνιση του FCAS

Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα, η Ουλρίκε Φράνκε, γερμανίδα ειδικός ασφαλείας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR), εξήγησε πως για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχαν «ζητήματα σχεδιασμού», καθώς οι δυο πλευρές έπρεπε να συμφωνήσουν για την από κοινού κατασκευή ενός αεροσκάφους, θέλοντας όμως διαφορετικά πράγματα η καθεμία.

«Οι Γάλλοι θέλουν ένα ελαφρύτερο αεροπλάνο, που θα φέρει πυρηνικά όπλα, ενώ οι Γερμανοί θέλουν ένα αεροπλάνο που θα μπορεί να πετάει πιο μακριά. Αυτό ήταν ανέκαθεν ένα πρόβλημα, αλλά το ερώτημα όσον αφορά το τι ακριβώς επρόκειτο να κατασκευάσουν συνέχιζε να μετατίθεται στο μέλλον», είπε. Ταυτόχρονα, από τη γαλλική πλευρά, η Dassault Aviation, που ειδικεύεται στην κατασκευή στρατιωτικών αεροσκαφών και επιχειρηματικών τζετ, αξίωνε η μοναδική ουσιαστική συνεισφορά της Γερμανίας να ήταν οικονομική. «Δεν θέλω να ακουστώ αλαζόνας, αλλά ποιες δεξιότητες χρειάζομαι πέρα από τις δικές μου για να κατασκευάσω ένα μαχητικό τζετ;», δήλωσε πέρυσι ο Ερίκ Τραπιέ, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η Dassault ανέπτυξε το κορυφαίο μαχητικό Rafale εξ ολοκλήρου με δικές τη δυνάμεις, ενώ η τελευταία φορά που Γερμανία επέδειξε αντίστοιχες ικανότητες ήταν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ομως λάδι στην φωτιά που ήδη σιγόκαιγε έριξε και η Κατρίν Βοτρέν, η υπουργός Αμυνας της Γαλλίας, δηλώνοντας χωρίς περιστροφές πως «η Γερμανία σήμερα δεν έχει τη δυνατότητα να κατασκευάσει ένα αεροσκάφος». Η κύρια ανησυχία των Γάλλων ήταν πως οι Γερμανοί επεδίωκαν να εκμεταλλευθούν το πρόγραμμα, κυρίως για να μάθουν πώς να κατασκευάζουν μαχητικά αεροσκάφη από την Dassault. Η επιθυμία της Γερμανίας να αναλάβει πιο ουσιαστικό ρόλο εξελήφθη από τους Γάλλους ως παραβίαση της άγραφης συμφωνίας συνεργασίας τους, με βάση την οποία το Βερολίνο θα παρείχε κεφάλαια, ενώ το Παρίσι την τεχνογνωσία. Αλλά «τα όρια είναι πλέον θολά και σημειώνονται απόπειρες εισβολής τους ενός στον τομέα του άλλου», δήλωσε μια γαλλική πηγή στην Telegraph τον Μάρτιο του 2024, κατά τη διάρκεια μιας ακόμη δύσκολης περιόδου για τις γαλλογερμανικές αμυντικές σχέσεις.

Οι Γερμανοί, όμως, απορρίπτουν αυτές τις επικρίσεις, χαρακτηρίζοντάς τες μάλιστα άδικες. Ενώ γερμανοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι επί δεκαετίες τα ζητήματα ασφαλείας δεν αποτελούσαν προτεραιότητα για το Βερολίνο, τονίζουν συγχρόνως πως η εξωτερική πολιτική τους  άλλαξε άρδην μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πριν από μία τετραετία – το οποίο είναι αλήθεια. Κάνοντας λόγο για ένα «zeitenwende» (σημείο καμπής), ο πρώην καγκελάριος Ολαφ Σολτς έσπευσε να συνδράμει την Ουκρανία με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ (σε αμυντικό εξοπλισμό και αρωγή), ενώ ο νυν καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έφτασε στο σημείο να καταργήσει αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς με στόχο τη σημαντική ενίσχυση της γερμανικής και ευρωπαϊκής άμυνας.

Μιλώντας στη Le Monde τις προηγούμενες ημέρες, στην ερώτηση αν το (ακόμα φιλόδοξο) project βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ο Εμανουέλ Μακρόν απάντησε αρνητικά. «Είναι ένα καλό έργο και δεν έχω ακούσει τίποτε από τη γερμανική πλευρά που να υποδηλώνει ότι δεν είναι… Πιστεύω ότι τα πράγματα πρέπει να προχωρήσουν», είπε, σημειώνοντας πως θα κάνει ό,τι χρειάζεται ώστε να ευοδωθούν τα αρχικά σχέδια. «Πιστέψτε με, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να προσπαθήσουμε να σώσουμε αυτό το πρόγραμμα – εργαζόμαστε σαν τρελοί. Θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα», δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα και ο Πατρίκ Παγιού, πρώην επικεφαλής της εθνικής υπηρεσίας κυβερνοασφάλειας της Γαλλίας και πρώην τεχνικός διευθυντής της υπηρεσίας πληροφοριών εξωτερικού.

Ομως οι μέρες του Μακρόν στο Ελιζέ είναι πλέον μετρημένες και οι πιο πιθανοί διάδοχοί του, δηλαδή είτε ο Ζορντάν Μπαρντελά είτε η Μαρίν Λεπέν της Εθνικής Συσπείρωσης, δεδομένου ότι διάκεινται λιγότερο εχθρικά απέναντι στη Ρωσία σε σχέση με τον Μακρόν, θα μπορούσαν ακόμη και να τερματίσουν τη γαλλική συμμετοχή στο εγχείρημα, εφόσον επικρατήσουν στις προεδρικές εκλογές του 2027. Επιπλέον, η Γερμανία ενδέχεται να στρέψει την προσοχή της προς ένα λιγότερο «προβληματικό» πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικών έκτης γενιάς, το GCAP (Global Combat Air Programme), του οποίου ηγούνται η Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία: παρότι το project ξεκίνησε πολύ αργότερα, το 2022, το εν λόγω μαχητικό, γνωστό ως Tempest, αναμένεται να είναι ετοιμοπόλεμο έως το 2035, ενώ το αντίστοιχο γαλλογερμανικό δεν πρόκειται να πετάξει πριν από το 2040 (στην καλύτερη περίπτωση).

«Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρεί κανείς ότι το μέλλον της αμυντικής συνεργασίας στην Ευρώπη θα βασίζεται περισσότερο στον άξονα Γερμανίας-Ιταλίας παρά σε εκείνον μεταξύ Γερμανίας-Γαλλίας», γράφει η Telegraph, υπενθυμίζοντας ότι τον προηγούμενο μήνα ο γερμανός καγκελάριος και η ιταλίδα ομόλογός του Τζόρτζια Μελόνι υπέγραψαν μια ευρύτατη συμφωνία για την ενίσχυση της μεταξύ τους αμυντικής συνεργασίας. Παρ’ όλα αυτά οι ειδικοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το ενδεχόμενο να απολέσει η Γαλλία τον καθοριστικό ρόλο της στην ασφάλεια της Γηραιάς Ηπείρου. «Δεν θεωρώ ότι η γαλλογερμανική σχέση αυτή καθαυτή αποτελεί το πρόβλημα, ούτε πιστεύω ότι οι Ιταλοί μπορούν να την υποκαταστήσουν», δήλωσε η Ουλρίκε Φράνκε, η γερμανίδα ειδικός ασφαλείας στο ECFR. 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.