Γιατί οι Ανατολικογερμανοί μετανιώνουν για την επανένωση
- Κατηγορία ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- 0 σχόλια
Ολο και περισσότεροι κάτοικοι της άλλοτε Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας δηλώνουν δυσαρεστημένοι από την ένωση με τη Δυτική το 1990, καθώς αισθάνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας – κάτι που αποτυπώνεται και σε αριθμούς. Ωστόσο ανατολικοί και δυτικοί συμφωνούν σε ζητήματα δημοκρατίας
Η καταπίεση δεκαετιών, η μεταπολεμική φτώχια, η ζωή υπό το άγρυπνο βλέμμα της διαβόητης Στάζι και το μακρύ χέρι της Μόσχας, είχαν δημιουργήσει μια οργουελική πραγματικότητα στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (Deutsche Demokratische Republik, DDR), μια πραγματικότητα που το 1990 έκανε την επανένωση της Γερμανίας κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη για εκατομμύρια Ανατολικογερμανών. Και τις δεκαετίες που ακολούθησαν, μάλιστα, και παρά τις οικονομικές ανισότητες που βίωναν σε σχέση με το ανεπτυγμένο δυτικό τμήμα της χώρας, οι Ανατολικογερμανοί θεωρούσαν ότι άξιζε τον κόπο. Αλλά αυτή η άποψη έχει αρχίσει να γίνεται λιγότερο δημοφιλής στις τάξεις των κατοίκων της ανατολικής Γερμανίας.
Η ετήσια κυβερνητική έκθεση Deutschland Monitor, για την κατάσταση του γερμανικού έθνους, που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, δείχνει ραγδαία αύξηση του αριθμού των πολιτών της πρώην ΛΔΓ που πιστεύουν ότι η επανένωση τούς έκανε περισσότερο κακό παρά καλό, όπως αναφέρει ρεπορτάζ των Times του Λονδίνου. Σύμφωνα με τη νέα δημοσκόπηση, το 37% των Ανατολικογερμανών θεωρούν ότι η ένωση της πρώην χώρας τους με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επέφερε περισσότερο αρνητικά αποτελέσματα παρά θετικά. Πριν από δύο χρόνια το αντίστοιχο ποσοστό ήταν στο 26%. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο δυσαρέσκειας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Παράλληλα, η δημοσκόπηση καταδεικνύει συνέπεια σε όλο το φάσμα των γενεών, όπως αναφέρει στους Times το Κέντρο Κοινωνικών ερευνών της πόλης Χάλε της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, ενός από τους οργανισμούς που εργάστηκαν στην έρευνα. Ο σκεπτικισμός είναι ακόμα υψηλότερος σε περιοχές με χαμηλότερα επίπεδα εισοδήματος, όπου οι απόψεις είναι σχεδόν διχασμένες – το 46% θεωρεί ότι η επανένωση επέφερε συνολικά αρνητικές επιπτώσεις, ενώ το 49% αναφέρει ότι τα πλεονεκτήματά της υπερισχύουν των μειονεκτημάτων της. Η δυσαρέσκεια αυξάνεται παράλληλα με την υποστήριξη του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το οποίο έχει καταστεί το δημοφιλέστερο στην Ανατολή και προηγείται στις δημοσκοπήσεις πριν από τις επερχόμενες εκλογές στα κρατίδια Σαξονία-Ανχαλτ και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία τον προσεχή Σεπτέμβριο.
Ιστορική φωτογραφία, με πολίτες της πρώην Ανατολικής και πρώην Δυτικής Γερμανίας επάνω στο Τείχος που χώριζε το Βερολίνο στα δύο, λίγο μετά την πτώση του, στις 9 Νοεμβρίου 1989 (EPA)
Ωστόσο, εκ πρώτης όψεως πρόκειται για ένα αινιγματικό σύνολο ευρημάτων, όπως σημειώνουν οι Times, ιδιαίτερα επειδή οι Ανατολικογερμανοί βιώνουν την καλύτερη οικονομική κατάσταση στην Ιστορία τους. Στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, καθώς οι εξαιρετικά μη ανταγωνιστικές κρατικές βιομηχανίες της DDR διαλύονταν και τα περιουσιακά τους στοιχεία περνούσαν σε δυτικούς επενδυτές, τα μέσα εισοδήματα ήταν μόλις στο 40% εκείνων της Δυτικής Γερμανίας. Τα τωρινά τους εισοδήματα έχουν ανέλθει στο 80% σε σύγκριση με εκείνα των δυτικών συμπατριωτών τους. Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη και το ελαφρώς χαμηλότερο κόστος ζωής στην Ανατολή, το χάσμα γίνεται ακόμη μικρότερο. Τα τελευταία χρόνια η οικονομική ανάπτυξη έχει γίνει πολύ πιο αισθητά ισχυρή στα ανατολικά από ότι στα δυτικά της χώρας.
Οι πρώην Ανατολικογερμανοί δεν αγνοούν αυτές τις βελτιώσεις. Σε ποσοστό 73% αναφέρουν ότι έχουν προσωπικά κερδίσει περισσότερα μέσω της επανένωσης από όσα έχουν χάσει, ενώ μόλις το 19% πιστεύει το αντίθετο. Το γεγονός αντικατοπτρίζει ένα ευρύτερο παράδοξο στη γερμανική κοινωνία. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι Γερμανοί είναι γενικά αισιόδοξοι για τις ατομικές τους συνθήκες, αλλά απαισιόδοξοι για τη χώρα συνολικά. Αυτό, σύμφωνα με τους Times, οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι περισσότεροι Γερμανοί ενδιαφέρονται για πράγματα που ξεπερνούν το διαθέσιμο ποσό στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Αναλυτές αναφέρουν στους Times ότι ιδιαίτερα στις φτωχότερες περιοχές της ανατολικής Γερμανίας, ακόμη και όσοι είναι οικονομικά άνετοι, συχνά νιώθουν ότι αντιμετωπίζονται σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας – άλλωστε ελάχιστοι πρώην Ανατολικογερμανοί φτάνουν στην κορυφή της δημόσιας ζωής.
Η Ανγκελα Μέρκελ, που πέρασε τα πρώτα 35 χρόνια της ζωής της στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας και εκεί έκανε τα πρώτα της βήματα ως πολιτικός, διετέλεσε καγκελάριος της ενοποιημένης Γερμανίας για 16 χρόνια (2005-2021). Είναι όμως η εξαίρεση. Οι πρώην Ανατολικογερμανοί, που αποτελούν το 20% του γερμανικού πληθυσμού, κατέχουν μόλις το 13% των θέσεων της δημόσιας διοίκησης, το 4% των πιο ισχυρών θέσεων στον επιχειρηματικό κόσμο, το 2% του δικαστικού σώματος και ούτε μία θέση στην ανώτερη στρατιωτική ιεραρχία της χώρας. Οι ειδικοί επισημαίνουν στους Times, μια σειρά παραμέτρων που ευθύνονται για τη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης, όπως τις δημογραφικές αλλαγές που επηρεάζουν τις περιφέρειες, τις υποδομές που υποχωρούν, τις συνέπειες των οικονομικών κρίσεων, τον αυξανόμενο πληθωρισμό, την αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας και τον αποκλεισμό της πρόσβασης στους θεσμούς για τους πρώην Ανατολικογερμανούς – ιδιαίτερα στις δομικά ασθενέστερες περιοχές.
Συχνά ακούγεται το επιχείρημα ότι το αποτύπωμα των παλαιών συνόρων μεταξύ των δύο Γερμανιών εξακολουθεί να είναι ορατό σχεδόν σε κάθε πολιτικό, οικονομικό ή κοινωνιολογικό χάρτη της χώρας. Αλλά η μελέτη της Deutschland Monitor, που βασίστηκε σε συνεντεύξεις 8.000 πολιτών σε όλη τη Γερμανία, υποδηλώνει ότι Ανατολή και Δύση στην πραγματικότητα συγκλίνουν με κάποιους απροσδόκητους τρόπους, όπως σημειώνουν οι Times. Και στις δύο πλευρές, για παράδειγμα, οι στάσεις απέναντι στα κύματα αλλαγών που σαρώνουν τη χώρα ακολουθούν ένα παρόμοιο μοτίβο, με περίπου το 25% του κοινού να είναι έτοιμο να τις αποδεχτεί, ένα άλλο 25% να τείνει να τους αντιστέκεται, και το υπόλοιπο μισό εμφανίζεται επί της ουσίας αβέβαιο και αμφίθυμο.
Και τα δύο τμήματα της χώρας έχουν επίσης περίπου τα ίδια επίπεδα κοινωνικής συνοχής, με σαφείς πλειοψηφίες να θεωρούν ότι οι γείτονές τους τείνουν να βοηθούν ο ένας τον άλλο. Παράλληλα, και τα δύο εξακολουθούν να υποστηρίζουν την ιδέα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας – αν και το 48% των πρώην Ανατολικογερμανών δηλώνουν δυσαρεστημένοι με τον τρόπο που λειτουργεί στην πράξη, σε σύγκριση με το 38% των πρώην Δυτικογερμανών. Η έκθεση, όπως αναφέρουν οι Times, κατηγοριοποιεί το 51% των πρώην Ανατολικογερμανών ως «ικανοποιημένους δημοκράτες», το 22% ως «δημοκράτες που κρατούν κριτική στάση απέναντι στην πολιτική», το 26% ως «δημοκράτες που ασκούν κριτική στο σύστημα» και το 2% ως «αντιδημοκράτες».
Τα αντίστοιχα ποσοστά στη δυτική Γερμανία δεν διαφέρουν σημαντικά. Με όλα αυτά, οι Times καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η πικρία των πρώην Ανατολικογερμανών είναι σε έναν βαθμό κατανοητή μετά από 35 χρόνια επίπονης προσαρμογής στο καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης, στα κυρίαρχα Δυτικά μέσα ενημέρωσης, και με τη γενικότερη αίσθηση ότι οι ελίτ ενδιαφέρονται ελάχιστα για την οπτική τους.
