Body count - Ο θάνατός σου μετράει
του Άρη Χατζηστεφάνου
Από τον πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι την ηρωική εξέγερση στο Ιράν, η καταμέτρηση και η παρουσίαση του αριθμού των θυμάτων μιας μάχης αποτελεί ένα παιχνίδι εξουσίας. Όποιος ελέγχει τους αριθμούς θα κερδίσει τον πόλεμο της επικοινωνίας και θα καθορίσει την επόμενη ημέρα.
Τo 1969, όταν ανέλαβε την προεδρία των ΗΠΑ ο Ρίτσαρντ Νίξον, στους διαδρόμους του Πενταγώνου κυκλοφορούσε ένα ανέκδοτο: Κάποιοι συγκέντρωσαν όλα τα δεδομένα του πολέμου (πόσες βόμβες έριχναν οι ΗΠΑ, πόσοι στρατιώτες του Βόρειου Βιετνάμ σκοτώνονταν κάθε ημέρα κ.ο.κ.) ,τα φόρτωσαν σε έναν υπερυπολογιστή και τον ρώτησαν «πότε θα κερδίσουμε τον πόλεμο;». Η απάντηση ήρθε αστραπιαία: «Τον κερδίσατε το 1964». Το ανέκδοτο σατίριζε την εμμονή του απερχόμενου υπουργού Άμυνας, Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα, να ποσοτικοποιεί κάθε πτυχή των μαχών πιστεύοντας ότι η πρόβλεψη της έκβασης του πολέμου θα μπορούσε να χωρέσει σε μια μαθηματική φόρμουλα. Σε τελική ανάλυση, η νίκη θα ερχόταν από την υπεροπλία και έναν τεχνοκρατικό υπολογισμό των απωλειών του αντιπάλου.
Μισή δεκαετία αργότερα, όταν οι τελευταίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι εγκατέλειπαν ταπεινωμένοι την πρεσβεία στη Σαϊγκόν με ελικόπτερα, οι επιτελείς του Πενταγώνου ίσως να θυμήθηκαν τα λόγια του θεωρητικού του πολέμου Καρλ φον Κλάουζεβιτς, ότι «οι αναφορές θυμάτων… δεν είναι ποτέ ακριβείς» και σε κάθε περίπτωση αυτά τα στοιχεία «δεν μπορούν να μετρήσουν την κατάρρευση του ηθικού» του στρατεύματος. «Η εγκατάλειψη της μάχης», κατέληγε ο Πρώσος στρατηγός, «παραμένει η μόνη αυθεντική απόδειξη της νίκης».
Το σημαντικότερο πρόβλημα βέβαια δεν ήταν ότι οι στρατηγοί του Πενταγώνου υπερεκτίμησαν τη σημασία του λεγόμενου body count, αλλά ότι το μετέτρεψαν σε ένα όπλο που στράφηκε εναντίον τους. Παρουσιάζοντας με υπερηφάνεια τις εκατόμβες των θυμάτων των αντιπάλων τους σαν απόδειξη της αμερικανικής υπεροχής, συνέβαλλαν στη γιγάντωση του αντιπολεμικού κινήματος καθώς εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αντιλαμβάνονταν ότι ο αμερικανικός στρατός δεν είναι παρά μια μηχανή που πολτοποιεί ανθρώπινες ζωές.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, όταν η Ουάσινγκτον αισθάνθηκε ότι μπορούσε να αποτινάξει το λεγόμενο «σύνδρομο του Βιετνάμ», ο στρατηγός Τόμι Φρανκς, που συντόνισε την εισβολή στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, είπε την περίφημη φράση «We don’t do body counts» – δεν μετράμε τους νεκρούς (του αντιπάλου). Σε αυτή τη νέα περίοδο της αμερικανικής παντοκρατορίας, κάθε αναφορά στους τρομακτικούς αριθμούς νεκρών χαλούσε την εικόνα του «αναίμακτου» πολέμου που διεξαγόταν με «χειρουργικά πλήγματα» σαν ένα βιντεοπαιχνίδι. Επεκτείνοντας την κυριαρχία του και στον πόλεμο της επικοινωνίας, το Πεντάγωνο ήθελε να ελέγχει απόλυτα τις πληροφορίες για τους αριθμούς των θυμάτων.
Ποιος πραγματικά μετράει όμως τα θύματα ενός πολέμου και γιατί πάντα δεχόμαστε με τόση ευκολία των πρώτο αριθμό που θα μας μεταφέρουν τα διεθνή ΜΜΕ;
Όπως εξηγούσαν οι πολιτικοί επιστήμονες Πίτερ Αντρέας και Κέλι Γκρίνχιλ στο βιβλίο τους «Sex, Drugs and Body Counts», οι φουσκωμένοι αριθμοί θυμάτων δημιουργούν την αίσθηση ότι κάποιος πρέπει να αναλάβει επειγόντως δράση. Αντίθετα, η υποτίμηση του μεγέθους αποτελεί ένα κάλεσμα στην αδράνεια.
Αυτή την εβδομάδα διαπιστώσαμε πώς μεταφράζεται στην πράξη αυτή η παρατήρηση όταν μέσα ενημέρωσης και πολιτικοί σε όλο τον κόσμο ανέφεραν χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι ο αριθμός των νεκρών διαδηλωτών από την εξέγερση στο Ιράν μπορεί να φτάνει τους 20.000! Η πληροφορία στηριζόταν σε ένα δημοσίευμα του δικτύου CBS το οποίο επικαλούνταν δύο Ιρανούς αγνώστων στοιχείων, ένας εκ των οποίων δεν βρίσκεται καν στο Ιράν. Οι πιο «σοβαροί» αναλυτές μιλούσαν από την πρώτη εβδομάδα για περίπου 2.500 νεκρούς επικαλούμενοι την οργάνωση Human Rights Activists News Agency (HRANA), μια ΜΚΟ με έδρα τις ΗΠΑ η οποία χρηματοδοτείται από την αμερικανική κυβέρνηση μέσω του NED (National Endowment for Democracy).
Αν και κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη βαναυσότητα της ιρανικής αστυνομίας και την ύπαρξη εκατοντάδων νεκρών (όπως ανέφερε και ο ΟΗΕ), οι αριθμοί του CBS είναι δύσκολο να ισχύουν. Αρκεί να σκεφτούμε ότι σε αντίστοιχο διάστημα δύο εβδομάδων μετά την 7η Οκτωβρίου του 2023, ο ισραηλινός στρατός σκότωσε 4.000 Παλαιστίνιους βομβαρδίζοντας ανηλεώς την πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή του πλανήτη. Για να φτάσει η ιρανική κυβέρνηση τους 20.000 νεκρούς, θα έπρεπε να έχει ισοπεδώσει ολόκληρες πόλεις.
Η εκτίμηση του CBS χάνει ακόμη περισσότερο την αξία της, αν αναλογιστεί κανείς την ακραία προπαγανδιστική στροφή υπέρ του Ισραήλ που πραγματοποίησε ο σταθμός αφότου πέρασε υπό τον έλεγχο της οικογένειας του βαρόνου των ΜΜΕ Λάρι Ελισον – ο οποίος «συμπτωματικά» είναι και ο μεγαλύτερος ιδιώτης χρηματοδότης του IDF και στο παρελθόν ήθελε να προσλάβει τον Νετανιάχου ως σύμβουλο στις επιχειρήσεις του.
Τα ίδια όμως ΜΜΕ και οι ίδιοι πολιτικοί που σήμερα στηρίζουν τις αναλύσεις τους για το Ιράν σε ανώνυμες πηγές πέρασαν τα δυόμισι προηγούμενα χρόνια αμφισβητώντας σε καθημερινή βάση τον αριθμό των νεκρών από τη γενοκτονία των Παλαιστινίων. Η φράση «όπως ισχυρίζεται το ελεγχόμενο από τη Χαμάς υπουργείο Υγείας», που ακολουθούσε κάθε αναφορά θυμάτων, έγινε συνώνυμο της προσπάθειας συγκάλυψης της ισραηλινής θηριωδίας, παρά το γεγονός ότι ο ΟΗΕ και όλοι οι διεθνείς οργανισμοί δεν αμφισβήτησαν ποτέ αυτούς τους αριθμούς. Μάλιστα, ανεξάρτητες έρευνες που δημοσιεύτηκαν στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση Lancet αποδείκνυαν ότι ο αριθμός των νεκρών Παλαιστινίων είναι διπλάσιος.
Το body count στη Γάζα και στο Ιράν επιβεβαίωσε απόλυτα την άποψη ότι ένας φουσκωμένος αριθμός καλεί σε δράση (αμερικανική εισβολή στο Ιράν), ενώ η υποεκτίμηση των νεκρών προωθεί την αποσιώπηση (συγκάλυψη της γενοκτονίας). Ίσως γιατί ενώ όλες οι ανθρώπινες ζωές έχουν την ίδια αξία, μερικοί θάνατοι αξίζουν περισσότερο.
Πηγή: infowar
