Τι συμβαίνει με τα βιολογικά όπλα;
Επειτα από τις αλληλοκατηγορίες ΗΠΑ και Ρωσίας για τον κίνδυνο χρήσης βιολογικών ή χημικών όπλων εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία, οι ανησυχίες κορυφώθηκαν με την αποκάλυψη του Reuters ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συνέστηνε στην Ουκρανία να καταστρέψει υψηλού επιπέδου παθογόνους παράγοντες που διατηρεί σε εργαστήρια της χώρας, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε διαρροή που θα μπορούσε να προκαλέσει επιδημίες.
Ο ΠΟΥ δεν έδωσε λεπτομέρειες για το πότε εξέδωσε αυτή τη σύσταση, ούτε εάν εισακούστηκε από τις ουκρανικές αρχές, αλλά και μόνη αυτή η προειδοποίηση συνιστά το κερασάκι στην τούρτα μιας σημαντικής απειλής, πέρα και πάνω από τις αντεγκλήσεις για το ποιος (και αν) ετοιμάζει βιολογική ή χημική επίθεση.
Στην έκτακτη σύνοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που συγκλήθηκε την περασμένη Παρασκευή έπειτα από αίτημα της Ρωσίας για να συζητηθεί το θέμα, η Μόσχα επανέλαβε πως έχει «αποδείξεις» ότι το Κίεβο επιχειρεί να «σβήσει» κάθε ίχνος στρατιωτικού προγράμματος βιολογικών όπλων που χρηματοδοτούν οι ΗΠΑ και ότι στην Ουκρανία διεξάγονται επικίνδυνα πειράματα για την ενίσχυση της δράσης παθογόνων παραγόντων, όπως η πανώλης, ο άνθρακας, η χολέρα ή άλλες θανατηφόρες νόσοι.
Η Ουκρανία, όπως και πολλές χώρες, διαθέτει δημόσια εργαστήρια που διατηρούν παθογόνους παράγοντες, ερευνώντας τρόπους αντιμετώπισης νόσων που προκαλούνται από αυτούς. Ηδη από τη δεκαετία του 1990, μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν ένα Πρόγραμμα Συνεργασίας για τη Μείωση των Απειλών (CTRP) ώστε να περιορίσουν ή να εξαλείψουν τον κίνδυνο που συνιστούν βιολογικά όπλα που πιθανόν κληρονόμησαν οι πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες. Εφαρμόστηκε όχι μόνο στην Ουκρανία, αλλά και στο Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Αζερμπαϊτζάν, στη Γεωργία, ανάμεσα στις άλλες πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, ενώ περιλάμβανε και τη Ρωσία ώς το 2012.
Το αμερικανικό υπουργείο Αμυνας συνεργάζεται με το ουκρανικό υπουργείο Υγείας, σύμφωνα με τις επίσημες αμερικανικές ανακοινώσεις, για να βελτιώσει την ασφάλεια αυτών των βιολογικών εργαστηρίων «ώστε να αντιμετωπίσουν καλύτερα την απειλή εμφάνισης (τυχαίων ή σκόπιμων) επιδημιών». Και όπως βεβαίωνε στους New York Times η Φιλίπα Λέντζος, εμπειρογνώμονας βιοασφάλειας στο King’s College του Λονδίνου, «τα παθογόνα που αποθηκεύονται σε βιολογικά εργαστήρια (της Ουκρανίας) είναι απλώς βακτήρια και ιοί και όχι συστατικά βιολογικών όπλων. Ο λόγος που διατηρούνται σε ασφαλείς τοποθεσίες είναι για βιοασφάλεια».
Μια υπαρκτή απειλήΗ απειλή ωστόσο είναι υπαρκτή. Ανεξάρτητα από το για ποιο σκοπό διατηρούνται παθογόνοι παράγοντες και για το αν ευσταθούν ή όχι οι αλληλοκατηγορίες για παραγωγή (ή και επικείμενη χρήση) βιολογικών όπλων, ο κίνδυνος είναι προφανής. Οπως επισημαίνουν ειδικοί στην Il Manifesto, η Ουκρανία δεν διαθέτει εργαστήρια επιπέδου βιοασφάλειας 4, που διαχειρίζονται τους πλέον επικίνδυνους παθογόνους παράγοντες. Εχει ωστόσο ένα εργαστήρι επιπέδου βιοασφάλειας 3 (που χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ) και πολλές εγκαταστάσεις στο επίπεδο 2 που σαφώς σε περίπτωση που πληγούν, οι ιοί και τα βακτήρια που διαθέτουν μπορεί να διαρρεύσουν.
Ενώ όπως γράφει η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρόμπερτ Πόουπ, διευθυντής του Προγράμματος Συνεργασίας για Μείωση Απειλών του Πενταγώνου, δήλωσε ότι κάποια εργαστήρια μπορεί να περιέχουν παθογόνους παράγοντες που επί σοβιετικής εποχής μπορεί να χρησιμοποιούνταν για προγράμματα βιολογικών όπλων, «έστω και σήμερα τα ουκρανικά εργαστήρια δεν έχουν την ικανότητα να παράγουν βιολογικά όπλα».
Δεν χρειάζεται καν ένας βομβαρδισμός. «Αν πέσει το ρεύμα, τα παθογόνα στους θαλάμους ψύξης θα ζεσταθούν. Αν υποστεί ζημιά το σύστημα εξαερισμού ή το ίδιο το κτίριο, αυτά τα παθογόνα σε θερμοκρασία περιβάλλοντος μπορεί να διαρρεύσουν και να μολύνουν την περιοχή που περιβάλλει τα εργαστήρια», προειδοποιούσε ο Πόουπ ήδη την επομένη της ρωσικής επίθεσης με κείμενό του στο Bulletin of Atomic Scientists. Μερικά νοσοκομειακά εργαστήρια διατηρούν τέτοιους παράγοντες σε ειδικούς ψυκτικούς θαλάμους. Και ήδη πριν από την επίθεση σε μαιευτήριο της Μαριούπολης, ο ΠΟΥ είχε καταγράψει 16 επιθέσεις κατά νοσοκομείων.
Πηγή: εφσυν
