ενημέρωση 12:05, 23 April, 2026

Τέλος διαδρομής για τον David Foster Wallace

«Η αλήθεια θα σ’ απελευθερώσει. Αλλά πιο πριν θα σε έχει ξεκάνει.»

- Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, «Infinite Jest»

To «The end of the tour», που είδαμε στις Νύχτες πρεμιέρας, είναι το δεύτερο φιλμ με το οποίο σχετίζεται ο μεγάλος αυτόχειρας των αμερικανικών γραμμάτων, το αγόρι με την μπαντάνα, ο David Foster Wallace, ένας από τους πιο καινοτόμους και επιδραστικούς αμερικανούς συγγραφείς του τέλους του 20ού αιώνα. (Το πρώτο, που ήταν και κάπως βαρετό, βγήκε στις αίθουσες το 2009 με τίτλο Brief Interviews with Hideous Men, το σενάριο της οποίας βασίστηκε σε μια σειρά θεατρικών διαλόγων του Wallace δημοσιευμένων για πρώτη φορά στο New Yorker). Στο δεύτερο συμπρωταγωνιστής είναι ένα ακόμα πραγματικό πρόσωπο, ο David Lipsky, συγγραφέας κι ο ίδιος. Ο Lipsky είχε εκδώσει 1 βιβλίο πρόζας και μια ποιητική συλλογή μικρής κυκλοφορίας, εν ολίγοις ήταν σχεδόν τελείως άγνωστος και ψωμιζόταν από τη συνεργασία του με το περιοδικό Rolling Stone, όταν του ήρθε η ιδέα να κάνει ρεπορτάζ ακολουθώντας το τελευταίο κομμάτι της περιοδείας προώθησης του «Infinite jest», του τελευταίου βιβλίου του Wallace που έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ και τον καθιέρωσε ως λογοτεχνικό φάρο της νεολαίας.

12 χρόνια έπειτα από αυτή τη συνάντηση/συνέντευξη ο Wallace, που πάλευε από πολύ νέος με την κατάθλιψη, έδωσε τέλος στη ζωή του. Λίγο αργότερα ο Lipsky αποφάσισε να καταγράψει την εμπειρία αυτή στο βιβλίο του Although of Course You End Up Becoming Yourself (μια φράση του Wallace), με το οποίο γνώρισε επιτέλους την πολυπόθητη δόξα και σκαρφάλωσε στις πρώτες θέσεις τού πίνακα ευπωλήτων των Times. Το βιβλίο πράγματι είχε πολύ ενδιαφέρον. Ένας αμερικανός κριτικός μάλιστα είπε πως οι παράδοξοι και ευφυείς διάλογοι των δύο ανδρών μοιάζουν σαν θεατρικό του Τομ Στόπαρντ έτσι όπως αποτυπώνονται στο χαρτί.

Έναν χρόνο μετά, ο βραβευμένος με Πούλιτζερ θεατρικός συγγραφέας/σεναριογράφος Donald Margulies διάβασε το βιβλίο και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Είδε τη δυνατότητα μιας καταπληκτικής ταινίας. Πρωταγωνιστές δυο νεαροί άντρες με λογοτεχνικές φιλοδοξίες: ο ένας έτοιμος να εκτοξευτεί στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα κι ο άλλος ακόμα στο ημίφως. Δυο άντρες σ΄ έναν τρελό χορό έλξης-απώθησης, ζήλιας και επιφύλαξης, φιλίας και συμφέροντος.

Η πάλη μιας ιδιοφυΐας που τελικά συντρίφτηκε στα βράχια της καθημερινότητας με έναν άνθρωπο που πάλευε να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι δεν είναι ιδιοφυΐα. Το υλικό ήταν καυτό και ήταν όλο κεί. Έγραψε λοιπόν το σενάριο και το έστειλε σ΄ έναν μαθητή του στο Yale (όπου ο Margulies διδάσκει θέατρο και αγγλική λογοτεχνία) και μεγάλο φαν του Wallace, τον James Ponsoldt, βραβευμένο ήδη στο φεστιβάλ του Sundance.

Ο κύκλος είχε κλείσει. Η ταινία μπήκε μπροστά. Ο πρωταγωνιστής Jason Segel – ούτε αυτός το πίστευε στην αρχή, αλλά δεν ήταν μόνον κατάλληλος, αποδείχτηκε σχεδόν ιδανικός. Ο ενσαρκωτής του Μάρσαλ, του αγαθού γίγαντα και πιστού συζύγου του sitcom «How I met your mother», μετά τον αρχικό του τρόμο στην ιδέα να υποδυθεί τον Wallace, μπήκε μέσα στην ψυχή αυτής της ταραγμένης ιδιοφυΐας με έναν μοναδικό τρόπο που θα διεκδικήσει οπωσδήποτε ένα Όσκαρ. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα βιβλία του, άκουγε τις κασέτες, έβλεπε τα βίντεο μέχρι που μια μέρα έγινε ο ήρωάς του. Φόρεσε την ξακουστή μπαντάνα για σιγουριά και ξεκίνησε τα γυρίσματα. Η ταινία δεν ήταν για τον David Foster Wallace. Έπρεπε να είναι μία ταινία σαν τον David Foster Wallace.

Η χήρα του συγγραφέα αλλά κι ο εκδότης του αντέδρασαν αρνητικά. Η αντίρρησή τους δεν είχε να κάνει με την ποιότητα της ταινίας. Το επιχείρημα ήταν ότι, και το αριστούργημα του αιώνα να γυριζόταν, ο Wallace δεν θα είχε δεχτεί ποτέ εν ζωή να δώσει την άδειά του. Ήταν γνωστό το μέγα άγχος του για την παραβίαση της ιδιωτικότητάς του, για τη στρέβλωση των λεγομένων και των σκέψεών του, για την προβολή και εν τέλει επιβολή μιας μισοψεύτικης εικόνας του. Ήθελε την ησυχία του. Ήθελε να τον ανακαλύπτεις μόνο στις σελίδες που έγραψε αυτός κι όχι σε όσα έγραψαν γι' αυτόν.

Εγώ λέω βλέποντας την ταινία πως μπορεί και να του άρεσε τελικά. Να την παρακολουθούσε με τη λαχτάρα και την περιφρόνηση με την οποία καταβρόχθιζε ενίοτε τα τηλεοπτικά σκουπίδια μόνο και μόνο γιατί αποδεικνύει τη φράση του: «Writers aren't smarter than anyone else. They're just more compelling in their stupidity, or their confusion.».

Πηγή:protagon

Πολυμέσα

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2015 10:59

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.