ενημέρωση 5:00, 18 August, 2017

Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι;

Τα μεγάλα κείμενα θέτουν απόλυτα διλήμματα, όπως «Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι». Για τον Τζορτζ Στάινερ πρόκειται για δύο διαφορετικές οπτικές του σύμπαντος, αλλά για τον ίδιο τρόπο να δοξάζει κανείς για πάντα τη λογοτεχνία, όπως αναλύει στο ομώνυμο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες

Ο Ντοστογιέφσκι γράφει για τις ταλανισμένες υπάρξεις, όπως ο πρίγκιπας Μίσκιν, τους ανθρώπους με τα δύο πρόσωπα, τις ζοφερές ιστορίες που εγκλώβισαν τις μαύρες ψυχές.  

Είναι πραγματικά συγκινητικός ο τρόπος που ο Τζορτζ Στάινερ ανεβαίνει στο πιο ψηλό σημείο για να αγναντέψει τον λογοτεχνικό κόσμο. Ίσως να μην υπάρχει κάτι που να μην μπορεί να διακρίνει, κάτι που να μη γνωρίζει αυτός ο τρομακτικά καθολικός άνθρωπος και μελετητής που με την πρώτη παρουσία του στα γράμματα αποφασίζει να ξεκαθαρίσει τους παλιούς του λογαριασμούς: τα πράγματα ή είναι απόλυτα ή δεν υπήρξαν ποτέ με τον ίδιο τρόπο που ο λογοτεχνικός κόσμος μοιράζεται ανάμεσα στον Τολστόι ή στον Ντοστογιέφσκι σχεδόν αρχετυπικά. Άλλωστε, το δίλημμα δεν είναι λογοτεχνικό, αλλά αφορά μια ολόκληρη στάση ζωής, δυο διαφορετικές οπτικές απ' όπου ο μυθιστοριογράφος στήνει τον κόσμο του και συνομιλεί με τον θεό – κι ο αναγνώστης οφείλει να τον ακολουθήσει. Παρότι υπάρχουν, όπως παραδέχεται, σημαντικοί βιβλιοκριτικοί, δεν έχουν καμιά σχέση με τον πραγματικό κριτικό λογοτεχνίας ο οποίος δεν επιτρέπεται να ασχοληθεί με τα μικρά κείμενα γιατί κάτι τέτοιο δεν συνάδει με την ίδια τη ζωή. Ο Στάινερ, αφήνοντας πίσω του τα υψιπετή λογοτεχνικά τερτίπια και την ποιητική γλώσσα των Νέων Κριτικών, με τους οποίους είχε κάποια στιγμή συμπορευτεί, καταθέτει το πρώτο του σημαντικό πόνημα ήδη το 1959, το Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι, Δοκίμιο Παλαιάς Κριτικής» (σε ακριβέστατη μετάφραση Κώστα Σπαθαράκη από τις εκδόσεις Αντίποδες), για να τονίσει πως τα μεγάλα ερωτήματα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για πειραματισμούς.

Τα σύμπαντα που ανοίγουν οι σπουδαίοι λογοτέχνες οφείλουν να ανιχνευθούν με όλα τα μέσα που έχει ο φιλόλογος στη διάθεσή του – διάνοια, συναίσθηση, ενόραση, εμμονή. Και είναι η τελευταία που τον κάνει να λέει πως σε τελευταία ανάλυση οι «οραματιστές και οι κυνηγημένοι είναι εκείνοι που κατάφεραν να γράψουν "τιτάνια" βιβλία» – και οι ακόμα πιο ερωτευμένοι με τη λογοτεχνία ή τρελοί αυτοί που καλούνται να τα αναλύσουν και να τα δουν. Στο κάτω-κάτω, όπως παραδέχεται από την πρώτη κιόλας φράση του βιβλίου, «η λογοτεχνική κριτική πρέπει να γεννιέται από ένα χρέος αγάπης».  

Το δίλημμα δεν είναι λογοτεχνικό αλλά αφορά μια ολόκληρη στάση ζωής, δυο διαφορετικές οπτικές απ' όπου ο μυθιστοριογράφος στήνει τον κόσμο του και συνομιλεί με τον θεό – κι ο αναγνώστης οφείλει να τον ακολουθήσει.

Καταρχάς, ξεκαθαρίζει πως η ρωσική δεν έχει σχέση με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Βαθιά μεταφυσική και ακροβατώντας στα δύο άκρα του συμβολικού σύμπαντος –το τραγικό και το επικό, δηλαδή την κοσμοθεωρία που εκφράζουν αντίστοιχα ο Ντοστογιέφσκι και ο Τολστόι–, έκοψε από νωρίς τις σχέσεις με τον ρεαλισμό. Το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα διεκδίκησε με αξιώσεις την κατάκτηση του περίτεχνου ύφους και της περιγραφής, αγνοώντας ωστόσο το μεταφυσικό βάθος. Αλλά το αναγνωστικό μέλημα απαιτεί άλλες προδιαγραφές:

«Ο Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι προϋποθέτουν από την πλευρά του αναγνώστη συναισθηματικές έξεις και μορφές κατανόησης που γενικότερα έχουν εκλείψει από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία κατά τα μέσα του 17ου αιώνα». Ο ρεαλιστικός περίγυρος και τα αντικείμενα του αστικού κόσμου που τόσο απασχόλησαν το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα καταστρέφονται από τη σαρωτική δύναμη της ψυχής ή, μάλλον, υπάρχουν πάντα σε σχέση με εκείνη. Στην περίπτωση του Τολστόι, η περιγραφή των αντικειμένων εμψυχώνεται από τον ανθρώπινο παράγοντα και το ανθρώπινο κλέος με τον ίδιο τρόπο που στον Όμηρο η ασπίδα του Αχιλλέα συνιστούσε ανάλογο της ψυχής του και τα άλογά του διαισθάνονταν τον θάνατό του. Ακόμα και το τρένο στην περίπτωση της Άννας Καρένινα υπάρχει από νωρίς για να προεξαγγείλει συμβολικά τον θάνατό της. Αφή, όραση, ζωτική ενέργεια, αποθέωση της φύσης, είναι τα βασικά γνωρίσματα που διέπουν τη σχεδόν σωματοποιημένη λογοτεχνία του Τολστόι που για τον Στάινερ είναι απόλυτα επική.

Εμπνέεται πάντα από τα μεγάλα: τις τεράστιες πεδιάδες και τον «φωτεινό κύκλο των εποχών που κυκλώνει τα πάντα», φτάνοντας σε ένα αποθεωτικό σημείο όπου τα πράγματα έχουν ανάλογες διαστάσεις με τα απόλυτα χρώματα (δεν είναι τυχαίο ότι ο Στάινερ επικαλείται το «Λάπις Λάζουλι» του Γέιτς) και τα υψηλά δείγματα της παραστατικής τέχνης. Οι ακριβείς περιγραφές δίνουν ζωή στα αγάλματα και αποκτούν τον σχηματισμό τους. «Ακόμα και μέσα στο μακελειό η ζωή φουσκώνει σαν κύμα», γράφει ο Στάινερ και θαρρείς πως ακούει να φυσάει ο ζείδωρος άνεμος που δικαιώνει και αποκαθιστά τις αδικίες. Ο θάνατος λούζεται στην Άννα Καρένινα με φως και το σύμπαν του Τολστόι επιβάλλει σχεδόν σε κάθε του μυθιστόρημα τη δική του θεϊκή, σχεδόν παγανιστική στα μάτια του Στάινερ, δικαιοσύνη.   Τζορτζ Στάινερ Στον αντίποδα της επικής, φωτεινής, φυσικής λογοτεχνίας που περιγράφει το τολστοϊκό σύμπαν βρίσκεται η υπόγεια, σκοτεινή και τραγική διάσταση της τέχνης του Ντοστογιέφσκι.

Αυτός είναι που τάραξε τα νερά του ορθού λόγου που διαμόρφωσαν το απέραντο αρχιπέλαγος του Τολστόι, προκαλώντας τρικυμίες αντίστοιχες με εκείνες που σήκωσαν τα σαιξπηρικά δράματα. Σε μια αναλογία που πάλι φέρνει στον νου εικόνες –κι είναι αυτή η ποιητική, εικονοπλαστική δύναμη που διαφοροποιεί τον Στάινερ από τους υπόλοιπους κριτικούς–, ο τελευταίος φαντάζεται άλλοτε τον Σαίξπηρ να συνομιλεί νοερά με τον Ντοστογιέφσκι και άλλοτε τον Δάντη να σκύβει στο αυτί του και να του ψιθυρίζει αυτούσιες σκηνές. Χωρίς υπερβολή, ο Στάινερ ζει τη γραφή, ηδονίζεται και σαν γνήσιος ρομαντικός νιώθει τον κλονισμό να φτάνει στα μύχια της ψυχής του. Τον συγκλονίζει η δαιμόνια έμπνευση που οδήγησε το χέρι του Τολστόι ή του Ντοστογιέφσκι – η ίδια που κάποτε έκανε τον Μιχαήλ Άγγελο να εμπνευστεί την Καπέλα Σιστίνα, μια έμπνευση που έφτασε να διεκδικεί την απελευθέρωση της ψυχής από το μάρμαρο. Γι' αυτό δεν πιστεύει ότι δεν μπορεί ένας κριτικός, ένας λογοτέχνης ή ένας αναγνώστης να μένει μακριά από τα δίχτυα του θαυμασμού, του δέους και της πίστης.

Ο Στάινερ ακολουθεί πιστά τον Ντοστογιέφσκι και νιώθει τα βήματά του καθώς αυτός προσπερνάει με «ηγεμονική» αδιαφορία τις «απιθανότητες της σύμπτωσης», αυτές τις ασήμαντες λεπτομέρειες της δράσης, βαδίζοντας προς το λαμπρό φως που παράγει η σύγκρουση. Αναρωτιέται πώς ο ίδιος δεν φοβάται: κατεβαίνει στα υπόγεια και βουλιάζει στο σκοτάδι που είχε εμπνευστεί από τα γοτθικά μυθιστορήματα. Η ώρα της φρικιαστικής διάρκειας, το γοτθικό δηλαδή στοιχείο, υπάρχει στις τρομακτικές σκηνές του ντοστογιεφσκικού σύμπαντος και αφορμάται από τις επιταγές του ρομαντικού μελοδράματος και τα εγκλήματα στις εφημερίδες που διάβαζε από μικρός.

Τζωρτζ Σταϊνερ, Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι. Εκδόσεις Αντίποδες Τυλιγμένος με τα πέπλα της νύχτας και αντέχοντας στις κακουχίες –«επτάψυχη γάτα» τον χαρακτηρίζει κάπου ο Στάινερ–, ο Ντοστογιέφσκι γράφει για τις ταλανισμένες υπάρξεις, όπως ο πρίγκιπας Μίσκιν, τους ανθρώπους με τα δύο πρόσωπα, τις ζοφερές ιστορίες που εγκλώβισαν τις μαύρες ψυχές. Αλλού ο Σταυρόγκιν δαγκώνει το αυτί του κυβερνήτη και ο Κυρίλοφ το αυτί του Πέτρο Στεπάνοβιτς.

Αλλού σκοτώνονται και αλλού βασανίζονται από τους εφιάλτες. Η τρέλα φωλιάζει στην ψυχή και βάζει φωτιά στη φαντασία με τον ίδιο τρόπο που «όταν εκρήγνυται η ανθρώπινη φωνή, βγαίνει στην επιφάνεια σαν μια κραυγή που επαναλαμβάνεται δέκα φορές. Το τρελό "τώρα" του Κυρίλοφ είναι το αντίστοιχο του "ποτέ" που επαναλαμβάνει πέντε φορές ο Ληρ. Στην περίπτωση του Ληρ το πνεύμα ενός ανθρώπου αρνείται τον αφανισμό και γραπώνεται από μια λέξη, σαν να ήταν αυτή οι πύλες της ζωής: στην άλλη το πνεύμα ενός ανθρώπου αγκαλιάζει το σκοτάδι». Ίσως, πάλι, να επιτρέπεται η «έλευση της τρέλας και του κακού εξαιτίας του εκτροχιασμού της αγάπης».

Κι αυτό ο Ντοστογιέφσκι το κάνει με έναν μύχιο τρόπο που για τον Στάινερ κανείς μετρημένος Ευρωπαίος ποτέ δεν κατάλαβε. Το μεταφυσικό σύστημα που συγκλόνισε τον Τολστόι ή τον Ντοστογιέφσκι προσιδιάζει περισσότερο στους Αμερικανούς –κυρίως στους Μέλβιλ, Κόνραντ και Χόθορν–, καθώς κι εκείνοι βασανίστηκαν από τα απέραντα βάθη του ανεξιχνίαστου κόσμου τους και την έλλειψη αστικής τάξης. Η μικροκοινωνία και τα ιδιωτικά σύμπαντα δεν τους αφορούσαν. «Πουθενά αλλού στη λογοτεχνία δεν έφτασε ο 19ος αιώνας τόσο κοντά στη μεγάλη τραγική σύλληψη της εμπειρίας: μόνο στον Μόμπι Ντικ και στους Αδελφούς Καραμάζοφ. Όμως το φως των δυο έργων διαφέρει ποιοτικά και ποσοτικά. Πρόκειται για τη διαφορά που θα εντοπίζαμε, για παράδειγμα, ανάμεσα στο έργο του Ουέμπστερ και τα επιτεύγματα του Σαίξπηρ».

Ήταν τόσο παραπάνω φλογερή στο άγγιγμά της, που θα μπορούσε να κάψει τα περίτεχνα χέρια του Φλωμπέρ, και δεκτική στα οριακά ανοσιουργήματα, αλλά με σεβασμό στους χαρακτήρες – και όχι εκδικητική απάθεια, όπως συνέβη με τον Προυστ. Εδώ η λογοτεχνία δεν αστειεύεται, ούτε υπάρχει σε σχέση με κάτι: συνομιλεί απευθείας με τον θεό –στην περίπτωση του Τολστόι ο Στάινερ διατείνεται ότι φτάνει και να τον αγνοεί–, κατακτώντας το φάσμα του Απόλυτου και της Αχρονικότητας. Άλλωστε ο ήλιος καίει όταν το κοιτάξεις κατάματα, η θάλασσα είναι άκαρδη, τα πάθη σκοτώνουν και δεν υπάρχει κανένα άλλο μέρος να καταφύγεις παρά η λογοτεχνία.

Πηγή:lifo

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 17 Ιουλίου 2017 08:35
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Γλυκά νερά

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.