Το πόσο θα αυξηθεί το κόστος ενέργειας δεν είναι νομοτέλεια, αλλά πολιτική επιλογή – εργαλεία υπάρχουν, πολιτική βούληση δεν υπάρχει
Σε πείσμα της κυβερνητικής ρητορικής δεν είναι νομοτελειακό να φορτωθούν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις όλο το κόστος της ενεργειακής κρίσης
Η ελληνική οικονομία, όπως και η ευρωπαϊκή, είναι αντιμέτωπη με μια νέα ενεργειακή κρίση. Εάν δεν υπάρξουν σημαντικές θετικές εξελίξεις στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής, είναι σαφές ότι θα συνεχιστεί η ανοδική πίεση στις τιμές των καυσίμων και ειδικά του φυσικού αερίου. Προσθέστε σε αυτό και τις εξελίξεις στον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου το τελευταίο διάστημα η ουκρανική πλευρά στοχοποιεί πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στη Ρωσία και ιδίως διυλιστήρια προκαλώντας εκτός των άλλων και μεγάλη αναστάτωση στην παγκόσμια αγορά ντίζελ, ενός καυσίμου που είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την παγκόσμια οικονομία, καθώς αυτό κινεί φορτηγά και λεωφορεία, τρακτέρ και αγροτικά μηχανήματα, αλλά και αρκετά συστήματα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Όλα αυτά σημαίνουν μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά, που θα κληθούν να πληρώσουν ακριβότερα καύσιμα αλλά και ακριβότερους λογαριασμούς ηλεκτρικού και θέρμανσης, καθώς και για τις επιχειρήσεις που θα δουν να αυξάνεται το κόστος παραγωγής τους – κάτι που στο τέλος θα μεταφερθεί επίσης ως κόστος στα νοικοκυριά.
Συνήθως αυτό γίνεται με την επίκληση μιας σειράς δικαιολογιών που κατά την κυβέρνηση διαμορφώνουν μια συνθήκη αναπόδραστη όπου λίγα μπορούν να γίνουν. Από τη μια γιατί υποτίθεται ότι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη απαγορεύει αρκετές παρεμβάσεις στην αγορά, από την άλλη γιατί η χώρα μας δεν έχει τον δημοσιονομικό χώρο για μεγάλες παρεμβάσεις και πρέπει να αποφύγουμε να γίνουμε ξανά «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης, για να χρησιμοποιήσω άλλη μια από τις αγαπημένες φράσεις του πρωθυπουργού.
Βεβαίως, όπως συμβαίνει συχνά με την κυβέρνηση, όσο πιο απόλυτη δείχνει να είναι για κάτι, τόσο περισσότερο την διαψεύδει η πραγματικότητα.
Και αυτό γιατί πια υπάρχουν εκτεταμένα εργαλεία που μπορούν να αξιοποιηθούν για να μην μετατραπεί η ενεργειακή κρίση σε οικονομική και κοινωνική, εργαλεία τα οποία τα χρησιμοποιούν άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Προφανώς και μπορεί κανείς να συζητήσει ποια μέτρα θα πρέπει να προκριθούν, ποιος συνδυασμός μέσων είναι ο καλύτερος, τι πρέπει να γίνει άμεσα και τι εάν τα πράγματα χειροτερέψουν. Όμως, αυτό που είναι εκτός συζήτησης είναι η λογική ότι κάθε μέτρο εκτός αυτών που αποφάσισε η κυβέρνηση θα φέρει την οικονομική καταστροφή και θα υποχρεώσει την ΕΕ να αντιμετωπίσει την Ελλάδα ως «παραβατική».
Το ζήτημα επομένως αφορά το εάν υπάρχει πολιτική βούληση να ληφθούν μέτρα. Και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν καμία τέτοια βούληση, ακριβώς γιατί η πραγματική πολιτική της βούληση είναι άλλη και προκρίνει το να διατηρηθεί η δυνατότητα ορισμένοι συγκεκριμένοι κλάδοι, που έχουν υπερκέρδη όποτε έχουμε ενεργειακή κρίση, να έχουν αυξημένη κερδοφορία. Διότι κατά την κυβέρνηση η «διεθνής ανταγωνιστικότητα» του κλάδου θα πληττόταν από μια επιβάρυνση. Βεβαίως, η πραγματικότητα είναι ότι ένα κλάδος που έχει υπερκέρδη ακριβώς εξαιτίας της αύξησης των τιμών των προϊόντων που επεξεργάζεται μια χαρά θα συνεχίσει να είναι ανταγωνιστικός και κερδοφόρος ακόμη και εάν μέρος των κερδών μετατραπεί σε στήριξη της κοινωνίας.
Όσο για τη διαρκή κυβερνητική επίκληση ότι δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, εδώ έχουμε μια αντίφαση με τους ίδιους τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς ότι αυτή τη στιγμή έχουμε υπεραπόδοση σε σχέση με τα δημόσια έσοδα, μια υπεραπόδοση που σαφώς αφήνει περιθώρια για μέτρα που θα ανακούφιζαν την κοινωνία. Κάτι που σημαίνει ότι δεν θα είχαμε δημοσιονομική αποσταθεροποίηση. Όμως, φαίνεται ότι για την κυβέρνηση είναι πιο σημαντικό να δίνει την εικόνα ότι είναι η πιο πετυχημένη στα μέτρα λιτότητας και στα πλεονάσματα, ίσως και γιατί αυτό να ανεβάζει τις μετοχές του πρωθυπουργού σε μια μελλοντική διεκδίκηση κάποιας ηγετικής θέσης σε «ευρωπαϊκό θεσμό», παρά η άμεση λήψη στοχευμένων μέτρων που θα αποτρέψουν μια ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση μιας ήδη οξυμένης κρίσης κόστους ζωής. Κάτι που εξηγεί γιατί όλο και περισσότεροι οι ψηφοφόροι της γυρνούν την πλάτη, δημοσκοπικά και όχι μόνο…
Πηγή: in
