ενημέρωση 6:38, 21 July, 2026

Το τραγούδι που δεν ακούσαμε στη συναυλία των Cure και μια φράση που δεν έγραψε ποτέ ο Αλμπέρ Καμί

του Άρη Χατζηστεφάνου 

«Κοιτάζω μέσα από την κάννη τον Άραβα στο έδαφος για να δω το ανοιχτό του στόμα, αλλά δεν ακούω κανέναν ήχο. Είμαι ζωντανός. Είμαι νεκρός. Είμαι ο Ξένος, που σκοτώνει έναν Άραβα».

Αυτή την εβδομάδα δεν άκουσα το τραγούδι «Killing an Arab» στη μεγάλη συναυλία των Cure στην Αθήνα. Το άκουσα όμως σε έναν θερινό κινηματογράφο να συνοδεύει την ταινία «Ο ξένος» του Φρανσουά Οζόν.

Το συγκρότημα, εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, αντιμετωπίζει κατηγορίες περί ρατσισμού για τον τίτλο του τραγουδιού, από ανθρώπους που όπως λέει και ο τραγουδιστής Ρόμπερτ Σμιθ, δεν γνωρίζουν ότι στηρίζεται στο βιβλίο του Αλμπέρ Καμί – την ιστορία ενός Γάλλου στην αποικιακή Αλγερία, ο οποίος αφού κηδεύει τη μητέρα του χωρίς ούτε ένα δάκρυ, σκοτώνει έναν Άραβα δίχως να αισθανθεί τίποτα. «Έτυχε», έλεγε ο Σμιθ σε μια από τις πολλές δημόσιες απολογίες του, «ο βασικός ήρωας του βιβλίου να σκοτώσει έναν Άραβα, αλλά θα μπορούσε να είχε σκοτώσει έναν Σκανδιναβό ή έναν Άγγλο τυπάκο».

Αντίθετα από τους Cure, ο σκηνοθέτης της ταινίας, Φρανσουά Οζόν δέχτηκε επαίνους γιατί έμεινε τόσο πιστός στο κείμενο του Καμί. Το οποίο είναι ψέμα. Ο Οζόν παραβίασε τον πρωταρχικό «νόμο» του βιβλίου, ότι ο Άραβας έπρεπε να μείνει ανώνυμος. Συνεχίζοντας μάλιστα την ιεροσυλία, έδωσε τον λόγο στην αδερφή του θύματος για να πει ίσως την εμβληματικότερη φράση της ταινίας: «Κανένας δεν ενδιαφέρεται για τον αδερφό μου. Είναι Άραβας. Το μόνο που μετράει είστε εσείς οι Γάλλοι και η μητέρα του».

Η παρέμβαση του Οζόν στο εμβληματικό μυθιστόρημα δεν είναι τυχαία. Στηρίζεται στο βραβευμένο βιβλίο «Μερσώ, ο άλλος Ξένος» (Εκδόσεις Πατάκη) του Αλγερινού συγγραφέα και δημοσιογράφου Καμέλ Νταούντ, ο οποίος αφηγείται την ιστορία της δολοφονίας από την οπτική του αδερφού του θύματος – και με τη γαλλική αποικιοκρατία στο προσκήνιο της ιστορίας.

Τα λογοτεχνικά και κυρίως πολιτικά βήματα του Νταούντ είχε ακολουθήσει και η Παλαιστίνια συγγραφέας Αντάνια Σίμπλι στο βιβλίο της «Ασήμαντη λεπτομέρεια» (εκδόσεις «Πλήθος»). Στο πρώτο μέρος του βιβλίου της, περιγράφει τον ομαδικό βιασμό και τη δολοφονία μιας (ανώνυμης) νεαρής Παλαιστίνιας από Ισραηλινούς στρατιώτες το 1949, μόλις έναν χρόνο μετά την εθνοκάθαρση της Νάκμπα. Στο δεύτερο μέρος, μια άλλη Παλαιστίνια αποφασίζει να διερευνήσει την υπόθεση, ύστερα από χρόνια, αναζητώντας την ταυτότητα του θύματος, αλλά και των δραστών.

Ο λευκός δολοφόνος ως θύμα

Όλες αυτές οι λογοτεχνικές προσεγγίσεις (συμπεριλαμβανομένου του «Ξένου» του Καμί) περιλαμβάνουν μια κυρίαρχη πολιτική αλήθεια: ο λευκός άνδρας δράστης δεν κρίνεται ποτέ για το έγκλημά του (καθώς ο θάνατος ενός ανώνυμου Άραβα είναι ολοκληρωτικά αδιάφορος στο κοινό της Δύσης), αλλά για το αν και κατά πόσο αισθάνεται τύψεις για τις πράξεις του και βιώνει ένα τραύμα από αυτές. Αν δεν αισθάνεται τίποτα, όπως στην περίπτωση του Μαρσό, του κεντρικού ήρωα του Καμί, είναι ένοχος και του αξίζει η πιο σκληρή τιμωρία. Αν όμως δηλώνει ότι τον κυνηγούν οι Ερινύες για την πράξη του, όχι μόνο αθωώνεται στα μάτια ημών των Δυτικών, αλλά αυτομάτως μεταπηδά από τη θέση του δράστη σε αυτή του θύματος.

Μια τέτοια διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη τους τελευταίους μήνες, καθώς πληθαίνουν τα δημοσιεύματα (κυρίως από φιλελεύθερα ΜΜΕ στο Ισραήλ), που περιγράφουν τις Διαταραχές Μετατραυματικού Στρες (PTSD) των στρατιωτών του IDF, οι οποίοι αναπτύχθηκαν στη Γάζα μετά την 7η Οκτωβρίου του 2023.

«Το Ισραήλ υποφέρει από μια εθνική ψυχική κρίση λόγω του πολέμου», εξηγούσε η «Χααρέτζ» αναφερόμενη στην τρομακτική αύξηση περιστατικών αγχώδους διαταραχής, αϋπνίας, ενδοοικογενειακής βίας, αυτοκτονιών, αλλά ακόμα και τροχαίων δυστυχημάτων. «Ένας στους τέσσερις Ισραηλινούς κάνει χρήση σκληρών ναρκωτικών» μετά το 2023, εξηγούσε πιο πρόσφατα η ίδια εφημερίδα, σημειώνοντας ότι μεταξύ όσων αντιμετωπίζουν PTSD το ποσοστό της εξάρτησης φτάνει το 54,2%.

Οι Ισραηλινοί δράστες της γενοκτονίας παρουσιάζονται σαν θύματα λόγω της πίεσης που αισθάνθηκαν όταν σκότωναν γυναίκες και βρέφη και βίαζαν πολιτικούς κρατουμένους

Ως επιβεβαίωση αυτής της «εθνικής ψυχικής κρίσης», την περασμένη εβδομάδα, η Κνεσέτ πέρασε νόμο που αναγνωρίζει ότι 50.000 στρατιώτες αποτελούν «επιζώντες πολεμικού τραύματος». Επιζώντες.

Όπως έχει εξηγήσει η καθηγήτρια Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο London School of Economics Λίλυ Χουλιαράκη, «σε ιστορικά άνισες και ψηφιοποιημένες κοινωνίες όπως οι δικές μας στη Δύση […] ο πόνος του ισχυρού, κυρίως δηλαδή ο πόνος του λευκού άντρα […] καταλήγει να έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Σε αυτή την περίπτωση, η προβολή της θυματοποίησής του δεν αποτελεί μειονέκτημα, αλλά προνόμιο». Στο βίβλιο της «Wronged: The Weaponization of Victimhood» (Columbia University Press), η Χουλιαράκη σημειώνει ότι σε αυτή τη διαδικασία η «πολιτική προσωποποιείται, η δικαιοσύνη αποπολιτικοποιείται» και τελικά ενισχύεται ο ισχυρός.

Στην περίπτωση του Ισραήλ, οι δράστες μιας γενοκτονίας παρουσιάζονται σαν τα θύματα λόγω της ψυχολογικής πίεσης που αισθάνθηκαν, επειδή σκότωναν γυναίκες και βρέφη και βίαζαν πολιτικούς κρατούμενους. Τη στιγμή που εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ αναφέρουν ότι κάθε Ισραηλινός στρατιώτης που υπηρέτησε στη Γάζα πρέπει να θεωρείται εν δυνάμει εγκληματίας πολέμου, η κυρίαρχη αφήγηση των ΜΜΕ είναι ότι αποτελεί εν δυνάμει το θύμα αυτής της διαδικασίας.

‘Οσο για τους πολύ αγαπητούς μας Cure… ‘Οχι, κύριε Ρόμπερτ Σμιθ, το θύμα του Αλμπέρ Καμί δεν θα μπορούσε να είναι ένας Σκανδιναβός ή ένας ‘Αγγλος τυπάκος. ‘Ηταν και παραμένει ένας ανώνυμος ‘Αραβας σε μια αποικία λευκών.

Πηγή: infowar

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ζυμαρικά με τραγανά κολοκυθάκια και προβολόνε (Pasta alla Nerano)

Πιάτο απίθανης νοστιμιάς, από το Νεράνο, που πρόσφατα έγινε viral. Το ενδιαφέρον «τρικ» είναι πως η σάλτσα των ζυμαρικών γίνεται από τηγανητά, «λιωμένα» κολοκυθάκια.

Συνταγή από το «μεγαλείο που λέγεται Καμπανία», λέει χαρακτηριστικά ο Χριστόφορος Πέσκιας για να περιγράψει αυτό το απίθανης νοστιμιάς πιάτο που μας ετοίμασε. Η ιστορία της συνταγής έχει ενδιαφέρον: Λέγεται πως την εμπνεύστηκε τη δεκαετία του 1950 η Maria Grazia, μια εστιάτορας στο χωριό Nεράνο στη χερσόνησο του Σορέντο, στην Καμπανία. Είναι μεν μια απλή, καθημερινή συνταγή, αλλά εξαιρετικά νόστιμη, που απέκτησε ξαφνικά παγκόσμια φήμη, όταν την παρουσίασε με ενθουσιασμό ο αγαπημένος Stanley Tucci στη γαστρονομική τηλεοπτική σειρά Searching for Italy, τιμώντας τη χώρα καταγωγής του. Πρόκειται λοιπόν για μια σπαγκετάδα με τραγανά τηγανητά κολοκυθάκια, ολόκληρα και σε πουρέ, τυρί Provolone και βασιλικό. Υλικά λίγα και απλά σε μια αυθεντική συνταγή της ιταλιάνικης cucina povera.

40' προετοιμασία
15' μαγείρεμα

Υλικά

Μερίδες: 6
 
 500 γρ. σπαγγέτι
 800 γρ. μικρά κολοκυθάκια, κομμένα σε πολύ λεπτές στρογγυλές φέτες
 2 σκελίδες σκόρδο, λιωμένες
50-200 γρ. τυρί προβολόνε ή μετσοβόνε ή κασκαβάλι ή πικάντικο κασέρι*
 30-40 γρ. βούτυρο αγελαδινό (προαιρετικά)
 25 γρ. φύλλα βασιλικού
 40 ml ελαιόλαδο + μπόλικο επιπλέον, για το τηγάνισμα
 αλάτι, φρεσκοτριμμένο πιπέρι

επι το έργον

  1. Για να φτιάξουμε ζυμαρικά με τραγανά κολοκυθάκια και προβολόνε, ξεκινάμε ζεσταίνοντας σε ένα μεγάλο και βαθύ τηγάνι άφθονο ελαιόλαδο σε δυνατή φωτιά, μέχρι να κάψει.
  2. Ρίχνουμε τα κολοκυθάκια σε μικρές δόσεις και τηγανίζουμε για 4-5 λεπτά κάθε δόση, μέχρι να ροδίσουν και να γίνουν τραγανά (τα κολοκυθάκια πρέπει να κολυμπάνε στο λάδι, γι’ αυτό είναι σημαντικό να τα τηγανίσουμε λίγα λίγα κάθε φορά).
  3. Κάθε δόση που ροδίζει τη βγάζουμε με τρυπητή κουτάλα και την αφήνουμε να στραγγίξει καλά σε χαρτί κουζίνας.
  4. Ρίχνουμε το 1/3 της ποσότητας σε ένα μπολ και τη λιώνουμε όσο καλύτερα μπορούμε με ένα πιρούνι, δίχως απαραίτητα να γίνει λείος ο πουρές. Αφήνουμε στην άκρη.
  5. Βράζουμε τα σπαγκέτι σε άφθονο αλατισμένο νερό που κοχλάζει, για 3 λεπτά λιγότερο από τον χρόνο που αναγράφεται στη συσκευασία τους. Τα στραγγίζουμε και τα κρατάμε στην άκρη. Κρατάμε ξεχωριστά και 100 ml από το νερό τους.
  6. Στην ίδια κατσαρόλα, άδεια πλέον, ζεσταίνουμε τα 40 ml ελαιόλαδο σε δυνατή φωτιά.
  7. Σοτάρουμε το σκόρδο για 1 λεπτό το πολύ, ρίχνουμε το νερό από το βράσιμο των ζυμαρικών που κρατήσαμε στην άκρη και τα λιωμένα κολοκυθάκια.
  8. Ανακατεύουμε αμέσως και γρήγορα, ρίχνουμε τα στραγγισμένα ζυμαρικά και μαγειρεύουμε για 1 λεπτό, ανακατεύοντας συνεχώς.
  9. Προσθέτουμε το τυρί και το βούτυρο (αν το χρησιμοποιήσουμε) και απομακρύνουμε αμέσως από τη φωτιά.
  10. Ανακατεύουμε πολύ καλά, μέχρι να λιώσουν τα δύο τελευταία υλικά, και προσθέτουμε τα υπόλοιπα κολοκυθάκια και τον βασιλικό. Ανακατεύουμε προσεκτικά για να μη λιώσουμε τα κολοκυθάκια, αλατοπιπερώνουμε και σερβίρουμε αμέσως.

Μυστικά

Το ιδανικό τυρί για τη συνταγή είναι το Provolone del Monaco, ένα ιδιαίτερο τυρί ΠΟΠ από το Σορέντο, με ιστορία από τον 18ο αιώνα, που παρασκευάζεται από απαστερίωτο αγελαδινό γάλα, μέρος του οποίου προέρχεται από αγελάδες της φυλής Aregola που εκτρέφονται μόνο στην Καμπανία. Είναι κίτρινο, σκληρό τυρί, διαφορετικό από το απλό προβολόνε, και παρασκευάζεται υπό αυστηρό έλεγχο, αποκλειστικά με τη μέθοδο caciocavallo, δηλαδή όπως η μοτσαρέλα, ενώ ωριμάζει έως και 18 μήνες. Το όνομά του (προβολόνε του μοναχού) το έλαβε από την εμφάνιση των βοσκών που το πωλούσαν, οι οποίοι, για να προστατευτούν από το κρύο, φορούσαν φαρδιές κάπες με μεγάλη κουκούλα που τους έκαναν να μοιάζουν με καθολικούς μοναχούς. Στην Ελλάδα θα δυσκολευτούμε να το βρούμε, επομένως θα ετοιμάσουμε το πιάτο με απλό προβολόνε ή ακόμα καλύτερα με μετσοβόνε, κασκαβάλι ή πικάντικο κασέρι, που θα δώσουν τον δικό τους χαρακτήρα.

Μια ταινία για τη ζωή στις οάσεις της Αραβίας

Στο μικρού μήκους φιλμ «A letter to my grandfather», η σκηνοθέτιδα Ραζάν Αλσογκάιερ επιδιώκει να αποτυπώσει την εμπειρία του τυφλού παππού της.

Η Ραζάν Αλσογκάιερ αποτυπώνει τα αντικείμενα και τα τοπία που συνδέονται με τη μνήμη του τυφλού παππού της στην ταινία μικρού μήκους «A letter to my grandfather». Γυρισμένη σε φιλμ, μας προσκαλεί σε ένα ταξίδι μέσα από την πλούσια εικονογραφία της Σαουδικής Αραβίας στην πατρίδα της Αλσογκάιερ, την όαση Αλ-Αχσά. 

Πηγή: NOWNESS

Πού στοχεύει το «Chinagate» του Τραμπ;

Ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του την Πέμπτη, ισχυρίστηκε ότι η Κίνα χάκαρε τα εκλογικά αρχεία των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να αποκτήσει «220 εκατομμύρια φακέλους Αμερικανών ψηφοφόρων», στερώντας του τη νίκη στις εκλογές του 2020. Η ομιλία, που μεγάλα φιλελεύθερα τηλεοπτικά δίκτυα επέλεξαν να μην καλύψουν, επαναφέρει τους γνωστούς ισχυρισμούς του Αμερικανού προέδρου για νοθεία στις εκλογές του 2020, αυτή τη φορά ακολουθώντας τη συνταγή των εκλογικών αντιπάλων του, δηλαδή τη νεοψυχροπολεμικού τύπου επίκληση ξένου δάκτυλου.

Συγκεκριμένα, ο Τραμπ ισχυρίζεται πώς η Κίνα απέκτησε τα προσωπικά δεδομένα 220 εκατομμυρίων Αμερικανών ψηφοφόρων, που υποτίθεται πως περιλαμβάνουν ονόματα, διευθύνσεις, αριθμούς τηλεφώνου και πολιτικές πεποιθήσεις κατά τη διάρκεια των εκλογών του 2020, κάνοντας λόγο για τη μεγαλύτερη διαρροή πληροφοριών ψηφοφόρων των ΗΠΑ στην ιστορία. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ γνώριζαν για αυτήν την παραβίαση σε τουλάχιστον 18 πολιτείες και την κράτησαν κρυφή από τον πρόεδρο και το Κογκρέσο.

Οι καταγγελίες, που συνοδεύονται από την απελευθέρωση αποχαρακτηρισμένων αρχείων με τον τίτλο «Ακεραιότητα των εκλογών», υποτίθεται πως προσφέρουν στοιχεία ότι η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα και … η Βενεζουέλα παρεμβαίνουν ή μπορούν να παρέμβουν στις εκλογές των ΗΠΑ.

Eνδεικτικά, ένα από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα που δημοσίευσε ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι, στις αρχές του 2022, ένας Κινέζος είχε κατεβάσει πληροφορίες ψηφοφόρων πολιτειών από το 2013 έως το 2021, οι οποίες ήταν διαθέσιμες σε εμπορικούς ιστότοπους των ΗΠΑ. Το υπόμνημα κάνει λόγο για «ενδιαφέρον» της Κίνας για τις αμερικανικές εκλογές, σημειώνοντας πως αυτά τα δεδομένα, «θεωρητικά», λέει το υπόμνημα, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για «επιχειρήσεις επηρεασμού των εκλογών», παραδεχόμενο ότι το πραγματικό κίνητρο ήταν «άγνωστο». Άλλωστε, ειδικοί στις ΗΠΑ σημειώνουν, πως πρόκειται για δημόσια διαθέσιμα δεδομένα.

Ένα άλλο αποχαρακτηρισμένο υπόμνημα, αυτή τη φορά από το Εθνικό Συμβουλίο Πληροφοριών του Ιανουαρίου 2020, ανέφερε ότι η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα, καθώς και άλλες μη κρατικοί παράγοντες, «έχουν την ικανότητα να θέσουν σε κίνδυνο την εκλογική υποδομή των ΗΠΑ για τις προεδρικές εκλογές του 2020». Το αρχείο απλώς σημειώνει πως βάσεις εγγραφής ψηφοφόρων, τα και οι επίσημοι ιστότοποι των εκλογών «είναι πιο ευάλωτα στην εκμετάλλευση, προσθέτοντας ότι αυτό θα μπορούσε να «διαταράξει τις εκλογικές διαδικασίες» εάν γινόταν πρόσβαση σε τέτοια συστήματα. Ωστόσο, το ίδιο υπόμνημα ανέφερε ότι αυτά τα συστήματα «θα ήταν δύσκολο να χειραγωγηθούν σε αρκετά μεγάλη κλίμακα ώστε να αλλάξουν το αποτέλεσμα των εκλογών».

Αλλού αναφέρεται μια έκθεση του FBI του Σεπτέμβριου του 2020, που ισχυρίζεται ότι η κινεζική κυβέρνηση σχεδίαζε να κατασκευάσει πλαστές άδειες οδήγησης των ΗΠΑ και να τις χρησιμοποιήσει για να δημιουργήσει δεκάδες χιλιάδες ψήφους μέσω ταχυδρομείου. Ο ισχυρισμός προέρχεται από φερόμενη επαφή της κινεζικής κυβέρνησης, και όπως προκύπτει από τα έγγραφα, αμφισβητήθηκε από το ίδιο το FBI ως προς την αξιοπιστία του, με αποτέλεσμα η έκθεση να μην επανεκδοθεί.

Στην πιο περίεργη μεταξύ των καταγγελιών, ο Αμερικανός πρόεδρος επικαλείται έκθεση της CIA, που υποστηρίζει πως αξιωματούχοι της Βενεζουέλας ανέπτυξαν την ικανότητα να χειραγωγούν τα ηλεκτρονικά συστήματα ψηφοφορίας στις δικές τους εκλογές, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται κάποια σύνδεση με τις εκλογές στις ΗΠΑ. Μάλιστα, η έκθεση παραδέχεται ότι δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει ούτε καν νοθεία στις εκλογές της Βενεζουέλας, οι οποίες αξίζει να σημειωθεί πως διαθέτουν διπλό σύστημα  επικύρωσης της ψήφου, ψηφιακό και αναλογικό.

Στη τελευταία περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ανακύκλωση ισχυρισμών ακροδεξιών υποστηρικτών του Τραμπ από το 2020, ότι η σοσιαλιστική κυβέρνηση της Βενεζουέλας νόθεψε ψήφους στις ΗΠΑ μέσω της εταιρείας λογισμικού εκλογών Smartmatic. Σύμφωνα με την παραπάνω αφήγηση, η εταίρεία ελέγχεται από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Καράκας (ή από την «οργάνωση ANTIFA»), παρότι η Smartmatic είχε πρωταγωνιστήσει με την εκστρατεία απονομιμοποίησης των εκλογών στην Βενεζουέλα από την Ουάσινγκτον, αλλά και του ότι το λογισμικό της χρησιμοποιήθηκε σε μία μόλις κομητεία των ΗΠΑ.

Με αλλα λόγια, οι πολυαναμενόμενες «αποκαλύψεις» του Τραμπ  αφορούν εσωτερικές ανησυχίες των ΗΠΑ, ως προς την ευαλωτότητα του εκλογικού τους συστήματος, αλλά κανένα στοιχείο για παρέμβαση ξένων δυνάμεων στις εκλογές του 2020 ή οποτεδήποτε. Όπως είναι λογικό, οι καταγγελίες αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία από μεγάλα φιλελεύθερα ΜΜΕ στις ΗΠΑ, που επέλεξαν να μην καλύψουν την ομιλία του Τραμπ, με αποτέλεσμα ο πρόεδρος των ΗΠΑ να τα κατηγορήσει για συγκάλυψη, απειλώντας με ανάκληση των αδειών τους. Τα ίδια ΜΜΕ δεν είχαν δείξει, βέβαια, την ανάλογη καχυποψία απέναντι στους ισχυρισμούς ότι η Ρωσία παρενέβη στις εκλογές του 2016 με στόχο να σαμποτάρει τη Χίλαρυ Κλίντον και να ενισχύσει τον Τραμπ, αλλά συμμετείχαν στο νεομακαρθικό ντελίριο των Δημοκρατικών, παρότι η έρευνα για το λεγόμενο «Russiagate» διήρκεσε δύο χρόνια και κόστισε εκατομμύρια δολάρια χωρίς να καταλήξει κάπου.

Αυτό που μένει να ερμηνευτεί είναι γιατί ο Τραμπ επιλέγει να αντιγράψει τους εκλογικούς του αντιπάλους του, επικαλούμενος τις αφηγήσεις περί ξένης παρέμβασης στις εκλογές των ΗΠΑ. Ενδεχομένως, η κυβέρνησή του ανησυχεί για τις εκλογικές επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η άγρια καταστολή του ICE και ο αποτυχημένος πόλεμος κατά του Ιράν, που έχει προκαλέσει άνοδο των τιμών ενέργειας.

Η επίκληση ξένης παρέμβασης βοηθάει τους Ρεπουμπλικάνους να προωθήσουν το νομοσχέδιο εκλογικής μεταρρύθμισης, το γνωστό ως SAVE Act (Safeguard American Voter Eligibility Act), που επικρίνεται πως μπορεί να στερήσει το δικαίωμα ψήφου σε εκατομμύρια Αμερικανούς πολίτες, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση αναντιστοιχίας του ονόματος με το πιστοποιητικό γέννησης σε γυναίκες που έχουν υιοθετήσει το επίθετο του συζύγου τους ή σε τρανς άτομα, ή όπως σε όσους δεν έχουν την ταυτότητα ψηφοφόρου που έχει εκδοθεί από την κυβέρνηση, πολλοί από τους οποίους είναι Αφροαμερικάνοι και Λατινοαμερικάνοι.

Άλλωστε, όπως γνωρίζουμε από την εποχή του μακαρθισμού, η επίκληση ξένης παρέμβασης λειτουργεί ως το τέλειο πρόσχημα για την καταστολή της διαφωνίας, ιδιαίτερα στις πολεμικές συνθήκες της εποχής μας. Επιπλέον, θα μπορούσε να συσπειρώσει τη βάση MAGA, την οποία ο Τραμπ θυσίασε υπέρ των πιο ακραίων φονταμενταλιστών του ισραηλινού λόμπι, καθώς πρόκειται για ψηφοφόρους που -παρότι επικρίνουν τον πόλεμο στην Ουκρανία και εσχάτως τον πόλεμο στο Ιράν- έλκονται από την νεοψυχροπολεμική προπαγάνδα κατά της Κίνας, τον αντικομμουνισμό και την αποστροφή στις μειονότητες.

Ωστόσο, ο ανανεωμένος νεομακαρθισμός μπορεί να έχει και ανάποδα αποτελέσματα. Αφενός δεν είναι βέβαιο πως θα πείσει γενικώς του MAGA ψηφοφόρους, που είχαν συνηθίσει να αποδομούν αντίστοιχα αφηγήματα την περίοδο του «Russiagate». Αφερέρου, έκανε το λάθος να βάλει στο ίδιο κάδρο την Ρωσία, την Κίνα, την Κορέα και το Ιράν, κάτι που φανερώνει την αποτυχία της προηγούμενης προσπάθειάς του Τραμπ να διεμβολίσει τη συνεργασία των αντιπάλων των ΗΠΑ.

Ήδη η ρωσική κυβέρνηση, την οποία ο Τραμπ στην αρχή της θητείας ήλπιζε να επαναπροσεγγίζει ώστε να διασπάσει την σινορωσική συνεργασία, διαπιστώνει πως όσο έκεινη διαπραγματεύεται με τις ΗΠΑ για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο Τραμπ υιοθετεί τις πολιτικές των προκατόχων του, τόσο εξοπλίζοντας το Κίεβο, όσο και ανακυκλώνοντας τις κατηγορίες περί ξένης ανάμειξης στις εκλογές των ΗΠΑ. Το Κρεμλίνο απάντησε, κάνοντας λόγο για ανυπόστατες, αβάσιμες κατηγορίες, επαναλαμβάνοντας πως δεν έχει ποτέ παρέμβει σε εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών.

Αντίστοιχη διάψευση έκανε και η Κίνα, υπενθυμίζοντας με νόημα πως ο κόσμος έχει γίνει μάρτυρας του ποιος ακριβώς έχει παρέμβει αδικαιολόγητα στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών.

Άλλωστε, δεν θέλει ιδιαίτερη σκέψη για να αναρωτηθεί κανείς πως γίνεται οι αντίπαλοι των ΗΠΑ να συνωμοτούν να νοθεύσουν τις εκλογές, τη στιγμή που κατηγορούνται πως το έκαψαν υπέρ διαφορετικών κομμάτων. Τι συνωμοσία είναι, δηλαδή, αυτή στην οποία οι Ρώσοι νοθεύουν τις εκλογές υπέρ των Ρεπουμπλικάνων, ενώ οι Κινέζοι το κάνουν υπέρ των Δημοκρατικών; Και τελικά, τι άλλο θα κάνουν οι εκάστοτε ένοικοι του Λευκού Οίκου για να επιβεβαιώσουν την δομική κρίση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ωθώντας σε περαιτέρω συνεργασία του αντιπάλους του;

Πηγή: tpp