ενημέρωση 2:12, 5 November, 2026

Λάβρος κατά Γεωργιάδη ο Αρβανίτης - Να παραιτηθεί ο υπουργός του μπάφου

«Οι εξυπνάδες τελειώνουν εκεί που αρχίζει η υπουργική ευθύνη. Αν δεν παραιτηθεί μόνος του ο κύριος Γεωργιάδης, ας τον αποπέμψει επιτέλους ο κύριος Μητσοτάκης ως μια ελάχιστη προσφορά σε αυτόν τον τόπο» αναφέρει ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Αρβανίτης για τα «αστειάκια» on air του υπουργού Υγείας.

Να παραιτηθεί «ο υπουργός του μπάφου» ζητά ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην αντιπρόεδρος του ΚΕΘΕΑ, Κώστας Αρβανίτης, μετά την ανήκουστη φράση, εν είδει αστεϊσμού, του Άδωνι Γεωργιάδη προς δημοσιογράφο, όταν ρωτήθηκε στον τηλεοπτικό αέρα του Action24 εάν είχε «πάρει κάνα μπάφο», όταν η συζήτηση έφτασε στο ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία πρώτο κόμμα αλλά χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία.

«Είναι χυδαίο και προκλητικό ο υπουργός Υγείας να πετάει σε δημοσιογράφο, στον αέρα τηλεοπτικής εκπομπής, το ‘μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο;’» σχολιάζει ο Κώστας Αρβανίτης.  «Είναι απαράδεκτο η κυβέρνηση που με το ‘επιτελικό κράτος’ της διέλυσε το ΚΕΘΕΑ και 18 Άνω να κάνει αστειάκια που για χιλιάδες οικογένειες έχουν πολύ πόνο και θάνατο».

Αρβανίτης: Aς τον αποπέμψει επιτέλους ο Μητσοτάκης

Σε έντονο ύφος ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει: «όταν ο υπουργός Υγείας κάνει χαβαλέ με τον ‘μπάφο’, η κοινωνία δικαιούται να ζητά λογαριασμό για κάθε συνταγή, κάθε έλεγχο, κάθε ευρώ και κάθε αλλαγή που έχει επιβάλει αυτή η κυβέρνηση στον χώρο των εξαρτήσεων και ανεβάζει ακόμα περισσότερα τα ντεσιμπέλ: «Οι εξυπνάδες τελειώνουν εκεί που αρχίζει η υπουργική ευθύνη. Αν δεν παραιτηθεί μόνος του ο κύριος Γεωργιάδης, ας τον αποπέμψει επιτέλους ο κύριος Μητσοτάκης ως μια ελάχιστη προσφορά σε αυτόν τον τόπο. Αλλά δεν μπορεί γιατί σε αυτήν την κυβέρνηση ο ένας κρατάει τον άλλο».

Το Βερολίνο και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν οι νεοφασίστες και τα γκρουπούσκουλα θαυμαστών του Χίτλερ

Το παράδειγμα του Βερολίνου δείχνει πώς μπορεί να δοθεί η απάντηση στον φασισμό που δεν μπορούν να δώσουν τα συστημικά κόμματα

Μέχρι τώρα τα συστημικά κόμματα στην Ευρώπη πίστευαν ότι είναι ένα κάστρο που δεν πέφτει και που αντιστέκεται στην επέλαση των «δύο άκρων», υπερασπιζόμενο τις αρχές και τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά για το κάστρο.

Τα μηνύματα από τις εκλογές στη Γερμανία είναι πολύ σαφή. Η Γερμανική Χριστιανοδημοκρατία, το κόμμα που αποτελεί ιστορικά τον κορμό του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, δηλαδή την «πολιτική οικογένεια» της κεντροδεξιάς στην Ευρώπη, αυτή τη στιγμή είναι σε εκλογική κατρακύλα. Χάνει εκλογές στην Ανατολική Γερμανία από το νεοφασιστικό AfD και στο Βερολίνο από την Αριστερά.

Είναι σαφές ότι η στρατηγική που είχε επιλέξει, που ήταν πρακτικά να υιοθετήσει αρκετά δεξιότερες θέσεις και σκληρότερη ρητορική σε θέματα όπως το μεταναστευτικό, δεν απέδωσε απέναντι στο AfD, και αυτό φάνηκε σε όλες τις εκλογές που έγιναν σε γερμανικά κρατίδια. Ίσως γιατί μετατοπίζοντας την πολιτική συζήτηση προς τα δεξιά στην πραγματικότητα «προλείανε» το έδαφος για το AfD, καθώς το έκανε να φαίνεται ότι είχε ακόμη πιο «συνεπείς» θέσεις και ταυτόχρονα να φαντάζει «εκτός συστήματος».

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι ο κανόνας από εδώ και πέρα θα είναι να χάνουν τα συστημικά κόμματα και να ανεβαίνουν οι νεοφασίστες και τα ναζιστικά γκρουπούσκουλα.

Και αυτό γιατί οι εκλογές στο Βερολίνο έδειξαν ότι υπάρχει και μια άλλη πιθανότητα: απέναντι στο νεοφασισμό να σταθούν όχι παραλλαγές μιας κεντροδεξιάς που στην πραγματικότητα συμπληρώνει τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό – που είναι στην καρδιά της κοινωνικής δυσαρέσκειας – με αυταρχικές, αντιδημοκρατικές και ακροδεξιές θέσεις, αλλά μιας τοποθέτησης ριζοσπαστικής, προοδευτικής, δημοκρατικής. Μιας τοποθέτησης που έφερε στο προσκήνιο τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, όπως είναι το στεγαστικό, που ήταν κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, που δεν είχε πρόβλημα να εγκαλέσει την γερμανική κυβέρνηση για τον τρόπο που έχει στηρίξει το Ισραήλ στη πολιτική του στη Γάζα. Μιας τοποθέτησης που απέναντι στο νεοφασισμό δεν δοκίμασε να πάει δεξιότερα για να «ενσωματώσει» τις απόψεις του, αλλά το ακριβώς αντίθετο: βγήκε με απόψεις που συγκρούονταν με τις πολιτικές που θεωρούνται «αυτονόητες» σε όλη την Ευρώπη, αλλά εξηγούν και γιατί οι ψηφοφόροι σήμερα γυρίζουν τις πλάτες τους στα επίσημα κόμματα.

Ξέρω ότι διάφοροι θα μου πουν ότι το Βερολίνο είναι μια ειδική περίπτωση, για να μην αναφερθώ στο ότι κάποιοι άλλοι θα μου πουν ότι «προτιμώ το ένα άκρο απέναντι στο άλλο». Τόσα καταλαβαίνουν…

Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Αυτή τη στιγμή οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι βαθιά δυσαρεστημένες από τα κόμματα εξουσίας, πρωτίστως τα κεντροδεξιά. Τους «χρεώνουν» τις πολιτικές παρατεταμένης λιτότητας, την κρίση κόστους ζωής, την αποβιομηχάνιση και την υποκατάσταση καλοπληρωμένων βιομηχανικών εργασιών από κακοπληρωμένες θέσεις στις υπηρεσίες, την υπονόμευση του κοινωνικού κράτους, την εργασιακή επισφάλεια και την κακή κατάσταση των υποδομών. Γι’ αυτό και αναζητούν κάτι διαφορετικό.

Αυτό καταρχάς προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν οι δυνάμεις του νεοφασισμού μαζί με διάφορους νοσταλγούς του ναζισμού. Παρουσιάζονται ως οι «εκπρόσωποι του λαού» και ως «αντισυστημικές δυνάμεις» και βέβαια προσπαθούν να «κατασκευάσουν εχθρούς» στοχοποιώντας τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, παρουσιάζοντας διάφορες θεωρίες συνωμοσίας για την «απειλή» που αποτελούν, ακόμη και σε περιοχές, όπως είναι μερικά ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας, που έχουν πολύ μικρούς πραγματικούς αριθμούς μεταναστών.

Απέναντι σε αυτό είναι σαφές ότι οποιαδήποτε πολιτική πρόταση που πρακτικά ακούγεται στους ψηφοφόρους ως «βασικά τα πράγματα θα μείνουν ως έχουν, απλώς θα δείξουμε μεγαλύτερο ζήλο σε κάποια θέματα», λειτουργεί ως πιο αποτελεσματική διαφημιστική εκστρατεία του νεοφασισμού και αυτό το έχουμε ήδη δει και θα το δούμε ξανά και ξανά.

Αντιθέτως, μια πολιτική πρόταση που μιλάει για την κοινωνική κρίση που βιώνουν οι πολλοί (και όχι για τους οικονομικούς δείκτες που πάντα ευημερούν ακόμη και όταν οι άνθρωποι δυστυχούν), που μιλάει για αλληλεγγύη και για κοινή προσπάθεια ανθρώπων που μοιράζονται τα ίδια προβλήματα, και που δεν φοβάται να συγκρούεται με τα πραγματικά «μεγάλα συμφέροντα» μπορεί να έχει απήχηση.

Το πραγματικό πρόβλημα στην Ευρώπη, σε όλα τα επίπεδα από τις εθνικές κυβερνήσεις έως τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ότι οι κοινωνίες αισθάνονται, περισσότερο παρά ποτέ την ανάγκη πολιτικής αλλαγής. Ένα ολόκληρο κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο αυτή τη στιγμή είναι σε κρίση και αδυνατεί να απαντήσει στις ανάγκες των κοινωνιών. Το χειρότερο είναι ότι το συστημικό πολιτικό προσωπικό είναι τόσο εθισμένο σε μια ορισμένη αντίληψη της πολιτικής που συχνά αδυνατεί όχι απλώς να κατανοήσει τους λόγους των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά ακόμη και να αντιληφθεί ότι υπάρχει όντως πρόβλημα. Το μόνο που κάνει είναι να λέει διαρκώς στους ανθρώπους ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει και να είναι ευχαριστημένοι και με αυτά που έχουν. Γι’ αυτό και οι πολίτες γυρίζουν την πλάτη σε αυτό το πολιτικό προσωπικό και τα κόμματά του.

Αυτό σημαίνει ότι το μεγάλο ερώτημα είναι προς τα πού θα στραφούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Θα αφεθούν να παρασυρθούν από τις παραλλαγές του νεοφασισμού ή θα τους προσφερθεί μια πρόταση βαθιάς πολιτικής αλλαγής που θα φτιάχνει ξανά δημοκρατία, κοινωνικό κράτος και μια κοινωνία που να τους χωρά πραγματικά όλους;

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Κέντρο ευεξίας υπόσχεται αναζωογόνηση με ενδοφλέβιες θεραπείες – Είχε εγκαινιαστεί από Γεωργιάδη, Θεμιστοκλέους και Πατούλη

Στο στόχαστρο των ελέγχων βρίσκονται τα κέντρα ευεξίας μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη στο Κολωνάκι

Πολλά φαίνεται πως είναι τα ιδιωτικά ιατρεία που υπόσχονται αναζωογόνηση και ευεξία επιστρατεύοντας αμφίβολες μεθόδους. Μάλιστα, ένα από αυτά είχε εγκαινιάσει πριν από λίγους μήνες ο ίδιος ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, χαρακτηρίζοντάς το ως «την πρώτη κλινική αντιγήρανσης στην Ελλάδα».

Την ώρα που οι Αρχές διεξάγουν εντατικούς ελέγχους σε κέντρα μακροζωίας και ευεξίας, μετά τον τραγικό θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη στο Κολωνάκι, ένα αντίστοιχο κέντρο στα νότια προάστια υπόσχεται έγκαιρη πρόληψη ασθενειών, ευεξία με ενέσιμες και ενδοφλέβιες θεραπείες, αλλά και χειρουργική μιας ημέρας, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του MEGA.

Το συγκεκριμένο κέντρο είχαν εγκαινιάσει προ μηνών ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, ο υφυπουργός Μάριος Θεμιστοκλέους και ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, Γιώργος Πατούλης.

«Όσοι είστε ενεργοί στα social media, θα έχετε δει ότι έχω ήδη έρθει εδώ πέρα και το έχω διαφημίσει κιόλας», δήλωνε τον περασμένο Μάρτιο ο υπουργός Υγείας κόβοντας την κορδέλα και αποκαλώντας το «την πρώτη κλινική αντιγήρανσης και ευζωίας στην Ελλάδα».

Οι δηλώσεις για πλασμαφαίρεση και το νομικό πλαίσιο

Ωστόσο, ο επιστημονικός διευθυντής της εν λόγω κλινικής περιέγραφε σε Podcast πόσο ευεργετική είναι για υγιείς ανθρώπους η διαδικασία της κάθαρσης πλάσματος —μια πράξη παρόμοια με αυτή στην οποία υποβλήθηκε παρανόμως ο Γιώργος Μαζωνάκης στο ιατρείο της οδού Καρνεάδου.

«Πιο ειδικά, μπορούμε σήμερα να κάνουμε κάθαρση του πλάσματος. Συγκεκριμένο μηχάνημα, με ειδικά φίλτρα, τραβάει αίμα, το φιλτράρει και το επιστρέφει στο σώμα μας, ενώ τα υποπροϊόντα του φιλτραρίσματος παραμένουν σε έναν ξεχωριστό ασκό. Το εντυπωσιακό είναι ότι τόσο ο ασκός όσο και τα επίπεδα τοξινών στο αίμα μας μπορούν να μετρηθούν στο εργαστήριο, ώστε να δούμε πόσο ευεργετική ήταν η συνεδρία».

 Μπορεί όμως ένα κέντρο μακροζωίας να πραγματοποιεί τέτοιες ιατρικές πράξεις;

«Πλασμαφαίρεση γίνεται μόνο σε δημόσια νοσοκομεία και για πολύ συγκεκριμένες παθήσεις. Μόνο εκεί. Στην Αττική υπάρχουν μόλις πέντε δημόσια νοσοκομεία στα οποία επιτρέπεται να διενεργηθεί», ξεκαθαρίζει στο MEGA ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Πειραιά, Νίκος Πλατανησιώτης.

«Πάγωσαν» τις υπηρεσίες μετά τις εξελίξεις

Όταν την περασμένη εβδομάδα, με αφορμή την υπόθεση του Κολωνακίου, ο Άδωνις Γεωργιάδης κλήθηκε να τοποθετηθεί για την παρουσία του στα εγκαίνια του κέντρου, έσπευσε να το υπερασπιστεί λέγοντας: «Δεν έχει καμία σχέση αυτή η κλινική με το ιατρείο του Κολωνακίου, μην κάψουμε μαζί με τα ξερά και τα χλωρά».

Ωστόσο, μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Στις παροχές του κέντρου περιλαμβάνονται και οι ενδοφλέβιες θεραπείες, όμως όταν ο χρήστης επιλέξει τη συγκεκριμένη κατηγορία στην επίσημη ιστοσελίδα, εμφανίζεται σφάλμα (error).

Σε τηλεφωνική επικοινωνία του MEGA  με το πολυϊατρείο, η απάντηση ήταν αποκαλυπτική:

— Δεν μπορώ να κάνω κάποια ενδοφλέβια θεραπεία αυτό το διάστημα;

— Έχουν ανασταλεί προς το παρόν, μέχρι να ξεκαθαρίσει το νομοθετικό πλαίσιο με όλα αυτά που έγιναν το τελευταίο διάστημα.

Οι εξελίξεις «πάγωσαν» την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών, ακόμη και αυτών που αφορούν την ενδοφλέβια χορήγηση βιταμινών. «Σίγουρα υπάρχουν σκευάσματα εγκεκριμένα από τον ΕΟΦ, αλλά από εκεί και πέρα είμαστε όλοι εν αναμονή όσον αφορά τα ενδοφλέβια», ανέφερε εκπρόσωπος του κέντρου.

Ερωτηθείς σχετικά εάν επιτρέπονται αυτές οι πράξεις σε τέτοιους χώρους ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Πειραιά, Νίκος Πλατανησιώτης υπογραμμίζει: «Αν μιλάμε για θεραπείες αναζωογόνησης με ιχνοστοιχεία, βιταμίνες κ.λπ., δεν επιτρέπονται, διότι τέτοιου είδους σκευάσματα δεν διαθέτουν σχετική άδεια από τον ΕΟΦ».

Σε νεότερη επικοινωνία του MEGA με το κέντρο μακροζωίας, η διοίκηση ενημέρωσε ότι δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ πλασμαφαίρεση στις εγκαταστάσεις της.

Σημειώνεται πως ο υπουργός Υγείας, ο Άδωνις Γεωργιάδης με ανάρτησή του ανέφερε ότι η εταιρεία προτίθεται να κινηθεί νομικά.

 
 

Το πόσο θα αυξηθεί το κόστος ενέργειας δεν είναι νομοτέλεια, αλλά πολιτική επιλογή – εργαλεία υπάρχουν, πολιτική βούληση δεν υπάρχει

Σε πείσμα της κυβερνητικής ρητορικής δεν είναι νομοτελειακό να φορτωθούν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις όλο το κόστος της ενεργειακής κρίσης

Η ελληνική οικονομία, όπως και η ευρωπαϊκή, είναι αντιμέτωπη με μια νέα ενεργειακή κρίση. Εάν δεν υπάρξουν σημαντικές θετικές εξελίξεις στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής, είναι σαφές ότι θα συνεχιστεί η ανοδική πίεση στις τιμές των καυσίμων και ειδικά του φυσικού αερίου. Προσθέστε σε αυτό και τις εξελίξεις στον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου το τελευταίο διάστημα η ουκρανική πλευρά στοχοποιεί πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στη Ρωσία και ιδίως διυλιστήρια προκαλώντας εκτός των άλλων και μεγάλη αναστάτωση στην παγκόσμια αγορά ντίζελ, ενός καυσίμου που είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την παγκόσμια οικονομία, καθώς αυτό κινεί φορτηγά και λεωφορεία, τρακτέρ και αγροτικά μηχανήματα, αλλά και αρκετά συστήματα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Όλα αυτά σημαίνουν μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά, που θα κληθούν να πληρώσουν ακριβότερα καύσιμα αλλά και ακριβότερους λογαριασμούς ηλεκτρικού και θέρμανσης, καθώς και για τις επιχειρήσεις που θα δουν να αυξάνεται το κόστος παραγωγής τους – κάτι που στο τέλος θα μεταφερθεί επίσης ως κόστος στα νοικοκυριά.

Η στάση της κυβέρνησης μέχρι τώρα είναι να ανακοινώνει κάποια μέτρα, «οριζόντιες παρεμβάσεις» κατά την προσφιλή της έκφραση, αλλά χωρίς κάποια πραγματική δέσμευση ότι οι τιμές των καυσίμων για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις θα κρατηθούν κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο ή ότι θα καλύψει πλήρως το όποιον επιπλέον κόστος.

Συνήθως αυτό γίνεται με την επίκληση μιας σειράς δικαιολογιών που κατά την κυβέρνηση διαμορφώνουν μια συνθήκη αναπόδραστη όπου λίγα μπορούν να γίνουν. Από τη μια γιατί υποτίθεται ότι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη απαγορεύει αρκετές παρεμβάσεις στην αγορά, από την άλλη γιατί η χώρα μας δεν έχει τον δημοσιονομικό χώρο για μεγάλες παρεμβάσεις και πρέπει να αποφύγουμε να γίνουμε ξανά «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης, για να χρησιμοποιήσω άλλη μια από τις αγαπημένες φράσεις του πρωθυπουργού.

Βεβαίως, όπως συμβαίνει συχνά με την κυβέρνηση, όσο πιο απόλυτη δείχνει να είναι για κάτι, τόσο περισσότερο την διαψεύδει η πραγματικότητα.

Και αυτό γιατί πια υπάρχουν εκτεταμένα εργαλεία που μπορούν να αξιοποιηθούν για να μην μετατραπεί η ενεργειακή κρίση σε οικονομική και κοινωνική, εργαλεία τα οποία τα χρησιμοποιούν άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Η κυβέρνηση μπορεί να μειώσει και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στο μισό και τον ΦΠΑ στο 13%, χωρίς αυτό να μας βάλει στο ευρωπαϊκό στόχαστρο, την ώρα που το όποιο δημοσιονομικό κόστος θα καλυφθεί από το γεγονός ότι η χώρα δεν θα μπει στην επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης που απειλεί να τη ρίξει μια παρατεταμένη αύξηση του ενεργειακού κόστους. Η κυβέρνηση μπορεί να επιβάλει πλαφόν στα περιθώρια κέρδους και στα πρατήρια και στα διυλιστήρια χωρίς αυτό να φέρει κάποια καταστροφή (θα συνεχίσουν να έχουν κέρδη) και βέβαια μπορεί να φορολογήσει τα υπερκέρδη που υπάρχουν στα διυλιστήρια, κάτι που παρεμπιπτόντως από την ΕΕ ξεκίνησε ως πρόταση προς τα κράτη – μέλη. Και βέβαια έχει όλο το περιθώριο να αποφασίσει ενισχύσεις επιχειρήσεων και κλάδων που πλήττονται από την αύξηση του ενεργειακού κόστους με βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ, ώστε αυτό να μην μετακυλιστεί στις τιμές των προϊόντων.

Προφανώς και μπορεί κανείς να συζητήσει ποια μέτρα θα πρέπει να προκριθούν, ποιος συνδυασμός μέσων είναι ο καλύτερος, τι πρέπει να γίνει άμεσα και τι εάν τα πράγματα χειροτερέψουν. Όμως, αυτό που είναι εκτός συζήτησης είναι η λογική ότι κάθε μέτρο εκτός αυτών που αποφάσισε η κυβέρνηση θα φέρει την οικονομική καταστροφή και θα υποχρεώσει την ΕΕ να αντιμετωπίσει την Ελλάδα ως «παραβατική».

Το ζήτημα επομένως αφορά το εάν υπάρχει πολιτική βούληση να ληφθούν μέτρα. Και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν καμία τέτοια βούληση, ακριβώς γιατί η πραγματική πολιτική της βούληση είναι άλλη και προκρίνει το να διατηρηθεί η δυνατότητα ορισμένοι συγκεκριμένοι κλάδοι, που έχουν υπερκέρδη όποτε έχουμε ενεργειακή κρίση, να έχουν αυξημένη κερδοφορία. Διότι κατά την κυβέρνηση η «διεθνής ανταγωνιστικότητα» του κλάδου θα πληττόταν από μια επιβάρυνση. Βεβαίως, η πραγματικότητα είναι ότι ένα κλάδος που έχει υπερκέρδη ακριβώς εξαιτίας της αύξησης των τιμών των προϊόντων που επεξεργάζεται μια χαρά θα συνεχίσει να είναι ανταγωνιστικός και κερδοφόρος ακόμη και εάν μέρος των κερδών μετατραπεί σε στήριξη της κοινωνίας.

Όσο για τη διαρκή κυβερνητική επίκληση ότι δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, εδώ έχουμε μια αντίφαση με τους ίδιους τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς ότι αυτή τη στιγμή έχουμε υπεραπόδοση σε σχέση με τα δημόσια έσοδα, μια υπεραπόδοση που σαφώς αφήνει περιθώρια για μέτρα που θα ανακούφιζαν την κοινωνία. Κάτι που σημαίνει ότι δεν θα είχαμε δημοσιονομική αποσταθεροποίηση. Όμως, φαίνεται ότι για την κυβέρνηση είναι πιο σημαντικό να δίνει την εικόνα ότι είναι η πιο πετυχημένη στα μέτρα λιτότητας και στα πλεονάσματα, ίσως και γιατί αυτό να ανεβάζει τις μετοχές του πρωθυπουργού σε μια μελλοντική διεκδίκηση κάποιας ηγετικής θέσης σε «ευρωπαϊκό θεσμό», παρά η άμεση λήψη στοχευμένων μέτρων που θα αποτρέψουν μια ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση μιας ήδη οξυμένης κρίσης κόστους ζωής. Κάτι που εξηγεί γιατί όλο και περισσότεροι οι ψηφοφόροι της γυρνούν την πλάτη, δημοσκοπικά και όχι μόνο…

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0