ενημέρωση 5:03, 6 November, 2026

Οι οίκοι αξιολόγησης δεν πρόκειται να μειώσουν τις τιμές στο βενζινάδικο, ούτε τους λογαριασμούς φυσικού αερίου

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από τους οίκους αξιολόγησης. Μόνο που αυτό δεν πρόκειται, στην πραγματικότητα να λύσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτησή του πανηγύρισε για το γεγονός ότι «η Moody’s αναβάθμισε τις προοπτικές της χώρας μας, ενώ η Scope αναβάθμισε την πιστοληπτική της βαθμίδα», παρουσιάζοντας την εξέλιξη αυτή ως απόδειξη προόδου της ελληνικής οικονομίας.

Στην πραγματικότητα, αυτό που έκαναν οι δύο οίκοι αξιολόγησης ήταν να επιβεβαιώσουν τάσεις που είναι γνωστές από καιρό. Από τη στιγμή που η χώρα μας βγήκε τυπικά από τη μνημόνια το 2018, σταθερά βελτιώνεται η πιστοληπτική της ικανότητα, ενώ ακριβώς επειδή η χώρα εξακολουθεί να είναι σε έναν κύκλο ανάκαμψης μετά από μια πολύ βαθιά κρίση, η αναπτυξιακή της δυναμική είναι πιο ενισχυμένη σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης που βρίσκονται σε μια παρατεταμένη στασιμότητα.

Από εκεί και πέρα, πρέπει να έχουμε μια σαφή εικόνα του τι σημαίνουν τέτοιες αξιολογήσεις. Προφανώς και έχουν έναν θετικό αντίκτυπο ως προς την ικανότητα της χώρας να δανείζεται από τις αγορές για να καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του κράτους. Φθηνότερος κρατικός δανεισμός είναι σίγουρα κάτι που είναι θετικό, ενώ η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας μιας χώρας βοηθάει και τον τραπεζικό και εταιρικό δανεισμό.

Στη χώρα μας συνηθίσαμε να αποδίδουμε μεγάλη σημασία σε αυτές τις αξιολογήσεις. Και αυτό γιατί ήμασταν μια χώρα που στα τέλη του 2009 και τις αρχές του 2010 πρακτικά χρεοκόπησε, ήταν αδύνατο να δανειστεί από τις αγορές και χρειάστηκε να καταφύγει στα Μνημόνια, δηλαδή σε δανεισμό από την ΕΕ και το ΔΝΤ, αλλά με δρακόντειους όρους. Καθώς τα Μνημόνια έβαιναν προς το τέλος τους, είχε ιδιαίτερη σημασία να υπάρξουν σταδιακά θετικότερες αξιολογήσεις, γιατί εάν η χώρα δεν μπορούσε να αντλήσει χρήματα από τις αγορές, θα χρειαζόταν νέα μνημόνια. Άπαξ και μια χώρα περάσει ένα κατώφλι αξιοπιστίας, οι αξιολογήσεις παραμένουν σημαντικές αλλά δεν έχουν την ίδια βαρύτητα που έχουν όταν μια χώρα αγωνιά για το εάν μπορεί να βγει στις αγορές.

Επιπλέον, πρέπει να καταλάβουμε κάτι: οι αξιολογήσεις σημαίνουν θετικότερους όρους δανεισμού, σε σχέση με αυτούς που επικρατούν. Μόνο που αυτή τη στιγμή στην παγκόσμια οικονομία υπάρχει ανοδική τάση στο κόστος δανεισμού των κρατών. Το «ράλι» των ομολόγων και η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων στη δευτερογενή αγορά μεταφράζεται και σε ανοδική τάση των επιτοκίων στον νέο δανεισμό. Καμιά οικονομία δεν θα μείνει ανεπηρέαστη από την τάση αύξησης του κόστους δανεισμού, ακόμη και εάν τα πάει λίγο καλύτερα σε σχέση με άλλες (κάτι που συμβαίνει τώρα με το γεγονός ότι ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες με υψηλό χώρο δανείζονται πιο ακριβά).

Αυτό σημαίνει ότι εάν η παγκόσμια οικονομία τείνει σε μια συνθήκη υψηλότερων επιτοκίων, θα επηρεαστεί και η ελληνική οικονομία και όχι μόνο ως προς το κόστος δανεισμού.

Ούτως ή άλλως, η ελληνική οικονομία, ακόμη και εάν καταγράφει ονομαστικούς ρυθμούς ανάπτυξης ελαφρώς καλύτερους άλλων ευρωπαϊκών, απέχει από το να είναι σε πραγματικά καλή κατάσταση. Ιδίως εάν θέλουμε αυτή η καλή κατάσταση να περιλαμβάνει και την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.

Καταρχάς η χώρα μας είναι αντιμέτωπη με ένα συνεχές κύμα ακρίβειας. Ο πληθωρισμός τον Αύγουστο ήταν υψηλότερος του αναμενόμενου, τον Ιούλιο είχαμε άνοδο του δείκτη τιμών στη βιομηχανία και βεβαίως οι γεωπολιτικές εξελίξεις, τόσο σε σχέση με τα στενά του Ορμούζ, όσο και σε σχέση με τη νέα προέλαση των Χούθι στην Υεμένη, σημαίνουν ότι θα έχουμε υψηλές τιμές τόσο στο πετρέλαιο όσο και στο φυσικό αέριο, τιμές που ήδη καταγράφονται στα βενζινάδικα όλης της χώρας και με τα πρώτα κρύα θα επηρεάσουν και το κόστος θέρμανσης, ενώ σταδιακά θα περνούν και ως αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων. Καθόλου τυχαία, έχει γίνει σαφές από τους «παράγοντες της αγοράς» ότι οι «συμφωνίες κυρίων» για συγκράτηση των τιμών σε βασικά καταναλωτικά προϊόντα έχουν ημερομηνία λήξης και θα υπάρξουν αυξήσεις τιμών.

Την ίδια ώρα η κυβέρνηση ανακοινώνει το ένα ανεπαρκές μέτρο «στήριξης των νοικοκυριών» μετά το άλλο, χωρίς στην πραγματικότητα να μπορεί να δώσει καμιά εγγύηση για την πραγματική συγκράτηση των τιμών, ιδίως από τη στιγμή που επίμονα αρνείται να προχωρήσει σε γενναία προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, ή να συζητήσει οποιαδήποτε μείωση των έμμεσων φόρων σε βασικά προϊόντα, ή να πάρει πραγματικά μέτρα ενάντια στις πρακτικές καρτέλ στην αγορά.

Και βέβαια, επί της ουσίας, η κυβέρνηση δεν έχει μια αναπτυξιακή στρατηγική, ιδίως εάν τα πράγματα στην παγκόσμια οικονομία επιδεινωθούν. Το Ταμείο Ανάκαμψης τελείωσε και τώρα θα φανεί εάν άφησε μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό αποτύπωμα ή εάν ήταν τελικά απλώς «ζεστό χρήμα» που έπεσε στην αγορά, ενώ δεν είναι δεδομένο ότι οι εθνικοί πόροι θα μπορέσουν να καλύψουν το κενό που αφήνει.

Όλα αυτά απέχουν από το να είναι αιτία πανηγυρισμού η όποια αναβάθμιση της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, αφού συγκρούεται με τη συνολική κατάσταση της οικονομίας, αλλά και τις προοπτικές των νοικοκυριών. Αντιθέτως, όλα δείχνουν ότι μπαίνουμε σε μια δύσκολη περίοδο, με υψηλότερο κόστος ζωής και επιβραδυνόμενους αναπτυξιακούς ρυθμούς, μια περίοδο όπου η απόκλιση της χώρας σε κρίσιμους δείκτες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θα συνεχιστεί. Μια πραγματικότητα που κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να παραδεχτεί ακόμη και στις κυριακάτικες αναρτήσεις του ο πρωθυπουργός.

Πηγή: in

Πασκάλ Μπρικνέρ - «Το δίκαιο χωρίς τη δύναμη είναι μια χίμαιρα»

Ο Πασκάλ Μπρικνέρ (Pascal Bruckner) είναι ένας από τους πιο εξέχοντες και επιδραστικούς Γάλλους φιλοσόφους, δοκιμιογράφους και μυθιστοριογράφους της σύγχρονης εποχής. Εγινε παγκοσμίως γνωστός τόσο για τα λογοτεχνικά του έργα –όπως το θρυλικό μυθιστόρημα «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα» που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ρομάν Πολάνσκι– όσο και για τα αιχμηρά, αντισυμβατικά του δοκίμια που ασκούν έντονη κριτική στις παθογένειες της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας

O Πασκάλ Μπρικνέρ (Pascal Bruckner) είναι ένας από τους πιο εξέχοντες και επιδραστικούς Γάλλους φιλοσόφους, δοκιμιογράφους και μυθιστοριογράφους της σύγχρονης εποχής. Εγινε παγκοσμίως γνωστός τόσο για τα λογοτεχνικά του έργα –όπως το θρυλικό μυθιστόρημα «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα» που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ρομάν Πολάνσκι– όσο και για τα αιχμηρά, αντισυμβατικά του δοκίμια που ασκούν έντονη κριτική στις παθογένειες της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Στο πέρασμα των χρόνων, το έργο του έχει αποσπάσει πολλές και σημαντικές διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν το κορυφαίο γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο Renaudot (1997) και το βραβείο δοκιμίου Médicis (1995).

Από τον αναβρασμό του Μάη του ’68 και το διδακτορικό του πλάι στον Ρολάν Μπαρτ, μέχρι την ανάδυσή του ως μία από τις πιο επιδραστικές και αιρετικές φωνές των «Νέων Φιλοσόφων» τη δεκαετία του ‘70, ο Πασκάλ Μπρικνέρ δεν σταμάτησε ποτέ να αποδομεί τα ιερά τοτέμ της δυτικής διανόησης. Κοσμοπολίτης, βαθύς στοχαστής και δεινός ανατόμος της ανθρώπινης συνθήκης, έγινε παγκοσμίως γνωστός τόσο για τη μυθιστορηματική του οξύτητα –με αποκορύφωμα τα εμβληματικά «Μαύρα φεγγάρια του έρωτα»– όσο και για τα προκλητικά δοκίμιά του που ταράζουν τα νερά της πολιτικής ορθότητας. Από τον «Λυγμό του λευκού ανθρώπου» και την «Τυραννία της μεταμέλειας», ο Γάλλος φιλόσοφος έχει αφιερώσει το έργο του στην αποδόμηση των ενοχών, των ψευδαισθήσεων και του «ηθικού μαζοχισμού» της σύγχρονης Δύσης.

Στο νέο του βιβλίο, «Υποφέρω, άρα υπάρχω» (που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Πατάκη), ο Μπρικνέρ στρέφει το αιχμηρό του βλέμμα σε ένα από τα πιο έντονα φαινόμενα της εποχής μας: την κουλτούρα της θυματοποίησης και τη μετατροπή του πόνου σε κοινωνικό και ηθικό στάτους. Παρατηρώντας τη μετάβαση από την υπόσχεση του Διαφωτισμού για έναν ελεύθερο, ορθολογικό άνθρωπο σε μια κοινωνία ναρκισσιστικού «ανταγωνισμού θυμάτων», ο ίδιος προειδοποιεί για τον κίνδυνο μιας «αριστοκρατίας του περιθωρίου», όπου ακόμη και οι ισχυροί ενδύονται τον μανδύα του καταπιεσμένου για να εξασφαλίσουν την απόλυτη ατιμωρησία.

Αυτή ακριβώς η «σταυροφορία» του ενάντια στη woke κουλτούρα, την πολυπολιτισμικότητα και τον λεγόμενο «ισλαμο-αριστερισμό» τον έχει φέρει τα τελευταία χρόνια στο στόχαστρο έντονης κριτικής. Πολλοί πρώην συνοδοιπόροι του τον κατηγορούν για μια βαθιά διολίσθηση προς τη συντηρητική Δεξιά, υποστηρίζοντας ότι τα φιλοσοφικά του επιχειρήματα προσφέρουν, άθελά τους ή μη, ιδεολογικά πυρομαχικά στην ευρωπαϊκή Ακροδεξιά. Είναι ο ίδιος ένας αποστάτης των προοδευτικών αξιών ή ένας από τους τελευταίους πιστούς του οικουμενικού Διαφωτισμού σε έναν κόσμο που παραδίδεται στον δογματισμό των ταυτοτήτων;

-Κύριε Μπρικνέρ, στο βιβλίο σας που μόλις κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, «Υποφέρω, άρα υπάρχω», περιγράφετε πώς ο πόνος και το τραύμα μετατράπηκαν σε «τίτλους ευγενείας» και κοινωνικό στάτους. Πώς περάσαμε από την υπόσχεση του Διαφωτισμού –εκείνη ενός κυρίαρχου, ορθολογικού και ελεύθερου ανθρώπου– σε μια σύγχρονη κοινωνία όπου τα άτομα επιδίδονται σε έναν πραγματικό «ανταγωνισμό θυμάτων» για το ποιος έχει αδικηθεί περισσότερο;

Ηταν μια μακρά εξέλιξη, ιδιαίτερα έντονη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ξαφνικά, μετά το 1945, ο κεντρικός χαρακτήρας δεν ήταν πλέον ο ήρωας, ο αντιστασιακός, ο αντάρτης, αλλά ο εκτοπισμένος που είχε επιζήσει από τα στρατόπεδα του θανάτου. Εκείνος ή εκείνη που είχαν περάσει μέσα από τον κίνδυνο της εξόντωσης έγιναν τα πρότυπα προς μίμηση για τους απλούς πολίτες.

«Ολα είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να μη νιώθουμε πλέον τη ματαίωση. Το σύνθημα πλέον είναι η ικανοποίηση και κάθε αναμονή για την εκπλήρωση της επιθυμίας βιώνεται ως προσβολή των δικαιωμάτων μας»

Προσθέστε σε αυτά τα δύο στοιχεία το γεγονός ότι η σύγχρονη κοινωνία, βασισμένη στην άνεση, μειώνει σημαντικά την εμπειρία μας απέναντι στις δοκιμασίες: όλα είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να μη νιώθουμε πλέον τη ματαίωση. Το σύνθημα πλέον είναι η ικανοποίηση, και κάθε αναμονή για την εκπλήρωση της επιθυμίας βιώνεται ως προσβολή των δικαιωμάτων μας.

Ορισμένες κατηγορίες του πληθυσμού γεννιούνται θύματα σύμφωνα με τη woke ιδεολογία –μαύροι, αυτόχθονες, γκέι, γυναίκες, τρανς κ.λπ.– και πρέπει να απολαμβάνουν μια ισόβια ασυλία, από πατέρα σε γιο. Υπάρχει μια κληρονομική μεταβίβαση του καθεστώτος του θύματος, όπως ακριβώς υπάρχει και κληρονομική μεταβίβαση του καθεστώτος του θύτη.

-Μιλάτε για μια «αριστοκρατία του περιθωρίου», όπου ακόμη και οι ισχυροί ή οι προνομιούχοι –διανοούμενοι, καλλιτέχνες, πολιτικοί– υιοθετούν τον ρόλο του παρία. Τι είδους εξουσία αντλείται σήμερα από την αδυναμία και γιατί η σύγχρονη ελίτ νιώθει την ανάγκη να ενδυθεί τον μανδύα του καταπιεσμένου;

Πάρτε για παράδειγμα τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος καυχιέται ότι συνέτριψε τον «γουοκισμό» (wokisme). Στην πραγματικότητα, ο Τραμπ δεν είναι αντι-woke, αλλά hyper-woke (υπερ-woke). Αντί να πάρει ως υποκείμενα που υποφέρουν τους γκέι, τις λεσβίες ή τους Αφροαμερικανούς, διεύρυνε τη βάση της θυματοποίησης σε ολόκληρο τον αμερικανικό λαό, ο οποίος, σύμφωνα με τον Τραμπ, λεηλατείται από την Ευρώπη, την Κίνα και τη Λατινική Αμερική. Να λοιπόν πώς μία από τις πλουσιότερες κοινωνίες του κόσμου τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τους κολασμένους της γης. Το κόλπο είναι χονδροειδές, αλλά έπιασε και εξελέγη.

Αλλο παράδειγμα, γαλλικό αυτή τη φορά: ο πρώην πρόεδρος Σαρκοζί, ύποπτος για διαφθορά και κατάχρηση εταιρικών περιουσιακών στοιχείων, πέρασε 4 εβδομάδες στη φυλακή Σαντέ στο Παρίσι. Εβγαλε από αυτό ένα βιβλίο –το οποίο μάλιστα είναι καλογραμμένο– όπου συγκρίνει τον εαυτό του με τους μεγάλους κατάδικους της Ιστορίας. Το πρότυπο προς μίμηση είναι πάντα ο παρίας, ο οποίος έχει όλα τα δικαιώματα και καμία υποχρέωση, διότι αυτό ακριβώς προσφέρει η ιδεολογία του θύματος: μια απόλυτη ατιμωρησία σε σύγκριση με τους κοινούς ανθρώπους.

Πασκάλ Μπρικνέρ στην «Εφ.Συν.»: «Το δίκαιο χωρίς τη δύναμη είναι μια χίμαιρα»

-Υπάρχει ένας προφανής κίνδυνος στην κριτική σας: αυτός του να δώσετε την εντύπωση ότι υποτιμάτε εκείνους που υποφέρουν αντικειμενικά από τον ρατσισμό, τη φτώχεια ή τη βία. Πού τραβάτε τη γραμμή ανάμεσα στη δίκαιη διεκδίκηση των δικαιωμάτων ενός πραγματικού θύματος και σε αυτό που ονομάζετε «ναρκισσισμό του αποκλεισμένου»;

Η ένστασή σας είναι σωστή. Εναπόκειται στη Δικαιοσύνη, σε πρώτο βαθμό, να εδραιώσει τη νομιμότητα της καταγγελίας και να διακρίνει μεταξύ των βάσιμων και των αβάσιμων. Το διακύβευμα εξελίσσεται πρωτίστως στα δικαστήρια: επειδή τα ψεύτικα θύματα πολλαπλασιάζονται δίπλα στα αληθινά, και ο καθένας θα ήθελε να έχει πρόσβαση στο μεγάλο φως του μαρτυρίου, ακόμη κι αν δεν έχει υποφέρει από τίποτα άλλο πέρα από το γεγονός ότι γεννήθηκε.

Τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη έχουν επίσης έναν ρόλο να παίξουν, όταν πρέπει να καταγγείλουν τους απατεώνες που προσποιούνται ότι είναι κάτι που δεν είναι. Τα πραγματικά θύματα είναι εκείνα για τα οποία δεν μιλάμε, επειδή η μοίρα τους δεν μας συγκινεί ή επειδή δεν έχουν τον τρόπο να έχουν πρόσβαση στη δημόσια συγκίνηση.

Ενα πρόσφατο παράδειγμα: όλοι συγκινηθήκαμε, και δικαίως, από τα δεινά των κατοίκων της Γάζας. Αλλά κανείς δεν συγκλονίστηκε από τους 200.000 νεκρούς στο Σουδάν, τους μαζικούς βιασμούς, τις εξοντώσεις, τον λιμό. Η Αφρική γενικά διαφεύγει από τον «ευρωπαϊκό συναισθηματισμό» και μας αγγίζει μόνο επιφανειακά. Οπως λένε: «No Jews, no news» (Αν δεν υπάρχουν Εβραίοι, δεν υπάρχουν ειδήσεις).

-Χαρακτηρίζετε τις νέες γενιές «χαϊδεμένες, μαλθακές και φοβισμένες». Αν το κυρίαρχο υπαρξιακό μήνυμα της εποχής μας είναι «λυπάμαι τον εαυτό μου», πώς θα μπορέσουν αυτοί οι νέοι να αντιμετωπίσουν τις βίαιες γεωπολιτικές και ιστορικές κρίσεις που διαφαίνονται στο μέλλον;

Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα. Αντί να αναρωτιέται «Τι κόσμο θα αφήσουμε στα παιδιά μας», ο Ζέιμι Σεμπρούν αναρωτιόταν: «Τι παιδιά θα αφήσουμε στον κόσμο που έρχεται;». Αγόρια και κορίτσια τρομαγμένα από την παραμικρή απειλή, ταμπουρωμένα στους ασφαλείς χώρους τους (safe spaces), ή νέους ανθρώπους εξοπλισμένους για να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες προκλήσεις τού σήμερα – την επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη, τις κλιματικές κρίσεις, το εμπόριο ναρκωτικών, την ισλαμιστική τρομοκρατία; Δεν πρέπει να απελπιζόμαστε για τη νεολαία, φέρει μέσα της τα κλειδιά του μέλλοντος.

-Ξεκινήσατε την πορεία σας τη δεκαετία του ’70 ως μέλος των «Νέων Φιλοσόφων», ασκώντας κριτική στα δόγματα του μαρξισμού. Σήμερα, πολλοί σας κατατάσσουν στους δεξιούς ή «αντι-αριστερούς» διανοούμενους λόγω του αγώνα σας ενάντια στη woke κουλτούρα και τον ισλαμο-αριστερισμό. Εχετε την εντύπωση ότι η Αριστερά έχει διολισθήσει στον παραλογισμό, αναγκάζοντάς σας να αλλάξετε στρατόπεδο, ή παραμένετε πιστός στις ίδιες φιλελεύθερες και οικουμενικές αξίες, ενώ ο κόσμος γύρω σας έχει γίνει πιο δογματικός;

Η μεγάλη καταστροφή αυτού του πρώτου τετάρτου του αιώνα είναι η κατάρρευση της κλασικής Αριστεράς, η οποία κυριεύτηκε από τη μοιρολατρία, τη γοητεία του Ισλάμ ως «θρησκείας των καταπιεσμένων» και την επιλογή να υπερασπίζεται τις ταυτότητες των θυμάτων, εγκλωβίζοντας τα άτομα στην πληγή τους. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία άφησε τον εαυτό της να παρασυρθεί από τις πολιτικές ταυτότητας που ήρθαν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και ξέχασε το κοινωνικό ζήτημα, την εργατική τάξη και τους υπαλλήλους, οι οποίοι πέρασαν μαζικά προς την Ακροδεξιά.

-Οι επικριτές σας σάς καταλογίζουν συχνά ότι οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις σας ενάντια στην πολυπολιτισμικότητα και τη woke ατζέντα παρέχουν, άθελά σας, διανοητικά πυρομαχικά στην ευρωπαϊκή Ακροδεξιά. Σας ανησυχεί η πιθανότητα η φιλοσοφική σας κριτική να εργαλειοποιηθεί από δυνάμεις που επιδιώκουν τον διχασμό και τον αυταρχισμό; Πού βρίσκεται το σύνορο ανάμεσα στην ελευθερία της σκέψης και την πολιτική ευθύνη;

Επιτίθεμαι με την ίδια σφοδρότητα στον ισλαμο-αριστερισμό, στον εκδικητικό νεο-φεμινισμό και στην ιδεολογία του «Εθνικού Συναγερμού» (Rassemblement National). Πρόσφατα πήρα θέση υπέρ της απέλασης της κατασκόπου Ξένια Φεντόροβα, η οποία εργαζόταν στη Γαλλία στο CNews –το κανάλι του Βενσάν Μπολορέ– όπου διέδιδε τα ψέματα του Κρεμλίνου χωρίς αντίλογο.

Ο εχθρός πηγαίνει πάντα ανά δύο: φιλοτρομοκρατική Ακροαριστερά, φιλοπουτινική Ακροδεξιά. Αλλωστε, η Ρωσία υποστηρίζει τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ, τους Ταλιμπάν και τους Φρουρούς της Επανάστασης. Εχω πάει τρεις φορές στην Ουκρανία για να υποστηρίξω αυτή την πληγωμένη χώρα που κερδίζει τον πόλεμο ενάντια στον ρωσικό Γολιάθ. Η Ουκρανία είναι ένα θαύμα και ένα παράδειγμα για μια Ευρώπη που έχει κυριευτεί από τη μαλθακότητα και την παθητικότητα.

-Πέρα από τις κρίσεις, τις ιδεολογίες και τις διαιρέσεις που τόσο εύστοχα αναλύετε, ποια είναι η ματιά σας για τη ζωή σήμερα; Θα βρίσκατε ακόμη λόγους να είστε αισιόδοξος για το μέλλον του σύγχρονου ανθρώπου;

Η απαισιοδοξία είναι πλέον μια πολυτέλεια που δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας· η τόλμη και η αποφασιστικότητα είναι οι μόνες αρετές στις οποίες πρέπει να στηριχθούμε.

Οι απειλές είναι τέτοιες –μια τρομακτική κλιματική κατάρρευση, όπως μαρτυρούν οι καύσωνες και οι πυρκαγιές που ρημάζουν τις χώρες μας, κίνδυνοι πολέμου στην Ευρώπη με τις επιθέσεις της Ρωσίας και της Τουρκίας, αυτών των αμετανόητων αυτοκρατοριών, ισλαμιστική διείσδυση παντού υπό το πρόσχημα του αντιρατσισμού και της «ισλαμοφοβίας»– που μόνο η ηθική αφύπνιση παραμένει ως εφικτή επιλογή. Πρέπει να ξαναβρούμε την ιδρυτική σκέψη του Διαφωτισμού, που βρίσκεται στην απαρχή της νεωτερικότητάς μας, και να την προσαρμόσουμε στους σημερινούς καιρούς.

Το πρόβλημα της Δυτικής Ευρώπης είναι ότι έχει εθιστεί στην ειρήνη από το 1945 και κυρίως από το 1989, βέβαιη ότι ο πόλεμος ανήκε στην προϊστορία των ανθρώπων και ότι η αμερικανική moral ομπρέλα την προστάτευε από κάθε κίνδυνο. Χονδροειδές λάθος: ο Αμερικανός προστάτης μας μάς εγκαταλείπει και οι εχθροί μας συσπειρώνονται για να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες μας.

-Πώς βλέπετε την κατάσταση της σύγχρονης ευρωπαϊκής φιλοσοφικής σκέψης; Εχει ακόμα τη δύναμη να καθοδηγήσει τον κόσμο και να προτείνει μεγάλα αφηγήματα ή έχει γίνει υπερβολικά ακαδημαϊκή και αποκομμένη από την πραγματικότητα;

Υπάρχει μια παλιά ευρωπαϊκή φιλοσοφία –ειρηνιστική, προσηλωμένη στη μνήμη, σεμνή– όπως εκείνη του Πέτερ Σλότερνταϊκ ή του Χάρτμουτ Ρόζα, για παράδειγμα. Αυτό που απομένει τώρα είναι να στοχαστούμε μια Ευρώπη που βρίσκεται εν μέσω καταιγίδων, η οποία ορθώνει ανάστημα και οφείλει να εγκαταλείψει τις αφέλειες που ακολούθησαν την πτώση του Τείχους.

Το δίκαιο χωρίς τη δύναμη είναι μια χίμαιρα, όμως τόσοι πολλοί από τους διανοούμενούς μας προτιμούν τη χίμαιρα από την πραγματικότητα και δεν βλέπουν αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Η Ευρώπη θα μετράει στο μέλλον μόνο αν γίνει ξανά μια αξιόπιστη στρατιωτική δύναμη, πλαισιωμένη από το δίκαιο και ικανή να κρατήσει σε απόσταση τους αντιπάλους της.

Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας δεν θέλουν να ζήσουν «περιμένοντας τους βαρβάρους», για να θυμηθούμε το υπέροχο ποίημα του Καβάφη. Προτιμούν να τους αντιμετωπίσουν αμέσως, ώστε να μην υποστούν τον σκοταδιστικό ζυγό τους.

info: Το τελευταίο του βιβλίο που κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα ελληνικά είναι το δοκίμιο «Υποφέρω, άρα υπάρχω. Πορτρέτο του θύματος ως ήρωα» (Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Ανδρέα Παππά). Στο έργο αυτό, ο Μπρικνέρ στρέφει το βλέμμα του στο φαινόμενο της «θυματολαγνείας» που επικρατεί στη Δύση, αναλύοντας πώς η οδύνη και η θυματοποίηση έχουν μετατραπεί σε τίτλους τιμής και εργαλεία κοινωνικής ή πολιτικής ισχύος.

Πηγή: efsyn

Μπουγιουρντί

Η λέξη μπουγιουρντί σήμαινε αρχικά την έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Είναι όμως και αυτός ο πικάντικος μεζές της σαλονικιώτικης κουζίνας.

Υλικά

Μερίδες: 6
 200 γρ. φέτα, σε ένα κομμάτι
 100 γρ. κασέρι (προτιμότερο πικάντικο - π.χ. Σοχού ή Ξάνθης), τριμμένο
 2 ντομάτες, σε κυβάκια
 1 πιπεριά κέρατο καυτερή, σε λεπτές φέτες (με τα σπόρια)
 ελάχιστο μπούκοβο
 1 κουτ. σούπας φύλλα φρέσκιας ρίγανης, ψιλοκομμένα (σε γλαστράκια, σε ορισμένα μόνο σούπερ μάρκετ) ή 1/2 κουτ. σούπας ξερή, κοπανισμένη
 30 ml ελαιόλαδο

επι το έργον

  1. Για να ετοιμάσουμε το μπουγιουρντί, προθερμαίνουμε το φούρνο στους 200°C.
  2. Σε ένα μικρό πυρίμαχο σκεύος βάζουμε τη φέτα, από πάνω την ντομάτα, την πιπεριά και το μπούκοβο.
  3. Καλύπτουμε με το κασέρι και ψήνουμε για περίπου 15 λεπτά ή μέχρι να λιώσουν τα τυριά.
  4. Πασπαλίζουμε με τη ρίγανη, περιχύνουμε με το ελαιόλαδο και σερβίρουμε.

Πηγή: Γαστρονόμος

Γερμανοί εργαζόμενοι στην αυτοκινητοβιομηχανία διαμαρτύρονται για τις ιστορικές περικοπές θέσεων εργασίας

Οι αυτοκινητοβιομηχανίες της χώρας μειώνουν την παραγωγή τους εν μέσω υψηλού κόστους ενέργειας, δασμών από τις ΗΠΑ και ανταγωνισμού από την Κίνα.

Δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στην αυτοκινητοβιομηχανία σε όλη τη Γερμανία πραγματοποίησαν διαμαρτυρίες απαιτώντας προστασία της απασχόλησης και των εργοστασίων, μετά την ανακοίνωση της Volkswagen για την περικοπή 100.000 θέσεων εργασίας.

Οι εργαζόμενοι στις Volkswagen, Mercedes-Benz, BMW, Audi, Porsche και σε μεγάλους προμηθευτές συμμετέχουν σε περισσότερες από 280 δράσεις σε όλη τη χώρα τη Δευτέρα. Το μεγαλύτερο βιομηχανικό συνδικάτο της Γερμανίας, η IG Metall, προειδοποίησε ότι η αυτοκινητοβιομηχανία της χώρας «αντιμετωπίζει τον κίνδυνο πλήρους κατάρρευσης», καθώς αντιμετωπίζει υψηλό κόστος ενέργειας μετά τη μείωση των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, τους δασμούς των ΗΠΑ και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα.

«Αναμένουμε από τους εταιρικούς ηγέτες και τις διοικητικές ομάδες να αναλάβουν την ευθύνη για τη Γερμανία ως έθνος της αυτοκινητοβιομηχανίας, για τους εργαζομένους και για τις θέσεις εργασίας», δήλωσε η επικεφαλής της IG Metall, Κριστιάνε Μπένερ, στους εργαζόμενους στα κεντρικά γραφεία της Volkswagen στο Βόλφσμπουργκ.

Οι προγραμματισμένες μειώσεις της Volkswagen περιλαμβάνουν περίπου 50.000 περικοπές που είχαν ανακοινωθεί προηγουμένως σε όλες τις μάρκες της και άλλες 50.000 στο πλαίσιο μιας νέας συμφωνίας. Η εταιρεία μείωσε επίσης την Παρασκευή την πρόβλεψή της για το λειτουργικό περιθώριο κέρδους του 2026 σε όχι περισσότερο από 1%, επικαλούμενη αδυναμία στην Κίνα, κόστος αναδιάρθρωσης και προβλήματα στην Porsche.

Άλλες γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες επίσης μειώνουν την παραγωγή τους. Η BMW περικόπτει περίπου 8.000 θέσεις εργασίας, ενώ η Mercedes-Benz μειώνει την παραγωγή στην εγχώρια αγορά και επεκτείνει την παραγωγική της ικανότητα στην Ουγγαρία με χαμηλότερο κόστος.

Η βιομηχανική συρρίκνωση επεκτείνεται πέρα ​​από τις απολύσεις. Η Volkswagen σταμάτησε την παραγωγή αυτοκινήτων στο εργοστάσιό της στη Δρέσδη τον περασμένο Δεκέμβριο, σηματοδοτώντας το πρώτο κλείσιμο γερμανικού εργοστασίου αυτοκινήτων στην 90χρονη ιστορία της εταιρείας.

Η αυτοκινητοβιομηχανία έχει επίσης αποχωρήσει από τον δείκτη Euro Stoxx 50 για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια, με τις μετοχές της να έχουν μειωθεί κατά περισσότερο από 75% από το υψηλό του 2021. Αντίθετα, οι μετοχές του γερμανικού γίγαντα της άμυνας Rheinmetall έχουν εκτοξευθεί πάνω από 1.100% από τις αρχές του 2022, καθώς το Βερολίνο αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες.

Τμήματα του αυτοκινητοβιομηχανικού τομέα στρέφονται επίσης στην άμυνα. Το εργοστάσιο της Volkswagen στο Όσναμπρουκ, όπου η παραγωγή αυτοκινήτων αναμένεται να ολοκληρωθεί το επόμενο έτος, πρόκειται να στραφεί προς την στρατιωτική κατασκευή, με την ισραηλινή εταιρεία κατασκευής όπλων Rafael να έχει αναλάβει την παραγωγή συστημάτων και εξαρτημάτων αεράμυνας. Η Mercedes-Benz έχει επίσης διερευνήσει ευκαιρίες στον τομέα.

Η Γερμανία έχει προβλέψει στον προϋπολογισμό της 108,2 δισεκατομμύρια ευρώ (124 δισεκατομμύρια δολάρια) για την άμυνα φέτος, με τις δαπάνες να αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω στο πλαίσιο της προσπάθειας του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς να δημιουργήσει αυτό που ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό της Ευρώπης.

Η Μόσχα έχει επικρίνει την ενίσχυση των δυνάμεων. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δήλωσε τον Ιούνιο ότι το ΝΑΤΟ είχε προχωρήσει πέρα ​​από την υποστήριξη της Ουκρανίας και τώρα συζητά «ανοιχτά» τις προετοιμασίες για πόλεμο με τη Ρωσία, αυξάνοντας παράλληλα τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς.

Πηγή: RT

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0