Όταν θέλουμε να φάμε κάτι ελαφρύ το μεσημέρι ή το βράδυ αυτή η μακαρονοσαλάτα με κοχυλάκι και γαρίδες είναι ό,τι καλύτερο. Το μυστικό της καλό χαρτί; Ένα πέστο με λεμόνι και βασιλικό, παρμεζάνα ή γραβιέρα, που της δίνει άρωμα και δροσιά.
Για τη σαλάτα
1 πακέτο (500 γρ.) ζυμαρικά κοχυλάκια ή άλλο μικρόσχημο ζυμαρικό
300 γρ. γαρίδες, καθαρισμένες εντελώς από κεφάλια, κελύφη και ουρές
1 σκελίδα σκόρδο, σε χοντρά φετάκια
100 γρ. ντοματίνια πολύχρωμα, κομμένα στη μέση
50 γρ. φρέσκο κρεμμυδάκι, λεπτοκομμένο
1 γεμάτο, πατικωμένο φλιτζ. τσαγιού φύλλα ρόκας (ή σπανακιού baby), ολόκληρα
2 κουτ. σούπας κουκουνάρια, ελαφρώς καβουρδισμένα για 2-3 λεπτά στους 180°C
5 κουτ. σούπας ελαιόλαδο
αλάτι, φρεσκοτριμμένο πιπέρι
μερικά μικρά φύλλα πλατύφυλλου βασιλικού + 1 κουτ. σούπας τριμμένη παρμεζάνα ή ώριμη γραβιέρα, για το σερβίρισμα
Για το ελαφρύ πέστο λεμονιού-βασιλικού
25 γρ. φύλλα πλατύφυλλου βασιλικού
1/4 φλιτζ. τσαγιού ελαιόλαδο
1/2 σκελίδα σκόρδο
1 κουτ. σούπας χυμός λεμονιού
ξύσμα από 1 λεμόνι
1 κουτ. σούπας κουκουνάρια
αλάτι, φρεσκοτριμμένο πιπέρι
2 κουτ. σούπας τριμμένη παρμεζάνα ή ώριμη γραβιέρα
Σαλάτα
Πηγή: Γαστρονόμος

Στην Ευρώπη μπορεί τα μοντέλα της Xiaomi να μην έχουν εμφανιστεί όμως στην Κίνα κάνουν ήδη θραύση. Μάλιστα, η εταιρεία ξεκίνησε τις προπωλήσεις των νέων Skynomad N70 και Skynomad N90. Φέρουν τεχνολογία EREV, με έναν κινητήρα βενζίνης 1.500 κ.εκ απόδοσης 152 ίππων που λειτουργεί ως γεννήτρια. Το Xiaomi Skynomad N70 διατίθεται είτε με έναν ηλεκτροκινητήρα στον πίσω άξονα ισχύος 286 ίππων, είτε με δύο ηλεκτροκινητήρες, έναν ανά άξονα, συνολικής ισχύος 422 ίππων.

Το εσωτερικό του Xiaomi Skynomad N90 Max διαθέτει επταθέσια διάταξη 2+2+3, ενώ το μικρότερο N70 προσφέρει πενταθέσια καμπίνα.
Ένα χαρακτηριστικό είναι η διαμόρφωση καθισμάτων 2+2+3 , η οποία προσφέρει 11 διαφορετικές χωροταξικές διατάξεις και μέγιστη χωρητικότητα αποθήκευσης 1.831 λίτρων.
Eξοπλισμένο με μια μπαταρία NCM ” dragonscale ” 76 kWh, το όχημα επιτυγχάνει αμιγώς ηλεκτρική αυτονομία CLTC 464 km και συνδυασμένη αυτονομία 1.705 km. Υποστηρίζει γρήγορη φόρτιση, προσθέτοντας 285 km αυτονομίας σε 15 λεπτά, και διατηρεί κατανάλωση καυσίμου WLTC 6,26L/100km.
Αυτή είναι η ιστορία του Παντελή Κατσιάκου, ο οποίος πήρε την απόφαση μαζί με τη γυναίκα του να κάνουν οικογένεια στη Φήκη Τρικάλων, κι ας ξέρουν ότι το σχολείο του χωριού μπορεί σε μερικά χρόνια να έχει κλείσει.
Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΔΕΝ είχε την ευκαιρία να ζήσει ποτέ σε μια μεγάλη πόλη. «Ήταν γραφτό να μείνω στο χωριό. Ακόμη και τώρα που έχει σβήσει, όπως δυστυχώς πάρα πολλά χωριά στην Ελλάδα, εγώ το αγαπάω ακόμα. Είμαι μοναχοπαίδι και σε μένα έλαχε να συνεχίσω το μαγαζί του παππού και στη συνέχεια του πατέρα μου. Πλέον δεν θα μπορούσα να ζήσω αλλού, νομίζω», εξηγεί.
Το χωριό του, η Φήκη Τρικάλων, ήταν μεγάλο κάποτε. Είχε δικό του αστυνομικό τμήμα και γυμνάσιο. Οι περισσότερες παιδικές του αναμνήσεις είναι από τα καλοκαίρια που ξημεροβραδιαζόταν στην πλατεία που τότε έσφυζε από ζωή. Όσο περνούσαν τα χρόνια η παρέα μίκραινε. Στο λύκειο είχε πια χαθεί.
Κάπου εκεί άρχισε να αναπτύσσεται η μεγάλη του αγάπη για τα social media και κυρίως το Twitter – τώρα πια Χ. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος να επικοινωνεί με όσους δεν είχε την ευκαιρία να συναντήσει από κοντά.
«Ήταν γραφτό να μείνω στο χωριό. Ακόμη και τώρα που έχει σβήσει, όπως δυστυχώς πάρα πολλά χωριά στην Ελλάδα, εγώ το αγαπάω ακόμα. Είμαι μοναχοπαίδι και σε μένα έλαχε να συνεχίσω το μαγαζί του παππού και στη συνέχεια του πατέρα μου. Πλέον δεν θα μπορούσα να ζήσω αλλού».
Έγινε πολύ γρήγορα φίρμα εξαιτίας της τεράστιας συλλογής με αντικείμενα ποπ κουλτούρας: περιοδικά, δίσκους, ποδοσφαιρικές εμφανίσεις. Αρκετά μέσα ενημέρωσης στην Αθήνα άρχισαν να τον ψάχνουν για να του κάνουν αφιερώματα, με τίτλους όπως «Γιατί όλο το ίντερνετ ξέρει τον Παντελή Κατσιάκο;».
«Η ενασχόλησή μου με το Twitter και τις πλατφόρμες με βοήθησε να κόψω το τσιγάρο. Ενθουσιάστηκα όταν κατάλαβα ότι υπάρχει ένας χώρος όπου μπορούσες να μιλήσεις για τον ΠΑΟΚ με τις ώρες και ότι υπάρχουν άτομα που ακούνε την ίδια μουσική με σένα και έχεις τη δυνατότητα να συζητήσεις γι’ αυτή μαζί τους, ακόμη κι αν είναι μακριά», λέει ο Παντελής σήμερα.
Ανάμεσα στους ανθρώπους που γνώρισε τότε με αυτόν τον τρόπο ήταν και η Μαριάννα, η σύζυγός του. Όλα έγιναν στο chat του MAD TV. Εκείνη έμενε στον Πειραιά και αποφάσισε για χάρη του Παντελή να γίνει ερωτική μετανάστρια, να αφήσει το λιμάνι για να βρει ένα νέο, στη Φήκη Τρικάλων.
«Ξέραμε ότι θα είναι δύσκολη η προσαρμογή, αλλά ήμουν εκεί για να τη στηρίξω. Η συνύπαρξη στο παντοπωλείο –μέχρι να το κλείσουμε– ήταν απίστευτη και μοναδική. Με τη βοήθεια των social και με τις ενέργειες που κάναμε μας βοήθησε να γίνουμε γνωστοί πανελλαδικά. Τα βίντεο που κάναμε για την προώθηση νέων προϊόντων ήταν κάτι ξεχωριστό, στην προ TikTok εποχή», συμπληρώνει.
Δοκίμασαν να κάνουν μαζί και ραδιόφωνο. Ήρθε όμως η εγκυμοσύνη και τα σχέδια άλλαξαν. Πλέον, το παιδί τους είναι 2,5 χρονών και το Instagram του Παντελή είναι γεμάτο με φωτογραφίες του να παίζει με τις κότες, να κάνει βόλτες στο χωριό, να είναι μαζί στις συναυλίες.
«Θεωρώ ότι υπάρχουν και καλά και άσχημα. Οι δουλειές υπάρχουν μόνο στην πόλη, οπότε το πιο λογικό είναι να πηγαίνει σχολείο εκεί και να γυρίζει το μεσημέρι στο σπίτι στο χωριό. Θα θέλαμε να πάει το παιδί μας σχολείο στο χωριό, ειδικά αν υπάρχει βοήθεια από γιαγιά και παππού, αλλά δεν ξέρουμε αν μέχρι τότε θα υπάρχει το δημοτικό σχολείο. Να φανταστείς πέρυσι το σχολείο δεν είχε καν Ε’ Δημοτικού. Τα σχολεία και τα χωριά μας δυστυχώς σβήνουν, ερημώνουν».
Αλλά έχουν ακόμα καιρό μέχρι το δημοτικό. Για την ώρα πηγαίνουν μαζί στον παιδότοπο με το αυτοκίνητο. Ευτυχώς, εκεί δεν υπάρχει θέμα κίνησης και στάθμευσης. Αγαπημένα τους σημεία είναι επίσης το Πάρκο Αγίου Γεωργίου και το «νησάκι» του Πάρκου Ματσόπουλου, όπου μπορείς να κάνεις πικ νικ, αλλά αφού έχει πέσει πρώτα λίγο ο ήλιος.
Το παντοπωλείο πλέον δεν υπάρχει και στη θέση του έφτιαξαν ένα μαγαζί με ντόπια σουβενίρ. Το ονόμασαν «Ντιπ για Ντιπ», θέλοντας έτσι να δείξουν το ύφος που θα ακολουθήσουν. «Συνειδητοποιήσαμε ότι, εκτός από χαλβά Φαρσάλων, οι επισκέπτες δεν είχαν τη δυνατότητα να πάρουν κάποιο αξιόλογο αναμνηστικό από την πόλη μας».

«Οι ιδέες για τα μπλουζάκια είναι κατά κύριο λόγο βιωματικές από τη μεριά της Μαριάννας, που, ως νύφη στο χωριό, άκουγε άπειρες φορές “τίνος ίσι ’συ;”. Όταν μάλιστα της είπε ο πεθερός της τη λέξη “πουτσαρίνα”, με κοίταξε με απορία», λέει γελώντας.
«Για εμάς τους Τρικαλινούς η ντοπιολαλιά είναι η καθημερινότητά μας. Σε κάποιον που δεν είναι από εδώ, όπως η σύζυγός μου, κάνει εντύπωση και έτσι θέλησε να της δώσει ζωή. Από την ανταπόκριση του κόσμου συνειδητοποιήσαμε πόσο σημαντική είναι η διατήρηση και η απενοχοποίηση της χρήσης της».
Λόγω της μεγάλης δημοσιότητας και του virality που πήραν τα μπλουζάκια μέσω των social media, άρχισαν να έρχονται πελάτες και εκτός Τρικάλων, απ’ όλη τη χώρα. «Είναι πολύ συγκινητικό αυτό που συμβαίνει. Να παίρνουν μαζί τους ένα κομμάτι του τόπου μας, που τόσο αγαπάμε, να τα δωρίζουν σε άλλους. Έτσι εξαπλώνεται η τρικαλινή κουλτούρα».
Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν σκέφτηκαν να φύγουν και να ανοίξουν το μαγαζί τους σε κάποιο μεγάλο αστικό κέντρο. «Πλέον όχι, δεν το σκεφτόμαστε να φύγουμε. Οι καιροί είναι δύσκολοι, έχουμε μεγαλώσει. Δεν θα ήθελα να περάσω τα επόμενα πολλά χρόνια σε ένα αυτοκίνητο για να πηγαίνω στη δουλειά και το παιδί στις δραστηριότητές του».
Ο ίδιος θεωρεί ότι η ζωή στο χωριό, όσο και στα Τρίκαλα που απέχουν δεκαπέντε χιλιόμετρα, έχει πολλά θετικά. «Αν κάποιος βρει δουλειά στον τομέα που έχει σπουδάσει, δεν καταλαβαίνω γιατί να μην έρθει να εγκατασταθεί, ειδικά αν έχει καταγωγή από εδώ και έχει κατέβει στην Αθήνα για δουλειά. Δεν θα πω ότι είναι “έξυπνη” πόλη, ότι είναι η πόλη του ποδηλάτου και όλα αυτά τα κλισέ. Είναι μια επαρχιακή πόλη, όπου όλα γίνονται με τα πόδια και δεν τρως όλη σου τη μέρα στις δημόσιες υπηρεσίες.
Τα καφέ και τα εστιατόρια δίπλα στο ποτάμι, για έναν καφέ ή φαγητό, σε κάνουν να χαλαρώνεις. Ακόμα και το να βρεις σπίτι σε κάποιο χωριό –υπάρχουν πολλά σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από την πόλη– θα ήταν ιδανικό. Ησυχία και ταυτόχρονα τόνωση της τοπικής οικονομίας. Γιατί μπορεί να γίνομαι γραφικός, αλλά ο θάνατος των χωριών είναι κάτι που ανέκαθεν με πλήγωνε αφάνταστα», καταλήγει.
Με την παρέα που ξημεροβραδιάζονταν στην πλατεία, τότε που το χωριό είχε ακόμη κόσμο, πλέον βρίσκονται σπάνια. «Ο καθένας έχει πάρει τον δρόμο του με την οικογένειά του. Κάθε φορά που βρισκόμαστε όμως πηγαίνουμε στα καφενεία και στα μαγαζιά της νιότης μας να τα πούμε και να τα πιούμε». Μέχρι να πάρει τη σκυτάλη η επόμενη γενιά. Με ό,τι έχει μείνει πίσω.
Τον Παντελή Κατσιάκο μπορείτε να τον ακούτε στην εκπομπή του «Άλλη μια νύχτα σύγχυσης και γέλιου» στη Ραδιοφωνική Λέσχη 97.6.
Πηγή: lifo