ενημέρωση 8:18, 28 October, 2026

ΗΠΑ - Οι δημόσιες εκτελέσεις σταμάτησαν πριν από σχεδόν έναν αιώνα. Γιατί ξαναρχίζουν τώρα;

Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ είχε ανακοινώσει ότι ο στρατός θα εκτελέσει δημοσίως τον Νιντάλ Χασάν

Χιλιάδες άνθρωποι παρατάχθηκαν στις όχθες ενός ποταμού στο Κεντάκι, των ΗΠΑ, το μακρινό 1936 για το δημόσιο απαγχονισμό ενός άνδρα που είχε καταδικαστεί για βιασμό και δολοφονία μιας ηλικιωμένης χήρας.

Ήταν 14 Αυγούστου στο Όουενσμπορο του Κεντάκι, μια αποπνικτική Παρασκευή εν μέσω ενός θρυλικού καύσωνα. Κάποιοι κοιμήθηκαν όλη τη νύχτα κοντά στην αγχόνη για να εξασφαλίσουν τις θέσεις τους, ενώ έφηβοι πωλούσαν ποπ κορν και αναψυκτικά στους θεατές.

Μέχρι την ώρα της εκτέλεσης, στις 5 το πρωί, το πλήθος είχε φθάσει τις 20.000 περίπου.

Η τελευταία δημόσια εκτέλεση στις ΗΠΑ

Τότε ήταν που ο Ρέινι Μπέθια, ένας ορφανός στα 20 του, ανέβηκε στην αγχόνη – καταδικασμένος σε θάνατο αφού φέρεται να ομολόγησε τη ληστεία, τον βιασμό και τη δολοφονία της 70χρονης Λίσκια Έντουαρντς.

Το προηγούμενο απόγευμα, είχε φάει το τελευταίο του γεύμα που περιλάμβανε τηγανητό κοτόπουλο, χοιρινά παϊδάκια, πουρέ πατάτας, αγγουράκια τουρσί, ψωμί καλαμποκιού, λεμονόπιτα και παγωτό.

Πολλοί από τους συγκεντρωμένους – συμπεριλαμβανομένων δημοσιογράφων που είχαν έρθει από τόσο μακριά όσο το Σικάγο και η Νέα Υόρκη – ήρθαν για να δουν την εκτέλεση. Ο τοπικός σερίφης είχε πεθάνει τέσσερις μήνες νωρίτερα και η χήρα του ανέλαβε απροσδόκητα τη θέση του. Ωστόσο, αρνήθηκε να τραβήξει η ίδια το μοχλό και τελικά ήταν μισθωτοί δήμιοι που έστειλαν τον Μπέθια στον θάνατο.

Αυτή η στιγμή σηματοδότησε τον τελευταίο δημόσιο απαγχονισμό υψηλού προφίλ στην Αμερική. Το «τσίρκο» γύρω από τον θάνατο του Μπέθια έφερε σε δύσκολη θέση πολλούς στο Κεντάκι, και ο κυβερνήτης απαγόρευσε τις δημόσιες εκτελέσεις 18 μήνες αργότερα.

Μέχρι τότε, οι περισσότερες πολιτείες είχαν καταργήσει τη θανατική ποινή ενώπιον του κοινού, καθώς οι κοινωνικές αντιλήψεις στρέφονταν προς πιο ανθρώπινες και κλειστές μεθόδους. Το 1937, στο Μιζούρι, μερικές εκατοντάδες άτομα παρευρέθηκαν σε έναν άλλον απαγχονισμό, αλλά το γεγονός αυτό ήταν λιγότερο γνωστό και σηματοδότησε την τελευταία δημόσια εκτέλεση στην Αμερική — μέχρι σήμερα.

«Είναι απλά φρικτό»

Λίγο περισσότερο από 90 χρόνια μετά τη δολοφονία του Μπέθια, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ ανακοίνωσε ότι ο στρατός θα εκτελέσει δημοσίως τον Νιντάλ Χασάν, ο οποίος σκότωσε 13 άοπλους συναδέλφους του το 2009 στη στρατιωτική βάση Φορτ Χουντ στο Τέξας.

Το Πεντάγωνο πρόσθεσε ότι η εκτέλεση θα μεταδοθεί ζωντανά.

«Ο κόσμος πρέπει να καταλάβει ότι υπάρχουν σοβαρές συνέπειες για τέτοιου είδους πράξεις», δήλωσε ο Χέγκσεθ.

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κολοράντο Μάικλ Ραντελέτ, μακροχρόνιος μελετητής της θανατικής ποινής, έμεινε σοκαρισμένος.

«Ποτέ δεν φαντάστηκα [άλλη] δημόσια εκτέλεση», δήλωσε στο BBC.

Σημείωσε ότι η υποστήριξη του κοινού για τη θανατική ποινή γενικά μειώνεται σταθερά. Το 1994, για παράδειγμα, ήταν 80%, ενώ σήμερα ανέρχεται στο 52%.

«Έχει μειωθεί κατακόρυφα, ειδικά όταν προσφέρεται η εναλλακτική λύση της ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης», είπε.

Είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε τι σκέφτεται το αμερικανικό κοινό για την ιδέα της ζωντανής μετάδοσης μιας εκτέλεσης. Ωστόσο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι εκατομμύρια ή και περισσότεροι άνθρωποι θα την παρακολουθήσουν.

Με την ανακοίνωση του Χέγκσεθ, ο Ραντελέτ δήλωσε: «Η δικαιολογία για τη θανατική ποινή μετατρέπεται σε "ψυχαγωγία"… φέρτε το ποπ κορν σας, καλέστε τους φίλους σας».

Η Σόνια Λέα, η οποία μόλις πέρυσι εξέδωσε ένα βιβλίο για την εκτέλεση του Μπέθια, «ένιωσα απόλυτη φρίκη για τους απογόνους μας» όταν έμαθε για την ανακοίνωση της ζωντανής μετάδοσης της εκτέλεσης από το εκτελεστικό απόσπασμα.

«Αυτό που το αποκαλούσαν το 1936 ήταν ένα καρναβάλι σαδισμού», είπε. «Το γεγονός ότι διαθέτουμε πλέον την τεχνολογία που μπορεί να το κάνει να φτάσει σε ευρύτερο κοινό από τους 20.000 ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί… για να παρακολουθήσουν στο Όουενσμπορο του Κεντάκι, το καθιστά ακόμα πιο φρικιαστικό».

Οι παππούδες της Λέα ήταν έφηβοι νεόνυμφοι ανάμεσα στο πλήθος του 1936. Το έμαθε μόνο μετά το θάνατο της γιαγιάς της το 2002, όταν διάβασε μια περιγραφή που είχε δώσει η γιαγιά της, στην οποία εξηγούσε λεπτομερώς πώς ήταν αρκετά κοντά ώστε να ακούσουν το σπάσιμο του λαιμού του Μπέθια.

Τα επόμενα χρόνια έρευνας της συγγραφέως της έδειξαν ότι πολλοί κάτοικοι του Κεντάκι «στοιχειώνονταν» από εκείνη την εκτέλεση.

«Πραγματικά πίστευα, με όλη μου την καρδιά, ότι είχαμε αφήσει αυτό το θέμα πίσω μας, αυτό το επίπεδο τρόμου που μόνο λίγες χώρες στον κόσμο εφαρμόζουν – το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, το Αφγανιστάν», είπε. «Μήπως τώρα, ως Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, θεωρούμε τους εαυτούς μας μέρος αυτού του είδους κυβέρνησης; Είναι απλά φρικτό».

Η πόλωση γύρω από την απόφαση

Ωστόσο, η πόλωση και η ρητορική στην αμερικανική πολιτική ενδέχεται, κατά κάποιον τρόπο, να έχουν προετοιμάσει το έδαφος για μια τέτοια ανακοίνωση, δήλωσε ο Κερτ Γκρέι, καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Οχάιο.

«Μερικοί Αμερικανοί μπορεί να διψούν για αίμα, αλλά πιστεύω ότι πολλοί άλλοι δεν το επιθυμούν, και, αν μη τι άλλο, νομίζω ότι πολλοί άλλοι Αμερικανοί έχουν απλώς κάπως απευαισθητοποιηθεί», είπε. «Δεν είναι λοιπόν ότι επευφημούν μια δημόσια εκτέλεση, απλώς σκέφτονται: "Ναι, μάλλον εκεί βρισκόμαστε τώρα"».

Άλλες έρευνες δείχνουν ότι ο Χέγκσεθ και η κυβέρνηση ίσως να ερμηνεύουν λανθασμένα τη διάθεση της χώρας.

Ο Γκάρεν Γουίντεμιουτ, διευθυντής του Προγράμματος Έρευνας για την Πρόληψη της Βίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϋ, δήλωσε ότι τα στοιχεία των ερευνών δείχνουν μια φθίνουσα τάση προς τη βία στις ΗΠΑ.

«Σήμερα το πρωί, ο πρόεδρος της Αμερικανικής Συνόδου Καθολικών Επισκόπων χαρακτήρισε αυτή την [ανακοίνωση για τη ζωντανή μετάδοση της εκτέλεσης] ως βάρβαρη», είπε. «Και νομίζω ότι εκφράζει την άποψη πολλών ανθρώπων».

«Νομίζω ότι το θέμα είναι το εξής: Μια δημόσια εκτέλεση δεν αντιπροσωπεύει αυτό που είμαστε», πρόσθεσε. «Δεν είναι αυτό που φιλοδοξούμε να είμαστε ως χώρα».

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος είναι καθολικός, δήλωσε ότι δεν θα παρακολουθήσει την εκτέλεση.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέφυγε να απαντήσει στο ερώτημα αν θα την παρακολουθήσει ο ίδιος – επιβεβαίωσε όμως ότι ενέκρινε την απόφαση για τη ζωντανή μετάδοση του θανάτου του Χασάν.

«Πραγματικά δεν με νοιάζει πώς θα πεθάνει, αρκεί να πεθάνει», είπε ο Τραμπ. «Και πιστεύω ότι η θανατική ποινή είναι ένας πολύ αξιοπρεπής τρόπος να πεθάνει».

Με πληροφορίες από BBC

«Δεν ζητάμε πολυτέλειες» - Οι μαθητές στη Γαλλία νιώθουν εγκαταλελειμμένοι από το κράτος

Χιλιάδες έφηβοι δηλώνουν απελπισμένοι να επιστρέψουν στις σχολικές αίθουσες, ωστόσο εξηγούν πως οι συνθήκες είναι τόσο κακές που οι κινητοποιήσεις πρέπει να συνεχιστούν

Σε μια συνηθισμένη σχολική ημέρα, ο Μοχάμεντ, 17 ετών, ξυπνά στις 6 το πρωί και φροντίζει τα μικρότερα αδέλφια του, βοηθώντας την ανύπαντρη μητέρα του, η οποία εργάζεται ως φύλακας ασφαλείας.

Στη συνέχεια, επιβιβάζεται σε δύο ασφυκτικά γεμάτα λεωφορεία και σε ένα τοπικό τρένο για να φτάσει στο λύκειό του, στο Σεβράν, μια φτωχή περιοχή στα βορειοανατολικά προάστια του Παρισιού.

«Δεν υπάρχουν αρκετές καρέκλες και θρανία για όλους, με αποτέλεσμα ορισμένοι μαθητές να αναγκάζονται να στέκονται όρθιοι», λέει ο Μοχάμεντ. «Οι τάξεις είναι μερικές φορές τόσο ασφυκτικά γεμάτες, που δεν μπορείς καν να επικοινωνήσεις με τον καθηγητή. Κατά τους φετινούς καύσωνες, η θερμοκρασία στις υπερπλήρεις αίθουσες, χωρίς σκίαση ή κουρτίνες, έμοιαζε να φτάνει τους 40 βαθμούς. Έκανε τόση ζέστη που δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά», εξομολογείται μιλώντας στον Guardian.

Ο 17χρονος, ο οποίος φοιτά στην τελευταία τάξη του λυκείου, θέλει να σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων και ψηφιακή επικοινωνία σε πανεπιστήμιο του Παρισιού. Ωστόσο, όπως λέει, οι συνθήκες είναι τόσο κακές, που αισθάνεται ότι ο ίδιος και οι συμμαθητές του βρίσκονται εξαρχής σε μειονεκτική θέση.

«Σε ορισμένα μαθήματα περνούν μήνες χωρίς να έχουμε καθηγητή, επειδή όταν κάποιος απουσιάζει δεν αντικαθίσταται», αναφέρει.

«Μία τάξη έμεινε χωρίς καθηγητή Γαλλικών για αρκετούς μήνες, λίγο πριν από τις εξετάσεις για το γαλλικό απολυτήριο, με αποτέλεσμα οι μαθητές να μην προλάβουν να μελετήσουν όλα τα προβλεπόμενα κείμενα. Πρόσφατα, χρειαζόμασταν καθηγητή για ένα μάθημα που διδάσκεται στα Αγγλικά, αλλά όταν τελικά ήρθε, δεν μιλούσε Αγγλικά».

Το μεγαλύτερο νεανικό κίνημα διαμαρτυρίας που έχει γνωρίσει η χώρα εδώ και δεκαετίες έβγαλε αυτή την εβδομάδα εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους της Γαλλίας. Οι διαδηλωτές καταγγέλλουν τις ανισότητες στο εκπαιδευτικό σύστημα, την κακή κατάσταση των σχολικών κτιρίων, τις ελλείψεις εκπαιδευτικών και τον μεγάλο αριθμό μαθητών ανά τάξη.

Εκατοντάδες σχολεία αποκλείστηκαν από διαδηλωτές, χιλιάδες έφηβοι συνελήφθησαν, ενώ οργανώσεις υπεράσπισης των δικαιωμάτων προειδοποίησαν για καταγγελίες αστυνομικής βίας. Ένα παιδί έχασε την όρασή του από το ένα μάτι και ένα άλλο υπέστη ακρωτηριασμό στο χέρι.

«Δεν ζητάμε πολυτέλειες» - Οι μαθητές στη Γαλλία νιώθουν εγκαταλελειμμένοι από το κράτος
Φωτογραφία: EPA
«Δεν ζητάμε πολυτέλειες» - Οι μαθητές στη Γαλλία νιώθουν εγκαταλελειμμένοι από το κράτος
Φωτογραφία: EPA

Ο Μοχάμεντ και οι συμμαθητές του, με τη συχνή υποστήριξη γονέων και εκπαιδευτικών, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των κινητοποιήσεων, αποκλείοντας το σχολείο τους, το Λύκειο Μπλαιζ-Σαντράρ, το οποίο βρίσκεται στο Σεν-Σεν-Ντενί, έναν από τους φτωχότερους νομούς της μητροπολιτικής Γαλλίας.

Οι μαθητές αποφάσισαν να συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις και την επόμενη εβδομάδα, προκειμένου να μεταφέρουν τα αιτήματά τους στον δήμαρχο, σε αιρετούς εκπροσώπους και σε αρμόδιους για την εκπαίδευση. Πολλοί τοπικοί πολιτικοί έχουν εκφράσει τη στήριξή τους, ενώ ακόμη και ο Γάλλος πρωθυπουργός, Σεμπαστιάν Λεκορνί, αναγνώρισε ότι οι έφηβοι έχουν «δικαιολογημένες» ανησυχίες.

Φωτογραφίες στα κινητά των μαθητών του Σεβράν αποτυπώνουν σπασμένες καρέκλες στις αίθουσες, τρύπες στους τοίχους και στις οροφές, μούχλα, κουβάδες για τη συλλογή νερού από διαρροές και χαλασμένα φώτα. Όπως καταγγέλλουν, δεν καλύπτονται ούτε βασικές ανάγκες: ορισμένες τουαλέτες είναι εκτός λειτουργίας, άλλες δεν έχουν πόρτες, ενώ συχνά λείπουν το χαρτί υγείας και το σαπούνι. Παράλληλα, υπάρχουν ελλείψεις σε βιντεοπροβολείς και επιστημονικό εξοπλισμό.

«Δεν ζητάμε πολυτέλειες» - Οι μαθητές στη Γαλλία νιώθουν εγκαταλελειμμένοι από το κράτος
Φωτογραφία: Ed Alcock/The Guardian

«Δεν ζητάμε πολυτέλειες, μόνο τα στοιχειώδη για να μπορούμε να μαθαίνουμε σε αξιοπρεπείς συνθήκες», λέει ο Μοχάμεντ. «Κι όμως, όταν συγκεντρωθήκαμε για να διαμαρτυρηθούμε έξω από το σχολείο μας, αστυνομικοί πάνω σε άλογα έπεσαν πάνω μας, εκτοξεύοντας δακρυγόνα και προχωρώντας σε συλλήψεις. Είναι πολύ επικίνδυνο να σε χτυπά ένα άλογο· μπορεί να σε σκοτώσει. Το μόνο που έκανα ήταν να τρέξω και να προσπαθήσω να βοηθήσω τους συμμαθητές μου».

Τα λύκεια του Σεν-Σεν-Ντενί, μιας περιοχής που συνορεύει με τα βόρεια προάστια του Παρισιού, αποτελούν βασική κινητήρια δύναμη των διαμαρτυριών. Η περιοχή έχει τον νεότερο πληθυσμό στη μητροπολιτική Γαλλία, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων και από τα χαμηλότερα μέσα εισοδήματα. Στα τοπικά λύκεια καταγράφεται επίσης μεγάλη εναλλαγή νέων εκπαιδευτικών.

Παρά το γεγονός ότι η περιοχή φιλοξένησε μέρος των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024 και παρά τα πολυάριθμα κυβερνητικά σχέδια για την αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων ανισότητας και φτώχειας, τα βορειοανατολικά προάστια του Παρισιού εξακολουθούν να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με την πρωτεύουσα.

Το 2005, το Σεν-Σεν-Ντενί βρέθηκε στο επίκεντρο εβδομάδων ταραχών σε εργατικές κατοικίες και προάστια σε ολόκληρη τη Γαλλία, οι οποίες οδήγησαν στην κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Αφορμή αποτέλεσε ο θάνατος δύο νεαρών αγοριών που κρύφτηκαν από την αστυνομία σε ηλεκτρικό υποσταθμό. Οι φετινές κινητοποιήσεις δείχνουν ότι οι ανισότητες και οι διακρίσεις στα προάστια του Παρισιού παραμένουν άλυτες, ενώ η δυσπιστία μεταξύ των νέων και της αστυνομίας εξακολουθεί να υφίσταται.

Το Λύκειο Μπλαιζ-Σαντράρ του Σεβράν, στο οποίο φοιτούν περισσότεροι από 1.000 μαθητές, έχει βρεθεί και στο παρελθόν στο επίκεντρο διαμαρτυριών για τις συνθήκες εκπαίδευσης. Το 2024, μαθητές και εκπαιδευτικοί δημιούργησαν ένα βίντεο που έγινε viral, καταγράφοντας την κατάσταση στις αίθουσες, στις τουαλέτες και στον σχολικό εξοπλισμό.

«Ξεκινάμε από μειονεκτική θέση»

Η περιφέρεια Ιλ-ντε-Φρανς είχε ανακοινώσει τότε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ανακαίνισης των σχολικών κτιρίων. Ωστόσο, οι μαθητές υποστηρίζουν ότι σημαντικά προβλήματα εξακολουθούν να παραμένουν.

«Ξεκινάμε από μειονεκτική θέση, επειδή οι γονείς μας δεν έχουν τόσα χρήματα όσα άλλοι. Δεν μπορούν να μας αγοράσουν βιβλία ούτε να μας πηγαίνουν στον κινηματογράφο», λέει ο 17χρονος Ιλιάν, η οικογένεια του οποίου έχει μαροκινές ρίζες και ο πατέρας του εργάζεται ως ελεγκτής κυκλοφορίας.

«Χάνουμε μαθήματα λόγω των κινητοποιήσεων και κινδυνεύουμε να μείνουμε πίσω σε μια χρονιά με εξετάσεις. Θέλουμε απεγνωσμένα να επιστρέψουμε στις τάξεις και να διαβάσουμε, αλλά οι συνθήκες που αντιμετωπίζουμε είναι τόσο κακές, που δεν μπορούμε να σταματήσουμε τις διαμαρτυρίες μέχρι η κυβέρνηση να δεσμευτεί ότι θα αναλάβει δράση».

Οι υποσχέσεις του υπουργείου Παιδείας

Το γαλλικό υπουργείο Παιδείας υποσχέθηκε αυτή την εβδομάδα την άμεση διάθεση 3.000 εκπαιδευτικών για την κάλυψη των κενών.

Ωστόσο, τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών εξέφρασαν αμφιβολίες για την υλοποίηση της δέσμευσης και υπογράμμισαν ότι απαιτούνται μακροπρόθεσμα σχέδια και περισσότερη χρηματοδότηση, παρότι η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα διαθέσιμα κονδύλια είναι περιορισμένα.

Πρόβλημα αποτελεί και η ψυχική υγεία των παιδιών στο Σεν-Σεν-Ντενί. Ο Ιλιάν περιμένει εδώ και μήνες να εξεταστεί από παιδοψυχίατρο. Όπως αναφέρει, στο λύκειό του δεν υπάρχει σχολικός νοσηλευτής, ενώ το προσωπικό υποστήριξης μαθητών με αναπηρία δεν επαρκεί.

«Οι αστυνομικοί μάς αντιμετωπίζουν αφ' υψηλού, σαν να είμαστε ζώα», λέει ο Ιλιάν. «Μας μιλούν με απίστευτη σκληρότητα». Όπως ανέφερε σε τοπικούς πολιτικούς, ορισμένοι έφηβοι καταγγέλλουν ότι αστυνομικοί τούς απηύθυναν ρατσιστικές προσβολές κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων.

Ο Στεφάν Τρουσέλ, σοσιαλιστής επικεφαλής του νομαρχιακού συμβουλίου του Σεν-Σεν-Ντενί, ο οποίος συναντήθηκε αυτή την εβδομάδα με τους μαθητές, δήλωσε: «Είναι απαράδεκτο η αστυνόμευση να αποτελεί μέρος του προβλήματος».

Παράλληλα, ζήτησε να σταματήσει η χρήση ενός τύπου εκτοξευτή ελαστικών βλημάτων από την αστυνομία, μετά την αναστολή της χρήσης χειροβομβίδων κρότου-λάμψης εξαιτίας των τραυματισμών που προκλήθηκαν. Από την πλευρά του, ο Γάλλος υπουργός Εσωτερικών, Λοράν Νουνιέζ, υπερασπίστηκε τις αστυνομικές τακτικές.

Ο δήμαρχος του Σεβράν, Στεφάν Μπλανσέ, δήλωσε ότι στηρίζει τα αιτήματα των μαθητών. Όπως ανέφερε, πολλοί από τους 52.000 κατοίκους της πόλης, όπου το ποσοστό φτώχειας είναι υψηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο, αισθάνονται ότι έχουν παραγκωνιστεί και ξεχαστεί από το κράτος.

Η Σάρα, 17 ετών, η οποία θέλει να σπουδάσει σε μια κορυφαία πολυτεχνική σχολή του Παρισιού και της οποίας ο πατέρας εργάζεται σε αποθήκη, λέει ότι οι έφηβοι στα φτωχότερα προάστια «αισθάνονται πραγματικά εγκαταλελειμμένοι».

«Μας εξέπληξε ευχάριστα και μας συγκίνησε η υποστήριξη που λάβαμε αυτή την εβδομάδα από άλλους εφήβους σε πιο εύπορες περιοχές της Γαλλίας, οι οποίοι βγήκαν στους δρόμους για να διαδηλώσουν μαζί μας», αναφέρει.

«Ξέρουμε ότι βρισκόμαστε σε μειονεκτική θέση και ότι πρέπει να προσπαθούμε δέκα φορές περισσότερο από τους άλλους για να ξεπεράσουμε τις διακρίσεις που αντιμετωπίζουμε λόγω της περιοχής όπου ζούμε. Αλλά δεν μπορούμε να μάθουμε σωστά υπό αυτές τις συνθήκες, όταν δεν είναι καν βέβαιο ότι θα έχουμε μια καρέκλα για να καθίσουμε στο σχολείο».

Με πληροφορίες από Guardian

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Edith Piaf - Ο Έλληνας σύζυγός της κατηγορήθηκε ως χρυσοθήρας- Η διαθήκη που έκλεισε τα στόματα

Ο τελευταίος σύζυγος της Edith Piaf ήταν ο Έλληνας Théo Sarapo (Θεοφάνης Λαμπούκας), σχεδόν 20 χρόνια νεότερός της. Εκείνη τον αποκαλούσε χαϊδευτικά «Theo Sagapo» και τον παντρεύτηκε σε μια ελληνο-ορθόδοξη τελετή, λίγο πριν το θάνατό της στις 10 Οκτωβρίου 1963.

Υπάρχουν ιστορίες που, όσο κι αν έχουν ειπωθεί, επιμένουν να επιστρέφουν με μια παράξενη βαρύτητα, σαν να διεκδικούν εκ νέου την ερμηνεία τους. Η σχέση της Edith Piaf, η οποία έφυγε από τη ζωή στις 10 Οκτωβρίου 1963, με τον νεαρό Έλληνα σύζυγό της, Θεοφάνη Λαμπούκα -γνωστό στον κόσμο ως Théo Sarapo- ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία: μια αφήγηση που ξεκίνησε ως κουτσομπολιό, παγιώθηκε ως σκάνδαλο και κατέληξε, αργά και σχεδόν απρόθυμα, να αναγνωρίζεται ως κάτι βαθύτερο, πιο ανθεκτικό, σχεδόν ανησυχητικά καθαρό.

Σήμερα, η ιστορία αυτή καταγράφεται συχνά ως μια από τις πλέον δραματικές εκφάνσεις αφοσίωσης στον χώρο της μουσικής· μια αφήγηση που μοιάζει να έχει ταξινομηθεί κάτω από τις μεγάλες, «καθαρές» ιστορίες έρωτα. Ωστόσο, η ουσία της δεν εξαντλείται στην τραγικότητα ούτε στην εύκολη εξιδανίκευση. Το βάρος της βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα σε ό,τι ειπώθηκε τότε και σε ό,τι τεκμηριώθηκε εκ των υστέρων. Σε εκείνη τη ρωγμή όπου οι πρόχειρες βεβαιότητες εκτίθενται.

Παρίσι, αρχές της δεκαετίας του ’60. Η πόλη διατηρεί ακόμη την αύρα της μεταπολεμικής αναγέννησης, αλλά η ίδια η Piaf βρίσκεται ήδη στη δύση της προσωπικής της διαδρομής. Το σώμα της, καταπονημένο από χρόνια υπερβολής, ασθένειας και αδιάκοπης έκθεσης, έχει αρχίσει να καταρρέει με τρόπο αμείλικτο. Διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις, έντονοι πόνοι, μια φωνή που άλλοτε μπορούσε να διαπεράσει το πλήθος σαν εξομολόγηση και τώρα παλεύει να σταθεί όρθια. Η εικόνα της, άλλοτε συνυφασμένη με την ίδια την έννοια του παρισινού πάθους, μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι πιο εύθραυστο και φασματικό.

Και μέσα σε αυτό το σκηνικό εμφανίζεται εκείνος. Ένας νεαρός άνδρας, σχεδόν είκοσι χρόνια μικρότερός της, παιδί μεταναστών από την Ελλάδα, με παρελθόν κομμωτή και φιλοδοξίες που ακροβατούν ανάμεσα στην υποκριτική και το τραγούδι. Το καλλιτεχνικό του όνομα είναι Théo Sarapo, το πραγματικό του, Θεοφάνης Λαμπούκας. Το ψευδώνυμό του, το είχε δώσει η Piaf και πρόκειται για λογοπαίγνιο: το ελληνινό «σ' αγαπώ» είναι ομόηχο με το "Sarapo" όταν το «R» προφέρεται με γαλλική προφορά. Παντρεύτηκαν σε ελληνο-ορθόδοξη εκκλησία λιγότερο από έναν χρόνο μετά τη γνωριμία τους, όταν εκείνος ήταν 26 και εκείνη 46 ετών. Δυστυχώς, η κατάσταση της υγείας της δεν τους επέτρεψε να πάνε μήνα του μέλιτος.

Theo Sarapo and Edith Piaf on The Beach in Nice, 1962 (photo)
In 1962, at the Theatre de la Verdure in Nice, Edith PIAF sings a... News  Photo - Getty Images 

Η αντίδραση υπήρξε άμεση και σχεδόν προβλέψιμη. Ο γαλλικός Τύπος, με την αδηφαγία που χαρακτηρίζει τις στιγμές παρακμής των μεγάλων ειδώλων, έσπευσε να αποδώσει ρόλους: εκείνη, η εξαντλημένη ντίβα που βαδίζει προς το τέλος· εκείνος, ο νεαρός οπορτουνιστής που αναζητά την εύκολη άνοδο μέσα από τον γάμο. Οι τίτλοι δεν άφηναν πολλά περιθώρια αμφιβολίας ως προς το πλαίσιο μέσα στο οποίο όφειλε να διαβαστεί η ιστορία. Ο Sarapo παρουσιάστηκε ως χρυσοθήρας και ζιγκολό, μια φιγούρα αρχετυπική, που επανέρχεται κάθε φορά που η ηλικία, η δύναμη και το χρήμα συναντώνται με τρόπους που ενοχλούν τις κοινωνικές συμβάσεις. Και πράγματι, η μεγάλη ντίβα του γαλλικού πενταγράμμου τον ανέδειξε, του έδωσε ευκαιρίες και ενώθηκε μαζί του και επί σκηνής, με το ντουέτο "À quoi ça sert l'amour ?". Μαζί περιόδευσαν ανά την Ευρώπη και σχεδίασαν να συνεχίσουν την περιοδεία τους στις ΗΠΑ, όμως η υγεία της Piaf δεν το επέτρεψε.

Theo Sarapo and Edith Piaf 

Ωστόσο, η καθημερινότητα που εκτυλισσόταν μακριά από τις στήλες των εφημερίδων δεν ταίριαζε εύκολα σε αυτό το σχήμα. Εκεί, η εικόνα ήταν λιγότερο θεαματική και περισσότερο επίμονη. Ο Sarapo παρέμενε δίπλα της, όχι με τον τρόπο του ανθρώπου που περιμένει μια μελλοντική ανταμοιβή, αλλά με την επιμονή κάποιου που έχει ήδη επιλέξει το πεδίο της ζωής του. Τη σήκωνε όταν δεν μπορούσε να περπατήσει, της έδινε φαγητό όταν η ίδια δεν είχε τη δύναμη να κρατήσει κουτάλι, την οδηγούσε έξω για λίγες στιγμές καθαρού αέρα, σαν να προσπαθούσε να ανακόψει, έστω προσωρινά, την αναπόφευκτη πορεία των πραγμάτων.

Η απομόνωση που συνοδεύει συχνά την πτώση των μεγάλων μορφών άρχισε να γίνεται αισθητή. Άνθρωποι που είχαν επωφεληθεί από τη γενναιοδωρία και τη λάμψη της Piaf απομακρύνονταν, είτε από αμηχανία είτε από κόπωση είτε από μια πιο ωμή μορφή ιδιοτέλειας. Ο νεαρός Έλληνας, εκείνος που υποτίθεται ότι είχε εισέλθει σε αυτή τη ζωή για λόγους συμφέροντος, παρέμενε. Και αυτή η παραμονή, επαναλαμβανόμενη καθημερινά, άρχισε να αποκτά το βάρος ενός σιωπηλού αντεπιχειρήματος.

Στις 10 Οκτωβρίου 1963, η Edith Piaf αφήνει την τελευταία της πνοή, σε ηλικία μόλις 47 ετών, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο του ήπατος. Λίγο πριν, έχει βυθιστεί σε κώμα. Δίπλα της βρισκόταν ο Sarapo. Τα τελευταία της λόγια, όπως καταγράφονται, συμπυκνώνουν μια κοσμοθεωρία σχεδόν αυστηρή: «Ό,τι κάνεις σε αυτή τη ζωή, πρέπει να το πληρώνεις». Μια φράση που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να ακουστεί ως ηθικό αξίωμα, εδώ αποκτά έναν τόνο σχεδόν προφητικό.

Η στιγμή της διαθήκης, που σε τέτοιες περιπτώσεις λειτουργεί ως κορύφωση της δραματουργίας, δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες. Αντί για την εικόνα μιας μεγάλης περιουσίας που αλλάζει χέρια, αποκαλύπτεται ένα βάρος: χρέη συσσωρευμένα από χρόνια ιατρικών εξόδων, από πράξεις γενναιοδωρίας προς φίλους, από μια ζωή που δαπανούσε χωρίς να μετρά. Φυσικά κι ο Sarapo γνώριζε για τα χρέη αυτά και είχε επιλέξει να παραμείνει και να τα τακτοποιήσει, σαν μια τελευταία πράξη φροντίδας προς την αγαπημένη του.

Λόγω των χρεών της σταρ, του γίνεται έξωση από το διαμέρισμά τους στη Λεωφόρο Λαν την ημέρα των Χριστουγέννων του 1963. Ο Sarapo εμπνεύστηκε από αυτήν την εμπειρία και ηχογράφησε το τραγούδι «La maison qui ne chante plus» (δηλαδή «το σπίτι που δεν τραγουδά πια»), το οποίο έγινε επιτυχία. Τα χρέη αγγίζουν τα 7 εκατομμύρια φράγκα και ο νεαρός περνά τα επόμενα χρόνια προσπαθώντας να τα εξοφλήσει, μέσα από συναυλίες και ηχογραφήσεις που διατηρούν ζωντανό το όνομα της Piaf.

Το τέλος έρχεται το 1970, με τρόπο αιφνίδιο και τραγικό. Ένα τροχαίο δυστύχημα τερματίζει τη ζωή του σε ηλικία 34 ετών. Η τελευταία του επιθυμία εκπληρώνεται και θάβεται στο κοιμητήριο Père Lachaise, στον ίδιο τάφο με την Piaf, στα πόδια της. Η επιγραφή πάνω στον κοινό τους τάφο μεταφράζεται ως «Η αγάπη τα κατακτά όλα». Η εικόνα αυτή, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως υπερβολικά συμβολική, αποκτά τελικά μια ιδιότυπη λιτότητα. Δύο ζωές που συναντήθηκαν σε μια χρονική στιγμή άνιση, σφραγίζονται με μια πράξη εγγύτητας που δεν επιδέχεται περαιτέρω ερμηνεία.

Ζόι Καζάν - Η εγγονή του Ηλία Καζάν μιλά για τον παππού της και το «Ανατολικά της Εδέμ» στο Netflix

Η εγγονή του ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτη καταπιάνεται με το μυθιστόρημα του Τζον Στάινμπεκ, 71 χρόνια μετά την κινηματογραφική μεταφορά του. Η νέα σειρά του Netflix, η οικογενειακή κληρονομιά, ο μακαρθισμός και η προσπάθεια να χαράξει τη δική της διαδρομή.

Τον αποκαλεί «παππού». Ο «παππούς μου» στα ελληνικά. Για τη Ζόι Καζάν, ο Ηλίας Καζάν, ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του αμερικανικού κινηματογράφου και θεάτρου, ήταν πρώτα απ’ όλα ο παππούς της. Ο άνθρωπος που την έπαιρνε από το χέρι για να βγουν βόλτα στον κήπο και την υποδεχόταν στο σπίτι του στο Κονέκτικατ, εκεί όπου το μπρίκι του καφέ – όπως χαρακτηριστικά λέει η ίδια – είχε πάντα μια θέση στην εστία της κουζίνας. Αργότερα μοιραζόταν μαζί του τις θεατρικές ανησυχίες της.

Ο Ελία ή Ηλίας (κατά την ελληνική απόδοση του ονόματός του) Καζάν γεννήθηκε το 1909 στην Κωνσταντινούπολη, από οικογένεια Ελλήνων με καταγωγή από την Καισάρεια της Μικράς Ασίας. Μετανάστευσε με τους γονείς του στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ηλικία 4 ετών για να αναδειχθεί σε καθοριστική προσωπικότητα του Μπρόντγουεϊ και του Χόλιγουντ. Στο «Αμέρικα Αμέρικα» (1964) ο Καζάν στράφηκε στις μικρασιατικές ρίζες του, αντλώντας από την ιστορία της οικογένειάς του και την εμπειρία της μετανάστευσης. Η κληρονομιά αυτή καθόρισε εν τέλει και τη σχέση του με την Αμερική.

Για την εγγονή του, το κληροδότημα αυτό δεν ήταν ποτέ απλή υπόθεση. Στη συνέντευξή της στην Άλισον Π. Ντέιβις για το New York Magazine/Vulture, η 42χρονη ηθοποιός και σεναριογράφος μιλά για τον Ελία Καζάν, το βάρος του ονόματός του και τη δική της καλλιτεχνική πορεία.

Αφορμή είναι η τηλεοπτική μεταφορά του «Ανατολικά της Εδέμ» του Τζον Στάινμπεκ, που έκανε πρεμιέρα την 1η Οκτωβρίου στο Netflix, με πρωταγωνίστρια τη Φλόρενς Πιου. Εβδομήντα ένα χρόνια μετά την ταινία του  Καζάν με τον Τζέιμς Ντιν, η εγγονή του υπογράφει μια διασκευή ως μίνι σειρά επτά επεισοδίων. Η σύμπτωση μοιάζει μυθιστορηματική: ο Στάινμπεκ πραγματεύεται την οικογενειακή κληρονομιά, την ενοχή και το ερώτημα αν κάθε γενιά μπορεί να ξεφύγει από τα λάθη της προηγούμενης.

Πίσω από την διασημότητα

Όταν γεννήθηκε η εγγονή του, το 1983, ο Ελία Καζάν ήταν πάνω από 70 ετών, είχε σταματήσει να σκηνοθετεί και κυρίως έγραφε. Ήθελε πολύ να βρίσκεται κοντά στα εγγόνια του, παρότι ζούσαν σε διαφορετικές ακτές των ΗΠΑ.

«Αγαπούσα τον παππού μου γιατί ήταν κομμάτι της οικογένειάς μας. Ήταν και είναι μοναδικός και για μένα όλα όσα πρέσβευε διαμορφώνουν τον κρίκο της οικογενειακής κληρονομιάς», λέει στη συνέντευξή της, επιχειρώντας να εξηγήσει πόσο δύσκολο είναι να διαχωρίσει τον άνθρωπο που γνώρισε από την ιστορική φυσιογνωμία που εξακολουθεί να προκαλεί αντιπαραθέσεις.

Οι αναμνήσεις παραμένουν ζωντανές. Στο κινητό της κρατάει φωτογραφίες από τότε που ως μικρό κορίτσι περπατά κρατώντας το χέρι του ή διαβάζει το «Όσα παίρνει ο άνεμος» στο τραπέζι της κουζίνας του. Θυμάται ακόμη ένα μπλουζάκι του με την ταινία «She’s Gotta Have It» του Σπάικ Λι, το οποίο εξακολουθεί να αναζητεί ανάμεσα στα πράγματά του.

Από μικρή αισθανόταν τη δύναμη του παππού της, προτού καταλάβει τι σήμαινε η φήμη του. Όταν σπούδαζε θέατρο στο Γέιλ, του πήγαινε τα προγράμματα των παραστάσεων στις οποίες συμμετείχε. Θεωρεί εκείνα τα χρόνια πολύτιμα. Ο Ελία Καζάν πέθανε το 2003, πριν ολοκληρώσει τις σπουδές της.

Η ίδια μεγάλωσε στη Σάντα Μόνικα, με τον κινηματογράφο και το θέατρο στην καθημερινότητά της. Οι γονείς της, Νίκολας Καζάν και Ρόμπιν Σουίκορντ, σκηνοθέτες και σεναριογράφοι, έχουν συνδεθεί με ταινίες όπως οι «Μικρές Κυρίες» και η «Ματίλντα». Αναγνωρίζει τα προνόμιά της, αλλά επισημαίνει ότι της μετέδωσαν αξίες πέρα από τη φήμη, τα βραβεία και τα χρήματα.

Το διάσημο επώνυμο, πάντως, δεν έπαψε να τη συνοδεύει. Στο γυμνάσιο, όταν ένας καθηγητής τη ρώτησε αν ο Ελία Καζάν ήταν παππούς της, αιφνιδιάστηκε τόσο ώστε απάντησε αρνητικά.

Η σκιά του μακαρθισμού

Το 1952, ο Ελία Καζάν κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων της Βουλής των Αντιπροσώπων, κατονομάζοντας οκτώ συναδέλφους του ως κομμουνιστές. Η απόφασή του στιγμάτισε το σπουδαίο του έργο. Για κάποιους υπήρξε ένας μεγάλος δημιουργός που βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα κρίσιμο πολιτικό δίλημμα. Για άλλους, ένας καταδότης που συνέβαλε στις διώξεις συναδέλφων του την εποχή του μακαρθισμού.

Η αντιπαράθεση επηρέασε και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν μεταγενέστερα έργα του. Το «Λιμάνι της αγωνίας» του 1954, με τον Μάρλον Μπράντο στον ρόλο ενός λιμενεργάτη που καταθέτει εναντίον ενός διεφθαρμένου συνδικαλιστή, ερμηνεύτηκε από πολλούς ως προσπάθεια του σκηνοθέτη να δικαιολογήσει τη δική του στάση.

Η Ζόι ήταν 15 ετών όταν, το 1999, ο παππούς της τιμήθηκε με Όσκαρ για το σύνολο της προσφοράς του. Οι έντονες διαμαρτυρίες που περιέβαλαν την τελετή έφτασαν μέχρι το σχολείο της. Συμμαθητές της τη ρωτούσαν αν υπερασπιζόταν τις πράξεις του, ενώ εκείνη δεν είχε ακόμη ξεχωρίσει μέσα της τι σήμαινε «μακαρθισμός».

Ο πατέρας της προσπάθησε να της εξηγήσει τα γεγονότα χωρίς να της επιβάλει μια κρίση. Της είπε ότι ακόμη και η στάση του Ελία Καζάν απέναντι στην απόφασή του είχε μεταβληθεί και ότι πιθανότατα θα άλλαζαν και τα δικά της συναισθήματα στο πέρας του χρόνου. Τότε αισθανόταν κυρίως την ανάγκη να προστατεύσει τον ηλικιωμένο παππού της, με τον οποίο είχε μια τρυφερή σχέση.

Ο σκηνοθέτης Ηλίας Καζάν με αντίτυπα του ημιαυτοβιογραφικού βιβλίου του The Arrangement («Η συμφωνία»), σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Brentano’s, στις 6 Φεβρουαρίου 1967. (Φωτογραφία: John Lent/AP)

Ως πρωτοετής στο Γέιλ, η Ζόι Καζάν υποδύθηκε την Άμπιγκεϊλ στις «Μάγισσες του Σάλεμ» του Άρθουρ Μίλερ, τη νεαρή που κατηγορεί ψευδώς άλλους για μαγεία. Η επιλογή του ρόλου είχε μια ιδιαίτερη ειρωνεία: η εγγονή του Ελία Καζάν έπαιζε σε ένα έργο που στηλίτευε τον μακαρθισμό, γραμμένο από έναν πρώην φίλο του παππού της. Η απόφαση του σκηνοθέτη να κατονομάσει συναδέλφους του στην Επιτροπή ΜακΚάρθι είχε οδηγήσει στη ρήξη των δύο ανδρών.

Στα φοιτητικά της χρόνια, μια δημοσιογράφος της πανεπιστημιακής εφημερίδας την προσέγγισε με διαφορετική αφορμή, για να τη ρωτήσει τελικά για τον παππού της. Η Ζόι θυμάται ακόμη την ντροπή που αισθάνθηκε, σαν να είχε κάνει η ίδια κάτι κακό. Τηλεφώνησε στον πατέρα της κλαίγοντας.

Η οικογένεια είχε αναπτύξει έναν άτυπο κώδικα σιωπής. Η αυτοβιογραφία του Ελία Καζάν, «A Life» (1988), είχε αποκαλύψει προσωπικά ζητήματα, προκαλώντας εντάσεις μεταξύ συγγενών. Η Ζόι απέφευγε για χρόνια να τοποθετηθεί δημόσια, εν μέρει για να προστατεύσει την ιδιωτικότητα του πατέρα της και άλλων μελών της οικογένειας.

Μεγαλώνοντας, μελέτησε την ιστορία του και άρχισε να αντιμετωπίζει διαφορετικά τις πολιτικές του επιλογές, εξετάζοντας τις συνθήκες αλλά και τις συνέπειές τους. «Νομίζω ότι αυτή η χώρα απογοήτευσε πραγματικά τον παππού μου και ότι ο παππούς μου απογοήτευσε πραγματικά πολλούς άλλους ανθρώπους», λέει. «Κρίνω πια πιο αυστηρά τις επιλογές του, χωρίς να παύω να τον κατανοώ», προσθέτει βιώνοντας την Αμερική στα χρόνια της πολιτικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Το βιβλίο που διάβασε στα 15 της

Η Ζόι Καζάν διάβασε το «Ανατολικά της Εδέμ» στα 15 της, πολύ πριν σκεφτεί τη διασκευή, και αισθάνθηκε αμέσως ότι η ιστορία μιλούσε στην καρδιά και στο μυαλό της. «Πολύ πριν ξεκινήσω τη διαδικασία της διασκευής, έλεγα μέσα μου: αυτή η ιστορία είναι δική μου», θυμάται. «Ερωτεύτηκα αυτό το βιβλίο όταν ήμουν έφηβη. Για μένα είχαν μεγάλη σημασία η ιστορία των διαδοχικών γενεών και τα υπαρξιακά ερωτήματα γύρω από την οικογενειακή κληρονομιά. Τι μας παραδίδεται από γενιά σε γενιά; Τι κουβαλάμε μέσα μας; Και πώς συμφιλιωνόμαστε με τις σκοτεινές πλευρές του εαυτού μας;»

Η οικογένειά της συνδεόταν άλλωστε με τον συγγραφέα. Ο Στάινμπεκ και ο Ελία Καζάν έγιναν φίλοι στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν συνεργάστηκαν ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης στο «Viva Zapata!». Ο Στάινμπεκ αναφέρεται στον Καζάν στα ημερολόγια που κρατούσε όσο έγραφε το «Ανατολικά της Εδέμ», ενώ σώζονται και επιστολές που αντάλλασσαν οι σύζυγοί τους.

Όταν η Ζόι ανακάλυψε τον Στάινμπεκ, οι γονείς της την πήγαν κατά μήκος της ακτής της Καλιφόρνιας μέχρι το Σαλίνας, τη γενέτειρά του, όπου εκτυλίσσεται μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος. Η πόλη διέφερε από εκείνη που είχε φανταστεί, αλλά το τοπίο και κυρίως το φως θύμιζαν τις περιγραφές του. Θυμάται τον πατέρα της να ακούει συγκινημένος τη φωνή του Στάινμπεκ στο μουσείο του συγγραφέα.

Δεν εγκατέλειψε την ιδέα της διασκευής. Είχε πάντα τον νου της στα πρότζεκτ που ανακοινώνονταν σχετικά με το βιβλίο και στον σύντροφό της, τον ηθοποιό Πολ Ντέινο, έλεγε πάντα ότι το υλικό απαιτούσε τηλεοπτική σειρά.

Το 2019 ο ατζέντης της την ενημέρωσε ότι μια εταιρεία παραγωγής είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα και αναζητούσε σεναριογράφο για μια διασκευή με έμφαση στον χαρακτήρα της Κάθι Έιμς. Ήταν η δουλειά που ονειρευόταν.

Η Ζόι Καζάν με τη Φλόρεν Πιου στο πλατό της σειράς «Ανατολικά της Εδέμ». @Netflix

Επέστρεψε από την Αυστραλία, όπου βρισκόταν για γυρίσματα, και στη διάρκεια της πολύωρης πτήσης ξαναδιάβασε το μυθιστόρημα στο κινητό της, ενώ παράλληλα φρόντιζε τη μικρή της κόρη. Την ημέρα της συνάντησης με τους παραγωγούς φόρεσε ένα αγαπημένο της πουκάμισο της δεκαετίας του 1950, με χάρτη της Καλιφόρνιας. Στη διαδρομή, μέσα στο αυτοκίνητο του πατέρα της, σημείωσε στο πίσω μέρος ενός φακέλου τη βασική δομή μιας σειράς οκτώ επεισοδίων.

Στην παρουσίασή της σχημάτισε το πορτρέτο της οικογένειας Τρασκ σε μια διχασμένη Αμερική, αλλά και τη δική της οικογενειακή ιστορία. Δεν μπορούσε να παρακάμψει το γεγονός ότι το ίδιο έργο είχε μεταφέρει στον κινηματογράφο ο παππούς της.

«Αυτό το βιβλίο ήταν η ιστορία που ένιωθα ότι έπρεπε να αφηγηθώ και να μιλήσω ανοιχτά γι’ αυτό», εξηγεί αναφερόμενη στον παππού της και στην περίπλοκη οικογενειακή κληρονομιά.

Ανατολικά της Εδέμ

Η ταινία του Ελία Καζάν, που κυκλοφόρησε το 1955, επικεντρωνόταν στο τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος, στη σχέση των δύο νεαρών αδελφών, Καλ και Άρον Τρασκ, και στη σύγκρουσή τους με τον πατέρα τους. Η ερμηνεία του Τζέιμς Ντιν στον ρόλο του Καλ καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την κινηματογραφική ταυτότητα της ιστορίας.

Η Ζόι θέλησε να καλύψει μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης, αναδεικνύοντας τη διαδοχή των γενεών και χαρακτήρες που απουσίαζαν ή είχαν περιορισμένη παρουσία στην ταινία.

Η Ζόι Καζάν στα γυρίσματα της σειράς Ανατολικά της Εδέμ. @Netflix

Το μυθιστόρημα του 1952, που ο Στάινμπεκ θεωρούσε το σημαντικότερο έργο του, εκτείνεται σε περισσότερες από 600 σελίδες. Παρακολουθεί τις οικογένειες Τρασκ και Χάμιλτον, κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και εξετάζει ζητήματα όπως το καλό και το κακό, η ενοχή, η οικογενειακή κληρονομιά και η ελευθερία της επιλογής.

Στην καρδιά του βρίσκεται η βιβλική ιστορία του Κάιν και του Άβελ, αλλά και η έννοια του «timshel», της εβραϊκής λέξης που ο Στάινμπεκ ερμηνεύει ως «μπορείς». Πρόκειται για την ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι υποχρεωμένος να επαναλάβει τα σφάλματα των προγόνων του, αλλά μπορεί να επιλέξει διαφορετικά.

Η Καζάν άρχισε να γράφει το σενάριο τον Ιούνιο του 2020, στη διάρκεια της πανδημίας. Εκείνη και ο Πολ Ντέινο μοίραζαν τον χρόνο τους ανάμεσα στη φροντίδα του μωρού τους και στη δουλειά. Χρειάστηκε να πάρει δύσκολες αποφάσεις για τη δομή της σειράς. Η ιστορία της οικογένειας Χάμιλτον περιορίστηκε σημαντικά, παρότι ένας από τους χαρακτήρες της, ο Τομ Χάμιλτον, ήταν ο αγαπημένος της.

Αντίθετα, ανέπτυξε τον Λι, τον κινεζικής καταγωγής χαρακτήρα που εργάζεται στην οικογένεια Τρασκ. Τον υποδύεται ο Χουν Λι και στη σειρά αποκτά πιο αυτόνομη ιστορία, με πλευρές που η δημιουργός θεωρούσε ότι ο Στάινμπεκ είχε αφήσει ανεξερεύνητες.

Δεν επιδίωξε, όπως εξηγεί, να εκσυγχρονίσει τεχνητά το βιβλίο ή να μεταφέρει τις σημερινές πολιτικές αντιλήψεις σε μια παλαιότερη ιστορική περίοδο. Αφαίρεσε, ωστόσο, ρατσιστικές εκφράσεις του πρωτοτύπου και επανεξέτασε τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται ορισμένοι χαρακτήρες.

Η Κάθι Έιμς της Φλόρενς Πιου

Η μεγαλύτερη διαφοροποίηση αφορά την Κάθι Έιμς, έναν από τους πιο σκοτεινούς γυναικείους χαρακτήρες της αμερικανικής λογοτεχνίας. Στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται ως η προσωποποίηση του κακού. Είναι εκείνη που χειραγωγεί, εξαπατά και καταστρέφει ανθρώπους γύρω της, χωρίς να εμφανίζει τις συνήθεις ηθικές αναστολές.

Η Ζόι Καζάν (αριστερά) και η Φλόρενς Πιου στην πρεμιέρα της σειράς του Netflix «Ανατολικά της Εδέμ», στο ξενοδοχείο Plaza, την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026, στη Νέα Υόρκη. (Φωτογραφία: Evan Agostini/Invision/AP)

«Η Κάθι δεν έμοιαζε με κανέναν χαρακτήρα που είχα διαβάσει σε όλη μου τη ζωή», λέει η Ζόι Καζάν. Δεν τη θεωρούσε πρότυπο. Την εντυπωσίαζε, όμως, η απόλυτη προσήλωσή της στο προσωπικό της συμφέρον, κάτι που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το πρότυπο του υπάκουου κοριτσιού με το οποίο είχε μεγαλώσει.

Ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα ως ενήλικη, άρχισε να διακρίνει διαφορετικές πλευρές της Κάθι. «Κατά έναν παράξενο τρόπο, ο Στάινμπεκ χάνει τον έλεγχο της Κάθι ως χαρακτήρα και την τιμωρεί γι’ αυτό», παρατηρεί. Θεωρεί ότι ο συγγραφέας, σε ορισμένα σημεία, γίνεται ιδιαίτερα σκληρός μαζί της, ακόμη και μέσα από τις περιγραφές της εξωτερικής της εμφάνισης.

Η προσέγγισή της δεν αποσκοπεί στην αθώωση της ηρωίδας, αλλά στην κατανόηση όσων διαμόρφωσαν τη συμπεριφορά της. Η οπτική της είναι φεμινιστική, χωρίς να επιχειρεί να μετατρέψει την Κάθι σε φεμινιστικό σύμβολο.

Το ζητούμενο ήταν να γίνει ένας τόσο σκληρός και αντιφατικός χαρακτήρας δραματουργικά ενδιαφέρων, χωρίς να αποσιωπηθούν οι πράξεις του. Η ηθοποιός Φλόρενς Πιου την ερμηνεύει με κάθε εκατοστό του σώματός της.

Η σειρά γυρίστηκε στη Νέα Ζηλανδία αντί της Καλιφόρνιας όπου διαδραματίζεται και η ιστορία κυρίως για οικονομικούς λόγους. Η Ζόι Καζάν είχε αρχικά σχεδιάσει οκτώ επεισόδια, αλλά ο προϋπολογισμός επέβαλε τη μείωσή τους σε επτά.

Η προγονική σκιά

Η Ζόι Καζάν απέφυγε για μεγάλο διάστημα να ξαναδεί την ταινία του 1955. Φοβόταν ότι θα επηρέαζε τη δική της προσέγγιση. Την παρακολούθησε τελικά στην πτήση προς τη Νέα Ζηλανδία, λίγο πριν αρχίσουν τα γυρίσματα.

Αντί να αισθανθεί μεγαλύτερη πίεση, ανακουφίστηκε. «Ένιωσα τεράστια ανακούφιση, γιατί σκέφτηκα: Είναι ακόμη λιγότερο πιστή στο βιβλίο απ’ όσο θυμόμουν», λέει. Συνειδητοποίησε πόσο ελεύθερα είχε διασκευάσει ο παππούς της το μυθιστόρημα, περιορίζοντας την αφήγηση σε ένα μικρό μόνο μέρος του. Πολλά από τα στοιχεία που εκείνη αγαπούσε περισσότερο στο βιβλίο απουσίαζαν από την ταινία: ο Λι, η κεντρική παρουσία της Κάθι και η ιστορία των προηγούμενων γενεών.

Αυτό της επέτρεψε να αντιμετωπίσει τη δική της δουλειά όχι ως επανάληψη ή αναμέτρηση με την ταινία του Ελία Καζάν, αλλά ως μια αυτόνομη δημιουργία.

«Σε όλη μου τη ζωή ένιωθα πάνω μου τη σκιά του παππού μου χωρίς να το θέλω. Κι έπειτα χρειάστηκε να εισχωρήσω μέσα της για να κάνω αυτό που πάντα ήθελα», παραδέχεται.

Η σημασία του έργου του Καζάν βέβαια είναι πέρα από τα όρια της οποιασδήποτε λογοτεχνικής διασκευής για το θέατρο ή τον κινηματογράφο. Η εγγονή του σήμερα αναγνωρίζει πόσο βαθιά επηρέασε τον τρόπο εργασίας ηθοποιών και σκηνοθετών στο αμερικανικό θέατρο, χωρίς να αισθάνεται ότι μπορούσε ή όφειλε να τον ανταγωνιστεί.

Η διαδρομή της είχε ήδη ξεχωρίσει με το «Ruby Sparks» (2012), που έγραψε και στο οποίο πρωταγωνίστησε, επιχειρώντας να ξεφύγει από τους στερεοτυπικούς ρόλους όπου την κατέτασσε η βιομηχανία. Σταδιακά στράφηκε περισσότερο στη συγγραφή, αναζητώντας δημιουργική αυτονομία.

Στη συνέντευξη στο Vulture εξηγεί ότι η δουλειά της στην τηλεοπτική εκδοχή του «Ανατολικά της Εδέμ» την άλλαξε και σε προσωπικό επίπεδο. Την έκανε λιγότερο πρόθυμη να καταφεύγει στις προσεκτικές, προστατευτικές απαντήσεις που έδινε παλαιότερα όταν ερωτούνταν για την οικογένειά της. Δεν έχει πάψει να αισθάνεται την ανάγκη να προστατεύει τους δικούς της ανθρώπους, αλλά αναγνωρίζει πλέον ότι μπορεί να μιλήσει για τον παππού της χωρίς να χρειάζεται να υπερασπιστεί κάθε επιλογή του.

Αν υπάρχει μια ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στη δική της ιστορία και στο μυθιστόρημα του Στάινμπεκ είναι ακριβώς αυτή – κατά πόσο κάθε γενιά είναι καταδικασμένη να επαναλαμβάνει τα λάθη της προηγούμενης ή μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά για τη δική της ζωή.

Η Ζόι Καζάν δεν αποποιείται την οικογενειακή της ιστορία, ούτε επιχειρεί να την ξαναγράψει. Αναγνωρίζει την ιστορική προσωπικότητα του παππού της, χωρίς να παραβλέπει τις πολιτικές του επιλογές. Και επιστρέφει στο ίδιο βιβλίο που εκείνος μετέφερε στον κινηματογράφο, επιλέγοντας να αφηγηθεί όσα η δική του ταινία είχε αφήσει εκτός.

Με πληροφορίες από New York Magazine/Vulture

Δείτε το τρέιλερ της μίνι σειράς Ανατολική της Εδέμ εδώ