ενημέρωση 5:30, 28 October, 2026

«Καληνύχτα και καλή όρεξη» - Ο Τζορτζ Κλούνεϊ ανοίγει εστιατόριο στην Προβηγκία

Ο διάσημος αμερικανός ηθοποιός, που μόλις απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα, σχεδιάζει έναν χώρο εστίασης με ιταλική κουζίνα στο Κοτινιάκ, ελπίζοντας ότι θα γνωρίσει επιτυχία αντίστοιχη με εκείνη της τεκίλας του

Το χωριό Κοτινιάκ της Προβηγκίας διαθέτει πληθώρα επιλογών υψηλής γαστρονομίας. Το εστιατόριο La Table de Mentone, που στεγάζεται στο πανέμορφο οινοποιείο Château Mentone, χρησιμοποιεί προϊόντα που καλλιεργούνται στο ίδιο το κτήμα, ενώ το βραβευμένο με αστέρι Michelin εστιατόριο Bruno είναι γνωστό για τα εντυπωσιακά πιάτα με τρούφα. Σε πιο τοπικό επίπεδο, το Picotte Provence αναδεικνύει ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η περιοχή. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Guardian, αυτό που λείπει από το γραφικό χωριό της νοτιοανατολικής Γαλλίας είναι ένας χώρος εστίασης που συνιστά προσωπικό «καπρίτσιο» κάποιου διάσημου.

Αλλά και αυτό θα αλλάξει σύντομα, με τα εγκαίνια του νέου εστιατορίου που σκοπεύει να ανοίξει εκεί ο Τζορτζ Κλούνεϊ. Σύμφωνα με πληροφορίες του Guardian, ο βραβευμένος ηθοποιός, ο οποίος διαμένει στην περιοχή, επιθυμεί να ανοίξει ένα εστιατόριο σε συνεργασία με τον καναδό ιδιοκτήτη ενός κοντινού ξενοδοχείου, που θα διαθέτει μια κομψή αίθουσα και μια υπαίθρια βεράντα. Παρότι δεν έχει υποβληθεί επίσημη αίτηση, εκτιμάται ότι το εστιατόριο εγκαινιαστεί την επόμενη χρονιά. Η επιχειρηματική επιλογή του χολιγουντιανού σταρ έχει τα θετικά και τα αρνητικά της. Ο Κλούνεϊ και η οικογένειά του είναι γάλλοι πολίτες από τον περσινό Δεκέμβριο, οπότε η απόφασή του να ριζώσει στην τοπική κοινωνία είναι απολύτως λογική.

Μάλιστα, στη γαλλική ταινία με τίτλο «Call My Agent!», που κυκλοφόρησε το φετινό καλοκαίρι, παίζει τον εαυτό του. Από την άλλη, η επιλογή της ιταλικής κουζίνας που, σύμφωνα με τον Guardian, θα σερβίρει το εστιατόριο, φαντάζει ελαφρώς παράδοξη, δεδομένου ότι η Προβηγκία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες γαστρονομικές πρωτεύουσες του κόσμου και ένα ιταλικό ίσως είναι δύσκολο να ικανοποιήσει τους γνωστούς για το απαιτητικό γούστο τους, Γάλλους. Ωστόσο μέχρι τώρα οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες του Κλούνεϊ είναι επιτυχημένες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εταιρεία τεκίλας που ίδρυσε και ήταν τόσο επιτυχημένη, ώστε την πούλησε αντί ενός δισ. δολαρίων.

Θα «πιάσει»;

Μάλιστα, τα κέρδη του από την πώληση της τεκίλας μπορεί να αποδειχθούν «σωσίβιο» στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς μπορεί να επενδύσει εκατομμύρια στο νέο του εστιατόριο, χωρίς το άγχος της οικονομικής επιτυχίας. Και αυτό είναι θετικό, καθώς οι σταρ του Χόλιγουντ δεν φημίζονται ακριβώς για το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο στον χώρο της εστίασης, όπως τονίζει ο Guardian. Η περίπτωση του Ρόμπερτ Ντε Νίρο και του εστιατορίου του Nobu στη Νέα Υόρκη είναι μία από τις σπάνιες εξαιρέσεις στον κανόνα. Τις περισσότερες φορές, τέτοια εγχειρήματα καταλήγουν σε φιάσκο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του πρώην αστέρα του κατς και ηθοποιού, Χαλκ Χόγκαν, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του 1990 άνοιξε το «Pastamania!», εστιατόριο ζυμαρικών, μέσα σε ένα εμπορικό κέντρο το οποίο «άντεξε» μόνο έναν χρόνο.

Το 2002, η Τζένιφερ Λόπεζ άνοιξε ένα εστιατόριο εμπνευσμένο από τη μαγειρική της μητέρας της, στην Πασαντίνα της Καλιφόρνια, προσέλαβε τον πρώην σύζυγό της ως μάνατζερ, τον απέλυσε έξι μήνες αργότερα, εκείνος τη μήνυσε και αργότερα την απείλησε δημοσίως να διαρρεύσει στον Τύπο φωτογραφίες από τον μήνα του μέλιτος, και το εστιατόριο ουσιαστικά χρεοκόπησε. Το 2012, η ​​Εύα Λονγκόρια άνοιξε ένα ψητοπωλείο με την ονομασία «SHe» απευθυνόμενο στις γυναίκες – με μικρότερες μερίδες, πασαρέλα, και καταλόγους γλυκών με καθρέφτες στο πίσω μέρος τους, ώστε οι πελάτισσες να μπορούν να φρεσκάρουν το μακιγιάζ τους.

Το εστιατόριο έκλεισε το 2014. Αλλά η πιο παταγώδης αποτυχία επώνυμου στον χώρο της εστίασης είναι σίγουρα αυτή του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Ο βραβευμένος σκηνοθέτης, όπως θυμίζει ο Guardian, λειτούργησε για κάποια χρόνια στη δεκαετία του 1990 το εστιατόριο «Dive!», βασισμένο στην εμμονή του με τα υποβρύχια. Είχε σχήμα υποβρυχίου, διέθετε λειτουργικό περισκόπιο, και σέρβιρε κατά κύριο λόγο σάντουιτς τύπου «submarine». Παράλληλα, κάθε 45 λεπτά ακουγόταν μια ανακοίνωση που καλούσε τους θαμώνες να προετοιμαστούν για «κατάδυση». Ακολούθως άναβαν κόκκινα προειδοποιητικά φώτα και ηχούσε μια σειρήνα για κάποια λεπτά της ώρας, μέχρι το εστιατόριο να πραγματοποιήσει θεωρητική «κατάδυση» στον θεωρητικό «ωκεανό».

Μετά τα εγκαίνια του «Dive!», μια κριτική στους LA Times ανέφερε χαρακτηριστικά: «Αυτό το εστιατόριο σε κάνει να ντρέπεσαι που είσαι άνθρωπος και ζεις στη δεκαετία του 1990». Ο χρόνος θα δείξει αν ο Κλούνεϊ θα πέσει σε αντίστοιχη επιχειρηματική παγίδα με εκείνη των συναδέλφων του. Βέβαια, είναι άνθρωπος με στυλ και καλό γούστο, και σίγουρα γνωρίζει ότι ο πιο γρήγορος τρόπος για να καταστρέψει ένα εστιατόριο είναι να το μετατρέψει σε μουσείο της καριέρας του με αναφορές σε αυτήν, όπως επισημαίνει ο Guardian. 

Μέσα στο νέο σπίτι της Julianne Moore - Vintage design, μεγάλες βεράντες και θέα στο Manhattan

Πανοραμική θέα, μεγάλες βεράντες και προσεγμένες σχεδιαστικές λεπτομέρειες συνθέτουν το νέο σπίτι της βραβευμένης ηθοποιού, που επέλεξε να αλλάξει τρόπο ζωής καθώς τα παιδιά της μεγάλωσαν.

Το νέο σπίτι της Julianne Moore στη Νέα Υόρκη συνδυάζει την αρχιτεκτονική γοητεία μιας άλλης εποχής με μια σύγχρονη, προσωπική αισθητική. Στο Greenwich Village, η ηθοποιός επέλεξε ένα ρετιρέ σε κτίριο της δεκαετίας του 1920, με μεγάλες βεράντες, θέα στις χαρακτηριστικές ταράτσες του Manhattan και λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν την ιστορία του. Η ανακαίνιση διατήρησε τον χαρακτήρα του διαμερίσματος, δίνοντας έμφαση στα υλικά, στα αντικείμενα με ιστορία και στην ισορροπία ανάμεσα στο παλιό και το σύγχρονο.

Η 65χρονη ηθοποιός άνοιξε τις πόρτες του σπιτιού της στο Architectural Digest, παρουσιάζοντας έναν χώρο που ξεχωρίζει όχι για την υπερβολή, αλλά για τις προσεκτικά επιλεγμένες λεπτομέρειες και την αίσθηση ηρεμίας που αποπνέει.

Ένα σπίτι που ήρθε την κατάλληλη στιγμή

Για χρόνια, η Julianne Moore ονειρευόταν να ζήσει σε μια μονοκατοικία μέσα στην πόλη. Με τον χρόνο, ωστόσο, οι ανάγκες της οικογένειάς της άλλαξαν. Τα παιδιά της, ο Caleb Freundlich, 28 ετών, και η Liv Freundlich, 24 ετών, μεγάλωσαν, ενώ η οικογένεια απέκτησε μεγαλύτερη κατοικία στο Montauk. Έτσι, η διατήρηση ενός ευρύχωρου σπιτιού και στη Νέα Υόρκη δεν ήταν πλέον απαραίτητη.

Μαζί με τον σύζυγό της, τον σκηνοθέτη Bart Freundlich, 56 ετών, η ηθοποιός αναζήτησε μια διαφορετική λύση, χωρίς να απομακρυνθεί από τη γειτονιά που αγαπά. Το ρετιρέ στο Greenwich Village είχε τραβήξει την προσοχή της εδώ και χρόνια.

«Πάντα ήθελα αυτό το διαμέρισμα», δήλωσε στο Architectural Digest, εξηγώντας ότι το είχε προσέξει παλαιότερα, όταν περπατούσε στην περιοχή. Η επιλογή του ανταποκρινόταν σε μια νέα καθημερινότητα, με λιγότερες ανάγκες σε χώρο αλλά με την ίδια επιθυμία να βρίσκεται στην καρδιά της πόλης.

Η γοητεία ενός κτιρίου με ιστορία

Το ρετιρέ βρίσκεται στην κορυφή ενός κτιρίου της δεκαετίας του 1920, το οποίο αρχικά λειτουργούσε ως ξενοδοχείο μακράς διαμονής. Από τα παράθυρά του, η θέα απλώνεται στις ταράτσες του Manhattan, όπου οι χαρακτηριστικές δεξαμενές νερού, οι διακοσμητικές πλινθοδομές, οι αψίδες και οι κήποι των γειτονικών κτιρίων συνθέτουν ένα αυθεντικό αστικό τοπίο.

Σημαντικό ρόλο στην επιλογή της Moore έπαιξαν και οι μεγάλες βεράντες. Για την ανακαίνιση συνεργάστηκε με τον κουνιάδο της, τον αρχιτέκτονα και σχεδιαστή εσωτερικών χώρων Oliver Freundlich. Οι εργασίες διήρκεσαν οκτώ μήνες και βασικός στόχος ήταν να εκσυγχρονιστεί το διαμέρισμα χωρίς να αλλοιωθεί η ταυτότητά του.

Η προηγούμενη ιδιοκτήτρια είχε ζήσει εκεί για δύο δεκαετίες και είχε διατηρήσει το σπίτι σε εξαιρετική κατάσταση. Δεν χρειάστηκε, επομένως, να αλλάξει η διαρρύθμιση. Οι παρεμβάσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στην αισθητική ανανέωση και στη λειτουργικότητα: τα έντονα μοτίβα περιορίστηκαν, η διακόσμηση απλοποιήθηκε και προστέθηκαν αποθηκευτικοί χώροι.

Το ζητούμενο ήταν ένα σπίτι που να εξυπηρετεί τις ανάγκες του ζευγαριού, διατηρώντας παράλληλα τα στοιχεία που το κάνουν ξεχωριστό.

Μοντερνισμός με σεβασμό στο παρελθόν

Η Julianne Moore αγαπά τον μοντερνισμό, όμως η ανακαίνιση ενός διαμερίσματος σε προπολεμικό κτίριο απαιτούσε διαφορετική προσέγγιση. Αντί να επιβάλλει μια ενιαία, σύγχρονη εικόνα, επέλεξε να συνδυάσει καθαρές γραμμές με στοιχεία που μαρτυρούν την ηλικία και την ιστορία του χώρου.

Η ίδια έχει εξηγήσει ότι την ενδιαφέρει ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο τα υλικά και τα αντικείμενα λειτουργούν μέσα σε ένα σπίτι. Η προσοχή της φτάνει μέχρι τις μικρότερες λεπτομέρειες: σύμφωνα με τον Oliver Freundlich, εξέτασε ακόμη και τους διακόπτες και τα πόμολα, ώστε να εντάσσονται αρμονικά στο συνολικό αποτέλεσμα.

Πέρα από την αρχιτεκτονική και την επίπλωση, εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Moore είναι η ατμόσφαιρα του σπιτιού. Η ίδια περιγράφει τον χώρο ως γαλήνιο και ήθελε να διατηρήσει ζωντανή τη σύνδεσή του με την πόλη, αντί να δημιουργήσει ένα απομονωμένο καταφύγιο μακριά από τον θόρυβο της Νέας Υόρκης.

Μέσα στο νέο σπίτι της Julianne Moore: Vintage design, μεγάλες βεράντες και θέα στο Manhattan 2
(Photo by XNY/Star Max/GC Images)

Η θέα στις ταράτσες, οι λεπτομέρειες του κτιρίου και τα ίχνη όσων έζησαν εκεί πριν από την ίδια αποτελούν μέρος της γοητείας του. Για την ηθοποιό, ένα σπίτι δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας διακοσμητικής σύνθεσης, αλλά και ένας χώρος που κουβαλά μνήμες και ιστορίες.

«Ήθελα να υπάρχει μια αίσθηση ιστορίας, χρόνου, όλων των ανθρώπων που έχουν ζήσει εδώ πριν από εμάς. Εμείς είμαστε απλώς περαστικοί. Αυτή είναι η μαγεία της Νέας Υόρκης», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η σκέψη αυτή αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε το διαμέρισμα. Αντί για μια εντυπωσιακή ανακαίνιση που θα εξαφάνιζε τα ίχνη του παρελθόντος, επιλέχθηκε μια πιο διακριτική προσέγγιση, με σεβασμό στην αρχιτεκτονική και έμφαση στην προσωπικότητα των αντικειμένων.

  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0

Η εκτέλεση του Τσε Γκεβάρα - Από το ψέμα του 1967 στην αποκάλυψη του ομαδικού τάφου

Οι πρώτες ειδήσεις για τον θάνατο του Τσε Γκεβάρα, οι αμφιβολίες της οικογένειάς του και η αποκάλυψη του μυστικού του τάφου τρεις δεκαετίες αργότερα

Στις 9 Οκτωβρίου 1967, στο μικρό χωριό Λα Ιγκέρα της Βολιβίας, ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα, μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της Κουβανικής Επανάστασης, εκτελείται από τον βολιβιανό στρατό, μία ημέρα μετά τη σύλληψή του.

Είναι μόλις 39 ετών.

Ο αργεντινός επαναστάτης είχε εγκαταλείψει την Κούβα με σκοπό να οργανώσει ένα νέο αντάρτικο κίνημα στη Λατινική Αμερική. Η επιχείρησή του στη Βολιβία, ωστόσο, καταλήγει στην αιχμαλωσία και τον θάνατό του.

Η είδηση κάνει τον γύρο του κόσμου, χωρίς αρχικά να είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς έχει συμβεί.

Στις 10 Οκτωβρίου 1967, «ΤΟ ΒΗΜΑ» δημοσιεύει την πρώτη ανταπόκριση, υπό το ερώτημα: «Έχει φονευθεί ο “Τσε Γκεβάρα” εις Βολιβίαν;»

«Το ανώτατον αρχηγείον του βολιβιανού στρατού ανήγγειλεν σήμερον ότι ο πρώην ηγέτης της κουβανικής επανάστασεως Ερνέστο “Τσε” Γκεβάρα φαίνεται ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των πέντε ανταρτών οι οποίοι φονεύθησαν ή ετραυματίσθησαν εις σύγκρουσιν των μετά των κυβερνητικών στρατευμάτων την παρελθούσαν Κυριακήν.

»Στρατιωτική αποστολή αφίκετο εις την κωμόπολιν Βαλλεγκράντε, πλησίον του τόπου της συγκρούσεως, προς αναγνώρισιν των φονευθέντων και τραυματισθέντων ανταρτών».

Η επίσημη ανακοίνωση

Την επομένη, στις 11 Οκτωβρίου 1967, «ΤΟ ΒΗΜΑ» μεταφέρει την επίσημη εκδοχή των βολιβιανών αρχών, σύμφωνα με την οποία ο επαναστάτης είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια μάχης:

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 11.10.1967, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

«H βολιβιανή κυβέρνησις ανεκοίνωσεν επισήμως τον θάνατον του “Τσε” Γκεβάρα, όστις ηγείτο ανταρτικών ομάδων εις την Βολιβίαν και ήτο άλλοτε “η δεξιά χείρ” του Κουβανού δικτάτορος Φιντέλ Κάστρο.

Ο Φιντέλ Κάστρο (αριστερά) συνομιλεί με τον Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα τον Ιανουάριο του 1959, λίγο μετά τη νίκη της Κουβανικής Επανάστασης και την ανατροπή του δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα.

»Ανακοινωθέν, εκδοθέν υπό των βολιβιανών ενόπλων δυνάμεων, αναφέρει ότι ο Κουβανός κομμουνιστής ηγέτης ήτο μεταξὺ των επτά συνολικώς φονευθέντων εις σύγκρουσιν με κυβερνητικάς δυνάμεις την παρελθούσαν Κυριακήν, εις την περιοχήν της Χιγκουέρα.

»Εις το ανακοινωθέν προστίθεται ότι τέσσαρες ακόμη εκ των φονευθέντων συμμοριτών ήσαν κουβανικής εθνικότητας».

»Τα πτώματα του Γκεβάρα και των υπόλοιπων έξι κομμουνιστών συμμοριτών μετεφέρθησαν δι’ ελικοπτέρου εις την πόλιν Βίλλε Γκράντε, της οποίας οι ιατροδικαστικαί αρχαί εβεβαίωσαν την πρωΐαν τον θάνατον του Γκεβάρα.

»Μετά την λήψιν των αποτυπωμάτων του, εκ της οποίας διαπιστώθη τυπικώς η ταυτότης του αι αρμόδιοι αρχαί εταρίχευσαν τον νεκρόν».

Η αμφισβήτηση

Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις, ο πατέρας του Γκεβάρα αμφισβητεί ανοιχτά όσα μεταδίδονται στα μέσα. Όπως αναφέρει το ίδιο δημοσίευμα:

«Από το Μπουένος Αϊρες μεταδίδεται ότι ο πατήρ του “Τσε” Γκεβάρα, ο οποίος ονομάζεται επίσης Ερνέστο, εχαρακτήρισεν ως “ψεύδος” την επίσημον βολιβιανήν ανακοίνωσιν περί του φόνου του υιού του.

“Δεν υπάρχει τίποτε, είπε το οποίον θα ηδύνατο να οδηγήση τινά εις το να πιστεύση ότι η είδησις περί του θανάτου του είναι αληθής”.

»Ο πατήρ Γκεβάρα, όστις ασκεί επιτυχώς το επάγγελμα του αρχιτέκτονος εις Μπουένος Άϊρες, εζήτησεν “αποδείξεις” περί του θανάτου του υιού του, προκαλέσας την κυβέρνησιν της Βολιβίας όπως δώση εις την δημοσιότητα τα εις χείρας της τεκμήρια, όπως δακτυλικά αποτυπώματα κ.λ.π».

Οι τελευταίες ώρες του Τσε

Τα χρόνια που ακολουθούν αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα από εκείνη των πρώτων επίσημων ανακοινώσεων. Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δεν είχε σκοτωθεί σε μάχη. Είχε συλληφθεί τραυματισμένος στις 8 Οκτωβρίου και εκτελέστηκε την επόμενη ημέρα, στις 9 Οκτωβρίου 1967.

Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 13ης Ιουλίου 1997, επιστρέφει στην υπόθεση με το εκτενές δημοσίευμα: «Ο Τσε βγαίνει από τον τάφο του», φωτίζοντας τις τελευταίες ώρες της ζωής του, αλλά και το μυστήριο που για δεκαετίες περιέβαλλε την τύχη της σορού του.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 13.7.1997, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Το ρεπορτάζ ανατρέχει στην τελευταία αποστολή του επαναστάτη και στις συνθήκες της σύλληψής του:

«Ο Τσε Γκεβάρα έφτασε το 1966 στη Βολιβία με πολύ φιλόδοξα σχέδια: λογάριαζε να αρχίσει μια μαρξιστική επανάσταση ενάντια στον “ιμπεριαλισμό των γιάνκηδων” που θα απλωνόταν σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.

Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα στη Βολιβία το 1967, κατά τη διάρκεια της αντάρτικης δράσης του στη χώρα, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη και την εκτέλεσή του.

»Οργάνωσε μια μικρή αντάρτικη ομάδα που έδρασε επί 11 μήνες στα βουνά, χωρίς καμία ουσιαστική επιτυχία. Ολόκληρος ο βολιβιανός στρατός, με ουσιαστική βοήθεια από τη CIA, τον κυνήγησε και τελικά κατάφερε να τον εντοπίσει μέσα στη ζούγκλα με τη βοήθεια αμερικανικών μηχανημάτων υψηλής τεχνολογίας. Ήταν η μόνη επιτυχία των στρατηγών της Βολιβίας…

Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα (στο κέντρο) μετά τη σύλληψή του στη Βολιβία, τον Οκτώβριο του 1967, δίπλα στον πράκτορα της CIA Φέλιξ Ροντρίγκες (αριστερά), λίγο πριν από την εκτέλεσή του.

Η εκτέλεση

»Η ομάδα περικυκλώθηκε και ο Τσε συνελήφθη. Δεμένο πισθάγκωνα με την ίδια του τη ζώνη τον πυροβόλησε ένας έξαλλος λοχίας του βολιβιανού στρατού, ο Μάριο Τεράν, που μόλις την προηγούμενη ημέρα είχε χάσει τρεις φίλους του σε μάχη με τους αντάρτες.

»Παρών κατά την “εκτέλεση” ήταν και αμερικανός (κουβανικής καταγωγής) πράκτορας της CIA».

Η σορός του μεταφέρεται στο Βαγιεγκράντε και εκτίθεται δημόσια. Οι εικόνες του νεκρού Γκεβάρα κάνουν τον γύρο του κόσμου, ενώ το σημείο της ταφής του παραμένει άγνωστο.

«Έτσι, για να παινευτούν και για να τον διαπομπεύσουν, παρουσίασαν τον νεκρό ήρωα, που έγινε ίνδαλμα της παγκόσμιας σπουδάζουσας νεολαίας, μέσα στο πλυσταριό του νοσοκομείου. Με τα μάτια ανοικτά, λες και ζούσε ακόμη, τον φωτογράφησαν οι δημοσιογράφοι και τον προσκύνησαν “ενδόμυχα” οι ντόπιοι που πέρασαν δήθεν από περιέργεια. Λένε ότι οι νοσοκόμες που έπλυναν το σώμα τον έβλεπαν σαν τον Χριστό. Κάποιες έκοψαν για φυλακτό μερικές τρίχες από τα μαλλιά και τα γένια του.

»Αυτό το ιδιότυπο “προσκύνημα” τελείωσε σε 24 ώρες. Στο νοσοκομείο ήδη έσπευδε ο αδερφός του Γκεβάρα για να παραλάβει τη σορό. Όταν έφτασε όμως του είπαν ότι ήταν ήδη πολύ αργά: το πτώμα ισχυρίστηκαν ότι είχε πάει στο κρεματόριο».

Όπως αποκαλύπτεται αργότερα, η απάντηση αυτή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ωστόσο, το ρεπορτάζ καταγράφει ότι: «το μόνο σίγουρο είναι ότι είχαν κόψει τα χέρια του νεκρού και στη συνέχεια, κατά πάσα πιθανότητα, τα έστειλαν στην Κούβα για να αποδειχτεί από τα δακτυλικά αποτυπώματα ότι ο Τσε ήταν πράγματι νεκρός».

Τα χέρια που είχαν αφαιρεθεί από τη σορό, τριάντα χρόνια αργότερα, θα αποτελούσαν ένα από τα στοιχεία για την αναγνώριση των λειψάνων του.

Το μυστικό που αποκαλύφθηκε 30 χρόνια αργότερα

Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, η τύχη της σορού του Τσε Γκεβάρα παρέμενε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια γύρω από τον θάνατό του.

Το 1995, μια συνάντηση του βιογράφου του, Τζον Λι Άντερσον, με τον απόστρατο στρατηγό Μάριο Βάργκας Σαλίνας αποδεικνύεται καθοριστική. Ο Σαλίνας, που το 1967 υπηρετούσε ως νεαρός αξιωματικός, γνώριζε πού είχε ταφεί ο Γκεβάρα.

Το δημοσίευμα του 1997 περιγράφει τη στιγμή κατά την οποία ο συγγραφέας, λίγο πριν ολοκληρώσει τη συνέντευξη, θέτει μία τελευταία ερώτηση:

«Έχοντας τελειώσει τη συνέντευξη και τακτοποιώντας τις σημειώσεις του, ρωτάει ο Αντερσον – έτσι, για να πει κάτι:

“Τι να έγινε άραγε το πτώμα του Τσε;”

“Μα αυτό περίμενα να με ρωτήσετε τόση ώρα…” απαντάει ο στρατηγός.

»Και το μαγνητοφωνάκι πήρε φωτιά. Ο στρατηγός τα είπε όλα με το νυ και με το σίγμα. Και έτσι για πρώτη φορά μαθεύτηκε η ημερομηνία και ο τόπος όπου είχε δεχτεί το σώμα του Τσε Γκεβάρα.

»Στη Βαγεγκράντε, επάνω στα βουνά, δίπλα σε έναν πρόχειρο διάδρομο προσγείωσης στοοροπέδιο 150 μίλια δυτικά από τη Σάντα Κρουζ».

Ο απόστρατος στρατηγός περιγράφει τη μυστική ταφή του Γκεβάρα και των έξι συντρόφων του, με τη βοήθεια ενός οδηγού που είχε αναλάβει να εξαφανίσει τα πτώματα:

«Ο οδηγός, ο Τικόνα (δεν θυμάται πια το επώνυμό του – ούτε και το ‘μαθε ποτέ), που είχε χαθεί για λίγη ώρα, εμφανίστηκε οδηγώντας μπουλντόζα… Έσκαψε ένα μεγάλο λάκκο.

»Πήγε μετά στο φορτηγό, το μανουβράρισε να ευθυγραμμιστεί η καρότσα με το όρυγμα και μετά άρχισε την ανατροπή.

»Τέλος, ξαναγύρισε στην μπουλντόζα και σκέπασε τα επτά πτώματα με το φρεσκοσκαμμένο χώμα. Ισοπέδωσε τον ομαδικό τάφο και αμέσως μετά μπήκαν και οι τρεις – ο οδηγός και οι δύο νεαροί αξιωματικοί – στο φορτηγό και άφησαν πίσω τους το Βαγεγκράντε».

Οι έρευνες για την ανεύρεση των οστών

Η μαρτυρία προκάλεσε αντιδράσεις και διαψεύθηκε από τις στρατιωτικές αρχές της Βολιβίας. Ωστόσο η δημοσιοποιήσή της άνοιξε τον δρόμο για την έναρξη ερευνών:

«Η ανεύρεση των οστών δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι ανασκαφές στο Βαγεγκράντε άρχισαν τον Νοέμβριο του 1995, αλλά ο στρατηγός δεν είχε προσδιορίσει το ακριβές σημείο της ταφής».

Οι εργασίες συνεχίστηκαν με τη συμμετοχή Βολιβιανών, Αργεντινών και Κουβανών επιστημόνων, μέχρι που το καλοκαίρι του 1997 το μυστήριο άρχισε να λύνεται:

«Και – επιτελους – στις 26 Ιουνίου βρέθηκε ο ομαδικός τάφος με τους επτά σκελετούς. Από τη θέση των οστών φάνηκε ότι τα πτώματα είχαν πεταχτεί φύρδην μίγδην».

«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 13ης Ιουλίου 1997 μεταφέρει την επίσημη επιβεβαίωση της ταυτοποίησης:

«Ναι, ανήκουν πράγματι στον Τσε τα οστά που βρέθηκαν στον ομαδικό τάφο του Βαγιεγκράντε, στη Βολιβία. Το ανεκοίνωσε επίσημα η κουβανική κυβέρνηση, μέσω της “Γκράνμα”, της επίσημης εφημερίδας του Κομμουνιστικού Κόμματος, προσθέτοντας ότι στον ίδιο τάφο υπήρχαν τα οστά και τριών άλλων συμπολεμιστών του μεγάλου επαναστάτη».

Η αναγνώριση του Γκεβάρα βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στην απουσία των χεριών από έναν από τους σκελετούς, καθώς και σε ευρήματα που συνδέονται με τη μεταχείριση της σορού του μετά την εκτέλεση. Όπως έγραφε και το δημοσίευμα:

«Είναι αυτός ο ένας από τους επτά σκελετούς του Βαγεγκράντε, γιατί βρέθηκε χωρίς χέρια και στις τσέπες του αμπέχονου με το οποίο τον είχαν τυλίξει βρέθηκαν ίχνη γύψου. Είναι γνωστό ότι τη νύχτα όπου του έκοψαν τα χέρια στο νοσοκομείο του Βαγεγκράντε ένας γιατρός πήρε γύψινα εκμαγεία του προσώπου του».

Η επιστροφή στην Κούβα

Τρεις δεκαετίες μετά την εκτέλεσή του στη Βολιβία, ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα επέστρεψε στην Κούβα. Στις 17 Οκτωβρίου 1997, τα λείψανά του ενταφιάστηκαν με στρατιωτικές τιμές στη Σάντα Κλάρα, την πόλη όπου σχεδόν σαράντα χρόνια νωρίτερα είχε γράψει μία από τις σημαντικότερες σελίδες της επαναστατικής του δράσης.

Εκεί φυλάσσονται μέχρι σήμερα, μαζί με τα λείψανα των συντρόφων του από την εκστρατεία στη Βολιβία.

Πηγή: Το Βήμα

Ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Όλιβερ Τουίστ; Η ξεχασμένη ιστορία του 1836

Η ιστορικός Theresa Musgrove ανακαλύπτει δημοσιεύματα εφημερίδων που αποκαλύπτουν ότι μια γυναίκα θα μπορούσε να αποτελεί πηγή έμπνευσης για τον Κάρολο Ντίκενς.

Θα μπορούσε μια νεαρή γυναίκα με φυματίωση, η Άλις Σέφερντ, να αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για τον Όλιβερ Τουίστ; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει τώρα η ιστορικός Theresa Musgrove, η οποία εντόπισε ομοιότητες ανάμεσα στη βαρβαρότητα που έζησε μια άπορη γυναίκα, έγκλειστη σε ένα από τα διαβόητα πτωχοκομεία του βικτωριανού Λονδίνου, και στην ιστορία του ορφανού ήρωα που έπλασε ο Κάρολος Ντίκενς.

Κατά την έρευνά της για ένα νέο βιβλίο σχετικά με τον Ντίκενς, η Theresa Musgrove ανακάλυψε δημοσιεύματα εφημερίδων του 1836 που αφορούσαν στην Άλις Σέφερντ. Της είχαν στερήσει το φαγητό και την είχαν στην απομόνωση σε πτωχοκομείο στο Χέντον, αφού ένας δικαστής αποφάσισε να την τιμωρήσει επειδή τόλμησε να ζητήσει άδεια για να βγει περίπατο.

Στο κλασικό μυθιστόρημά του, που δημοσιευόταν σε μηνιαίες συνέχειες από το 1837 έως το 1839, ο Ντίκενς περιγράφει πώς ο εννιάχρονος Όλιβερ οδηγείται ενώπιον δικαστή και φυλακίζεται σε ένα «σκοτεινό και απομονωμένο δωμάτιο», επειδή είχε το θράσος να ζητήσει μια δεύτερη μερίδα χυλού, με τα συγκινητικά λόγια: «Σας παρακαλώ, κύριε, θα ήθελα λίγο ακόμη».

 Το πεινασμένο παιδί κλείστηκε εκεί για μία εβδομάδα. «Ο Όλιβερ υπήρξε θύμα μιας συστηματικής εκστρατείας προδοσίας και εξαπάτησης», έγραψε ο Ντίκενς.

Οι ομοιότητες της Άλις Σέφερντ με τον Όλιβερ Τουίστ

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, η Άλις Σέφερντ φορούσε «ζουρλομανδύα», καθώς βρισκόταν «σε κατάσταση μεγάλης ταραχής». Ο αιδεσιμότατος Θίοντορ Γουίλιαμς, με την ιδιότητα του δικαστή αλλά και του προέδρου του τοπικού συμβουλίου επιτρόπων που ήταν αρμόδιο για την εποπτεία του παλαιού πτωχοκομείου του Χέντον, εισηγήθηκε την τιμωρία της για την «αηδιαστική συμπεριφορά» της.

Η γυναίκα τέθηκε σε απομόνωση για 24 ώρες και υποχρεώθηκε να επιβιώσει με ψωμί και νερό μέχρι την επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου, το οποίο συνερχόταν μία φορά κάθε δύο εβδομάδες.

Ένας άλλος τοπικός δικαστής, ο οποίος ήταν επίσης μέλος του συμβουλίου επιτρόπων του πτωχοκομείου, προσπάθησε μάταια να την υπερασπιστεί. Υποστήριξε ότι μια «ισχνή, αδύναμη γυναίκα, που φαινόταν να πάσχει από φυματίωση […] ήταν ο τελευταίος άνθρωπος […] στον οποίο θα έπρεπε να είχε επιβληθεί μια τέτοια τιμωρία».

«Όταν διαβάζεις το δημοσίευμα για την τιμωρία της, διαπιστώνεις ότι η περιγραφή μοιάζει σχεδόν λέξη προς λέξη με εκείνη της τιμωρίας του Όλιβερ Τουίστ, όταν ζητά λίγο ακόμη φαγητό», δήλωσε η Theresa Musgrove στον Guardian.

Όπως εξήγησε, «η αντίδραση στην “αυθάδεια” του Όλιβερ να ζητήσει περισσότερο φαγητό ίσως αποτελεί απόηχο της τόλμης της Άλις να ζητήσει να βγει περίπατο. Ένα απολύτως εύλογο αίτημα αντιμετωπίστηκε με οργή από εκείνους που είχαν αναλάβει να επιβάλλουν την αδιάλειπτη εξουσία του συμβουλίου επιτρόπων, χάρη στην επιείκεια του οποίου οι φτωχοί που θεωρούνταν ανάξιοι βοήθειας εξασφάλιζαν τα μέσα για μια ζωή στην οποία μετά βίας μπορούσαν να επιβιώσουν».

Η έρευνά της περιλαμβάνεται στο νέο βιβλίο της με τίτλο “Charles Dickens and his Hidden Family History” («Ο Κάρολος Ντίκενς και η κρυφή οικογενειακή του ιστορία»), το οποίο κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα από τον εκδοτικό οίκο Pen & Sword Books.

Απομόνωση και στέρηση τροφής

Η συγγραφέας γράφει: «Τόσο ο Όλιβερ όσο και η Άλις βρέθηκαν στην απομόνωση. Ωστόσο, όπως μαθαίνουμε, η τιμωρία του αγοριού από την ενορία θεωρήθηκε σχετικά ήπια, επειδή του επιτρεπόταν να βγαίνει στην πέτρινη αυλή και να πλένεται κάτω από την αντλία νερού.

Αντίστοιχα, ο αιδεσιμότατος Γουίλιαμς επισήμανε ότι το δωμάτιο στο οποίο είχαν κλείσει την Άλις Σέφερντ, στερώντας της και την τροφή, “έβλεπε στην αυλή όπου βρίσκονταν όλοι οι υπόλοιποι άποροι και, επομένως, δεν αποτελούσε και τόσο αυστηρή τιμωρία”».

«Στα μέσα Ιανουαρίου, λίγες μόλις εβδομάδες αφότου δημοσιεύτηκε αυτή η ιστορία, ο Ντίκενς έγραφε στον εκδότη του, Μπέντλεϊ, ότι είχε “συλλάβει μια εξαιρετική ιδέα για τον εαυτό του”. Με άλλα λόγια, η δημιουργία του Όλιβερ Τουίστ είχε ήδη αρχίσει. Τα πρώτα κεφάλαια θα δημοσιεύονταν πράγματι τον Φεβρουάριο του 1837, συνοδευόμενα από τις σκληρές, ωμές εικονογραφήσεις του Τζορτζ Κρουκσάνκ».

Η Musgrove επισημαίνει ότι ο Ντίκενς γνώριζε καλά το Χέντον, το οποίο σήμερα ανήκει στον δήμο Μπάρνετ του Λονδίνου. «Το Χέντον και το Μπάρνετ αναφέρονται, για παράδειγμα, στον Όλιβερ Τουίστ. Υπάρχουν, όμως, και άλλες αναφορές στις επιστολές και στα δημοσιογραφικά κείμενά του, οι οποίες μαρτυρούν ότι γνώριζε την περιοχή και έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια γι’ αυτήν. Βρισκόταν σε απόσταση που μπορούσε κανείς να διανύσει με τα πόδια ή έφιππος από την πόλη και αποτελούσε τότε ένα ήσυχο τοπίο με χωριά και αγροτικές εκτάσεις».

Στα πρώτα χρόνια της συγγραφικής πορείας του Ντίκενς

Προς το τέλος του Όλιβερ Τουίστ, μετά τη βάναυση δολοφονία της Νάνσι, ο Μπιλ Σάικς προσπαθεί να διαφύγει. «Αφού περάσει μια νύχτα στον δρόμο, ο Σάικς κατευθύνεται προς το Χέντον. Οι κάτοικοι, ωστόσο, φαίνεται να τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία και εκείνος επιστρέφει στο Χιθ», γράφει η ιστορικός.

Ο Όλιβερ Τουίστ αποκάλυψε τη σκληρότητα της φτώχειας στη βικτωριανή Βρετανία. Ο Ντίκενς εξελίχθηκε σε ακούραστο υπέρμαχο των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, έχοντας σημαδευτεί από τις δικές του παιδικές εμπειρίες: ο πατέρας του είχε φυλακιστεί για χρέη και ο ίδιος, σε ηλικία περίπου 12 ετών, είχε αναγκαστεί να εργαστεί σε εργοστάσιο παραγωγής βερνικιού για παπούτσια.

Ο Λεόν Λίτβακ, κορυφαίος ειδικός στο έργο του Ντίκενς και καθηγητής Βικτωριανών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Queen’s του Μπέλφαστ, δήλωσε ότι είναι «απολύτως πιθανό» ο συγγραφέας να εμπνεύστηκε από την ιστορία της Άλις Σέφερντ.

Όπως εξήγησε, τα δημοσιεύματα του Τύπου αποτελούσαν μέρος ενός «συνόλου επιρροών που πυροδοτούσαν τη φαντασία του και στη συνέχεια αποκρυσταλλώνονταν σε μια συνεκτική αφήγηση», ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της συγγραφικής του πορείας.

Πρόσθεσε: «Ο Ντίκενς ήταν δημοσιογράφος προτού γίνει μυθιστοριογράφος, επομένως γνώριζε πολύ καλά τη δύναμη της πρόκλησης έντονων συναισθημάτων. Τα πτωχοκομεία τον γοήτευαν και γνώριζε τι έγραφε ο Τύπος για τις καταχρήσεις και τις κακοποιητικές πρακτικές που εφαρμόζονταν σε αυτά».

Με πληροφορίες από The Guardian.