ενημέρωση 4:26, 1 November, 2026

Ο εγγονός του Ντε Γκωλ θέλει να γίνει Ρώσος πολίτης, λέει ότι η απόφαση ανήκει στον Πούτιν

Ο Πιερ ντε Γκωλ δήλωσε ότι ονειρεύεται να εγκατασταθεί στη Ρωσία με την οικογένεια και τα παιδιά του και εργάζεται για την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ Παρισιού και Μόσχας

ΜΟΣΧΑ, 28 Σεπτεμβρίου. /TASS/. Ο Πιερ ντε Γκωλ, εγγονός του Γάλλου προέδρου στρατηγού Σαρλ ντε Γκωλ, δήλωσε ότι θα ήθελε να γίνει Ρώσος πολίτης και μάλιστα να ζήσει στη χώρα με την οικογένειά του, αλλά γνωρίζει ότι μόνο ο Βλαντιμίρ Πούτιν μπορεί να το κάνει αυτό να συμβεί.

Ο Πιερ ντε Γκωλ ηγείται του Ιδρύματος για την Ειρήνη και τη Φιλία μεταξύ των Λαών, το οποίο ίδρυσε επίσης.

«Αυτή είναι η απόφαση του προέδρου σας. Όταν έρθει η ώρα, ίσως ληφθεί μια τέτοια απόφαση. Θα το ήθελα πολύ», δήλωσε στο TASS μετά το 12ο Διεθνές Φόρουμ Ενωμένων Πολιτισμών της Αγίας Πετρούπολης.

Ο Πιερ ντε Γκωλ είπε ότι ονειρεύεται να εγκατασταθεί στη Ρωσία με την οικογένεια και τα παιδιά του και εργάζεται για την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ Παρισιού και Μόσχας. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να χτίσουμε γέφυρες. Θα ήταν τιμή μας να λάβουμε τη ρωσική υπηκοότητα, αλλά είναι μια μακρά, πολύ μακρά διαδικασία. Θα συμβεί όταν συμβεί», πρόσθεσε.

Ο Πιερ ντε Γκωλ είναι Γάλλος δημόσιος λειτουργός και χρηματοδότης, πρόεδρος του Ιδρύματος ντε Γκωλ και εγγονός του Σαρλ ντε Γκωλ, του πρώτου προέδρου της Πέμπτης Δημοκρατίας της Γαλλίας. Γεννημένος το 1963, είναι ο τέταρτος γιος του ναυάρχου Φιλίπ ντε Γκωλ. Ο Πιερ ντε Γκωλ και η σύζυγός του, Ρίμα, μεγαλώνουν τα παιδιά τους και βλέπουν τη Ρωσία ως ένα εξαιρετικό μέρος για να μεγαλώσουν μια οικογένεια, μακριά από τις υποβαθμισμένες δυτικές αξίες.

Politico - Ο θάνατος του Μαζωνάκη φέρνει στο φως τη «χρυσοφόρα βιομηχανία ευεξίας» στην Ελλάδα – Στοχοποίηση της δημοσιογράφου από τον Γεωργιάδη

Πρώτο θέμα στο Politico φιλοξενείται ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, με τίτλο «Ο θάνατος ενός ποπ σταρ εγείρει ερωτήματα για τη χρυσοφόρα βιομηχανία ευεξίας στην Ελλάδα», αναδεικνύοντας τις ευθύνες του υπουργείου Υγείας για το περιστατικό. Ωστόσο, αντί να απαντήσει επί της ουσίας στο ρεπορτάζ, ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, επέλεξε να στοχοποιήσει τη δημοσιογράφο Νεκταρία Σταμούλη.

Το δημοσίευμα αναφέρει πως ο Γιώργος Μαζωνάκης, 54 ετών, πέθανε από καρδιακή ανακοπή νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ενώ υποβαλλόταν σε πλασμαφαίρεση, μια ιατρική διαδικασία που χρησιμοποιείται συνήθως για τη θεραπεία αυτοάνοσων νοσημάτων, αλλά προσφέρεται από κλινικές ευεξίας ως μέθοδος αποτοξίνωσης με στόχο την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Η θεραπεία πραγματοποιήθηκε σε ιδιωτική κλινική στο κέντρο της Αθήνας, η οποία, σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, δεν διέθετε άδεια για τη συγκεκριμένη πράξη.

Σύμφωνα με καταθέσεις που συγκέντρωσαν οι δικαστικές και αστυνομικές αρχές, τα στοιχεία δείχνουν ένα ανεξήγητο κενό 87 λεπτών από τη στιγμή που ο Μαζωνάκης έχασε τις αισθήσεις του έως ότου κλήθηκε το ΕΚΑΒ. Οι αρχές διαπίστωσαν επίσης ότι μέλη του προσωπικού της κλινικής είχαν αναζητήσει στο διαδίκτυο οδηγίες για επείγουσα ανάνηψη, αναφέρεται στο δημοσίευμα.

Το άρθρο φιλοξενεί δηλώσεις του καθηγητή Ηλία Μόσιαλου, διευθυντή του LSE Health, ο οποίος σημειώνει ότι η Ελλάδα βρισκόταν κάποτε μπροστά στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, καθώς «στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων της περιόδου των μνημονίων, το 2010-2011, καθιερώθηκε η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, καθιστώντας τη χώρα πρωτοπόρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα».

«Αλλά το σύστημα σταμάτησε εκεί. Οι φάκελοι των ασθενών δεν εξελίχθηκαν αντίστοιχα, και οι ψηφιακές υποδομές που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά ενός σύγχρονου συστήματος υγείας έμειναν ημιτελείς», ανέφερε ο κ. Μόσιαλος. «Λείπουν τα βασικά: δεν υπάρχει συστηματικός έλεγχος της ποιότητας των υπηρεσιών που λαμβάνουν οι ασθενείς ούτε σχεδιασμός για τις ειδικότητες και τις δεξιότητες που θα χρειάζεται η χώρα σε δέκα χρόνια, όταν ο πληθυσμός της θα είναι γηραιότερος και μικρότερος».

Για το νέο πλαίσιο ελέγχου Medwatch που εξήγγειλε ο κ. Γεωργιάδης, ο κ. Μόσιαλος σχολιάζει: «Το Medwatch και η εφαρμογή με τον κωδικό QR απαντούν σε ένα περιορισμένο ερώτημα: αν μια κλινική έχει άδεια και αν η διαφήμισή της είναι ειλικρινής. Είναι λογικό να ελέγχονται αυτά, αλλά δεν λένε τίποτα για την ποιότητα της περίθαλψης που παρέχεται μέσα στην κλινική. Η αδειοδότηση είναι η ελάχιστη προϋπόθεση· η ποιότητα είναι άλλο ζήτημα, και είναι το ζήτημα που η Ελλάδα δεν έχει εξετάσει ποτέ σοβαρά».

Σύμφωνα με το Politico, το σκάνδαλο προκαλεί προβλήματα στη Νέα Δημοκρατία, η οποία κατηγορείται από την αντιπολίτευση και ειδικούς ότι κλείνει τα μάτια στη σκοτεινή πλευρά του ελληνικού κλάδου ευεξίας. Συγκεκριμένα, μετά την ανάληψη της εξουσίας το 2023, η κυβέρνηση κατάργησε το ΣΕΥΥΠ, την εξειδικευμένη μονάδα επιθεωρητών υγείας, αφήνοντας την εποπτεία κατακερματισμένη μεταξύ τοπικών ιατρικών συλλόγων και της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Ο κ. Γεωργιάδης δήλωσε ότι «δεν θα ήταν αντίθετος» στην επανασύσταση του ΣΕΥΥΠ, προτού ανασκευάσει τη θέση του λίγες ημέρες αργότερα. Έχει επίσης κατηγορηθεί από κόμματα της αντιπολίτευσης ότι προωθεί ιατρική παραπληροφόρηση, ενώ όταν εργαζόταν σε τηλεοπτικό κανάλι πωλήσεων προωθούσε τα «νανοβιονικά γιλέκα», λέγοντας ότι «όλος ο πόνος εξαφανίζεται», κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε πρόσφατα «λάθος του παρελθόντος».

Το δημοσίευμα υπενθυμίζει πως κατά τη θητεία του στο υπουργείο Υγείας, ο κ. Γεωργιάδης έχει προωθήσει επανειλημμένα ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, έχει επισκεφθεί κλινική μακροζωίας στην Αττική και έχει ζητήσει επενδύσεις στον ελληνικό τομέα υγείας. Μάλιστα, ε απάντηση στις αντιδράσεις, ανακοίνωσε τη σύσταση επιτροπής για τη δημιουργία θεσμικού πλαισίου στις υπηρεσίες μακροζωίας και αναγεννητικής ιατρικής, δηλώνοντας: «Δεν πρόκειται να απαγορεύσω τη μακροζωία στην Ελλάδα».

Γεωργιάδης: Στοχοποίησε τη δημοσιογράφο του Politico αντί να απαντήσει στο ρεπορτάζ

Αντί να απαντήσει επί της ουσίας στο ρεπορτάζ της δημοσιογράφου Νεκταρίας Σταμούλη, ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, επέλεξε να στοχοποιήσει τη δημοσιογράφο.

Ερωτηθείς σχετικά από τον ΣΚΑΪ το πρωί της Δευτέρας, ο κ. Γεωργιάδης δήλωσε: «Στο Politico εργάζεται μια Ελληνίδα δημοσιογράφος, η Νεκταρία Σταμούλη, ΣΥΡΙΖΑ, γκαραγκάγκα (sic), τώρα που βρίσκεται δεν ξέρω. Μια φορά άρθρο υπέρ της Ελλάδος δεν έχω δει να γράφει, μόνο υβρίζει τον Μητσοτάκη, την κυβέρνηση, την Ελλάδα. Δεν έχω δει ούτε ένα άρθρο σχετικά ευπρεπές για τη χώρα. Μόνο κατηγορίες. Οκ. Έτσι είναι οι αριστεροί δημοσιογράφοι. Δεν υπάρχει πρόβλημα».

Η Νεκταρία Σταμούλη είναι δημοσιογράφος, νυν πρόεδρος της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου, με σημαντικές συνεργασίες σε μέσα όπως το πρακτορείο Dow Jones, η Wall Street Journal και το Politico. Έχει υποστεί και στο παρελθόν επιθέσεις από τη σημερινή κυβέρνηση, όπως το 2022 από τον τότε κυβερνητικό εκπρόσωπο, Γιάννη Οικονόμου.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ντέιβιντ Χόκνεϊ - Έργο του βγαίνει στο «σφυρί» και αναμένεται να αγγίξει τα 2.5 εκατ. λίρες

Λίγους μήνες μετά τον θάνατό του, ο οίκος Christie’s βγάζει σε δημοπρασία τον πίνακα Dog Painting 17 του Ντέιβιντ Χόκνεϊ - μια από τις σπάνιες φορές που συμβαίνει αυτό

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα έργο του βγαίνει σε δημοπρασία – ωστόσο είναι κάτι που δεν γίνεται πολύ συχνά. Κι ακόμα πιο σπάνιο είναι να δεις στους μεγάλους οίκους ένα έργο του  Ντέιβιντ Χόκνεϊ από τη σειρά Dog Series.

Ο άγγλος καλλιτέχνης, που «έφυγε» από τη ζωή στις 11 Ιουνίου 2026 σε ηλικία 88 ετών ήταν ένας από τους επιδραστικούς εικαστικούς και εκ των πρωτοπόρων της pop art, που με τη δουλειά του επαναπροσδιόρισε τα όρια της σύγχρονης τέχνης. Αυτά είναι ήδη γνωστά στους περισσότερους.

Ωστόσο, αυτό που δεν γνώριζαν πολλοί ήταν η λατρεία που είχε ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ για τους Στάνλεϊ και Μπούντζι – τα δύο σκυλιά του ράτσας ντάτσχουντ. Ήταν τέτοια η αγάπη του, που στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ζωγράφισε περισσότερα από 40 πίνακες με πρωταγωνιστές εκείνους για τη σειρά Dog Series.
 
Και τώρα, το Dog Painting 17 βγαίνει στο «σφυρί» από τον οίκο Christie’s με τους υπεύθυνους να υπολογίζουν ότι ο πίνακας θα αγγίξει τα 2.5 εκατομμύρια λίρες.

Πρωταγωνιστής του έργου είναι ο Στάνλεϊ, το ντάτσχουντ που απέκτησε ο Χόκνεϊ το 1987 και τον βάφτισε από τον κωμικό Σταν Λόρελ.

Ο πίνακας Dog Painting 17 αναμένεται να αγγίξει τα 2.5 εκατομμύρια λίρες (Φωτογραφία: οίκος Christie’s)

«Αυτός ο πίνακας είναι εξαιρετικά συναρπαστικός για εμάς. Η σπανιότητά του είναι πραγματικά εξαιρετική» τόνισε η Τέσα Λορντ, επικεφαλής του τμήματος μεταπολεμικής και σύγχρονης τέχνης του Christie’s.

Σύμφωνα με τον οίκο, μόλις έξι πίνακες από τη συγκεκριμένη σειρά βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές, καθώς οι υπόλοιποι ανήκουν στο Ίδρυμα David Hockney.

Ο πίνακας θα δημοπρατηθεί στις 14 Οκτωβρίου στο πλαίσιο της Frieze Week, της μεγαλύτερης εικαστικής διοργάνωσης του Λονδίνου, ενώ από τις 8 Οκτωβρίου θα εκτίθεται δωρεάν για το κοινό στις εγκαταστάσεις του Christie’s στη βρετανική πρωτεύουσα.

Το «Κέντρο» δεν απειλείται από τα «άκρα», γιατί έχει γίνει το ίδιο «ακραίο»

Η μετάλλαξη του «Κέντρου» βρίσκεται στον πυρήνα του πολιτικού τοπίου στην Ευρώπη

Βλέπω να επαναλαμβάνεται στη δημόσια σφαίρα το ίδιο σχήμα από διάφορους δημοσιολογούντες με αφορμή όσα συμβαίνουν στη Γερμανία αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι και στην Ελλάδα, η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν τα πάει και τόσο καλά δημοσκοπικά.

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα το πολιτικό «Κέντρο», που ταυτίζεται κατά βάση με την Κεντροδεξιά ή πολιτικούς όπως ο Εμανουέλ Μακρόν ή ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν τα πάει πολύ καλά τελευταία, με αποτέλεσμα να ανεβαίνουν τα «άκρα» και η ριζοσπαστική Αριστερά. Κατά συνέπεια, η πολιτική πρόκληση είναι να στηριχτεί ξανά το Κέντρο.

Καταρχάς θέλω να πω ότι αυτό το σχήμα εμπεριέχει ένα παντελώς ανιστόρητο και σοβαρό ατόπημα εξισώνοντας τους νοσταλγούς του Χίτλερ και του Μουσολίνι με την Αριστερά, που σε τελική ανάλυση είναι μια δύναμη που αντιστάθηκε διαχρονικά στον φασισμό (με μεγάλο κόστος) και υπερασπίστηκε τη δημοκρατία.

Έπειτα, είναι ένα σχήμα που ξαναγράφει την ιστορία των ευρωπαϊκών και ελληνικών πολιτικών πραγμάτων.

Και αυτό γιατί στην περίοδο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν το «Κέντρο» αυτό που διαμόρφωσε το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, αλλά η ύπαρξη από τη μια μιας πολύ ισχυρής σοσιαλδημοκρατίας (σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία και μιας ισχυρής κομμουνιστικής Αριστεράς, που συνέβαλε στο να υπάρχει κοινωνικό κράτος) και από την άλλη μιας πολύ ισχυρής Χριστιανοδημοκρατίας ή Κεντροδεξιάς. Επρόκειτο για μεγάλες λαϊκές παρατάξεις, που αποδέχονταν ότι μπορεί το οικονομικό σύστημα να ήταν καπιταλιστικό, αλλά χρειαζόταν ισχυρός ρόλος του κράτους, αναδιανομή εισοδήματος, κοινωνική προστασία και μηχανισμοί που επιτρέπουν τη συνεννόηση ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες.

Το «Κέντρο» στην Ευρώπη συνήθως εκφραζόταν μέσα από φιλελεύθερα κόμματα που εκπροσωπούσαν στρώματα της μεσαίας τάξης, ελεύθερους επαγγελματίες κ.λπ.

 Στην Ελλάδα τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά γιατί δεν είχαμε ιστορικά ισχυρή σοσιαλδημοκρατική παράταξη, αλλά κομμουνιστική και βεβαίως είχαμε την εμπειρία του εμφυλίου. Έτσι το Κέντρο στην Ελλάδα αποτελούσε στην πραγματικότητα μια ισχυρή συνιστώσα, από ένα σημείο και μετά, τη βασική δύναμη, μιας «δημοκρατικής παράταξης» που ζητούσε να μπει φραγμός στον αυταρχισμό του μετεμφυλιακού κράτους, να κατοχυρωθεί η δημοκρατία απέναντι στο παρακράτος και να υπάρξει κοινωνική δικαιοσύνη.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και μέσα σε μια ευρύτερη ριζοσπαστικοποίηση, η πολιτική «γεωμετρία» τροποποιήθηκε. Σταδιακά διαμορφώθηκε μια πόλωση ανάμεσα σε δύο βασικούς πόλους, μαζί με τη διατήρηση σημαντικής επιρροής της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Από τη μια η Νέα Δημοκρατία κατοχυρώθηκε ως η μεγάλη παράταξη της δεξιάς και κεντροδεξιάς, με πραγματική λαϊκή βάση, ως ένα βαθμό ρήξη με την εμφυλιοπολεμική κληρονομιά, σε σαφή οριοθέτηση από τους νοσταλγούς της Χούντας και μια έμφαση και στο «κοινωνικό πρόσωπο».

Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ σταδιακά έγινε ο κορμός μιας δημοκρατικής παράταξης, που πλέον είχε ανοιχτά σοσιαλδημοκρατικό (στα πρώτα χρόνια και ριζοσπαστικό αριστερό) προσανατολισμό, οδηγώντας στη δεκαετία του 1980 στη διαμόρφωση του κορμού του κοινωνικού κράτους. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ συνέβαλαν στο να αποκτήσει, τουλάχιστον μέχρι την εποχή της κρίσης και των Μνημονίων, η Ελλάδα ένα είδος δικομματισμού ανάλογου με αυτό που υπήρχε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν σταδιακά ήδη από την εποχή της διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη και προφανώς στην εποχή των μνημονίων. Αυτή είναι η εποχή που ο νεοφιλελευθερισμός ήταν ηγεμονικός παγκοσμίως και αυτό οδηγούσε σε μια σύγκλιση σοσιαλδημοκρατικών και συντηρητικών/κεντροδεξιών κομμάτων γύρω από τις ίδιες πολιτικές, που πρόκριναν τις ιδιωτικοποιήσεις και την αυξημένη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας, οξύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες και φέρνοντας μεγαλύτερη επισφάλεια στην εργασία. Διαμορφωνόταν έτσι μια συναίνεση γύρω από μια πολιτική ιδεολογία που θα χαρακτηριστεί «Ακραίο Κέντρο», και όπου στην πραγματικότητα θα συνδυάζεται η πλήρης πρόκριση των πολιτικών που ήθελαν οι αγορές, μαζί με αυξημένο αυταρχισμό, με τον κεντρώο χαρακτήρα να αφορά περισσότερο ζητήματα «ταυτοτήτων».

Στην Ευρώπη αυτή η τάση αποτυπώθηκε καταρχάς ως κρίση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που είδαν την εργατική τάξη να απομακρύνεται από αυτά, σε ορισμένες περιπτώσεις προς την Ακροδεξιά, αλλά από ένα σημείο και μετά ως κρίση και των συντηρητικών ή χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων. Αυτό επέτρεψε την εμφάνιση πολιτικών όπως ο Εμανουέλ Μακρόν που υποστήριξαν ακριβώς ότι εκπροσωπούν το «Κέντρο», αν και βεβαίως χωρίς ποτέ να αποκτήσουν μια «ηγεμονική» παρουσία. Αυτό διευκόλυνε την άνοδο και «κανονικοποίηση» ορισμένων παραλλαγών της ακροδεξιάς, που βρέθηκαν ακόμη και στην κυβερνητική εξουσία.

Σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, θεωρήθηκε ότι έπρεπε να υπάρχει μια «υγειονομική ζώνη» απέναντι στην Ακροδεξιά, η οποία όμως συνεχίζει να ανεβαίνει επειδή τροφοδοτείται από το ότι οι πολίτες παραμένουν εξαιρετικά απογοητευμένοι από κυβερνήσεις συνεργασίας που αναπαράγουν τις ίδιες πολιτικές που βρίσκονται στον πυρήνα της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Η ιδεολογία του «Ακραίου Κέντρου» στην Ευρώπη ως «μέσος όρος» σήμερα των ασκούμενων κυβερνητικών πολιτικών σε αρκετές μπορεί να συνδυάζεται με ρητορική κατά ακροδεξιών θέσεων, αλλά σε μεγάλο βαθμό υιοθέτησε τέτοιες πολιτικές. Την ίδια στιγμή ήταν και παραμένει εξαιρετικά εχθρική απέναντι σε κάθε τοποθέτηση που υποστηρίζει ότι μπορεί να υπάρξει μια ριζοσπαστική πολιτική με έμφαση στην αναδιανομή εισοδήματος, την κοινωνική δικαιοσύνη, και συνολικά την αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις καταφεύγουν στη ρητορική των «δύο άκρων» ή της καταγγελίας του λαϊκισμού. Το είδαμε και στην Ελλάδα από το πώς αντιμετώπισαν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το δίκαιο αίτημα της κοινωνίας να μπει τέλος στην κοινωνική καταστροφή εξαιτίας των μνημονίων.

Στην Ελλάδα η μετατόπιση προς το «Ακραίο Κέντρο» ως κυρίαρχη «συστημική» ιδεολογία επιταχύνθηκε με τα Μνημόνια που όχι μόνο διέλυσαν μεγάλο μέρος των μεταπολιτευτικών εκλογικών εκπροσωπήσεων, αλλά και διαμόρφωσαν νέες διαχωριστικές γραμμές. Σημείο κλειδί ότι το ΠΑΣΟΚ γίνεται «μνημονιακό κόμμα», αλλά και το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος των «διαμορφωτών κοινής γνώμης» τάσσεται υπέρ των μνημονίων και κατά των μαζικών κοινωνικών κινητοποιήσεων. Συμβολική συμπύκνωση το δημοψήφισμα του 2015 και το φαινόμενο των «Μένουμε Ευρώπη», αν και ήδη το «Ποτάμι» είχε αποτελέσει την πρώτη προσπάθεια για ένα κόμμα του «Ακραίου Κέντρου».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρότι για να ανέβει στην ηγεσία θα στηριχτεί στη στήριξη της δεξιάς πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας, θα επενδύσει σημαντικά σε μια τέτοια «Κεντρώα» ταυτότητα. Θα αποφεύγει να προσδιορίζει τη Νέα Δημοκρατία ως Κεντροδεξιό κόμμα, θα στελεχώσει τις κυβερνήσεις του με στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ – μέχρι του σημείου σήμερα ο «επίσημος διάδοχός» του, ο Κυριάκος Πιερρακάκης, να είναι ένα στέλεχος που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ –, και θα προσπαθήσει να αντισταθμίσει τις επιθετικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές του, ή τις μετατοπίσεις του σε όλο και δεξιότερες θέσεις σε θέματα όπως το μεταναστευτικό και το προσφυγικό, με «δικαιωματικές» θέσεις σε ζητήματα όπως ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών. Αυτό εξηγεί και γιατί κατάφερε να αποξενώσει και ένα μέρος του παραδοσιακού κομματικού ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας, που αισθάνεται ότι πλέον το κόμμα του δεν έχει ούτε κοινωνικό πρόσωπο, ούτε τις «παραδοσιακές αξίες» του. Και αυτό εξηγεί γιατί η Νέα Δημοκρατία είναι σήμερα ένα μειοψηφικό κόμμα, που εκπροσωπεί το τμήμα της κοινωνίας που κατά βάση θεωρεί ότι τα πράγματα πάνε καλά, εν μέσω γενικευμένης κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Εάν σήμερα ένα κόμμα σαν τη Νέα Δημοκρατία δείχνει να μην τα πηγαίνει τόσο καλά, την ώρα που ανάλογα προβλήματα έχουν και άλλα ευρωπαϊκά κόμματα ανάλογης ιδεολογίας, αυτό δεν οφείλεται στο ότι είναι το «Κέντρο» που σήμερα «βάλλεται από τα άκρα» και γι’ αυτό θα πρέπει να «οργανώσουμε την άμυνά του». Αυτό θα ίσχυε, εάν αποδεχόμασταν τη θέση των απολογητών του «Ακραίου Κέντρου» ότι η πολιτική της είναι η μόνη εφικτή και οτιδήποτε άλλο θα είναι καταστροφή.

Στην πραγματικότητα η κρίση των κομμάτων του «Κέντρου» στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών τους και του τρόπου που στην πραγματικότητα στράφηκαν κατά της κοινωνικής πλειοψηφίας. Και εάν ανεβαίνουν στην Ευρώπη νεοφασιστικά κόμματα, αυτό οφείλεται στο πώς τα κόμματα του «Κέντρου» προλείαναν το έδαφος υιοθετώντας μια ακροδεξιά ατζέντα. Και αυτό σημαίνει ότι η απάντηση στην κρίση του «Ακραίου Κέντρου» δεν είναι προφανώς η συσπείρωση γύρω από τα κόμματά του, αλλά η προσπάθεια να υπάρξει μια πραγματική εναλλακτική δημοκρατική προοδευτική πολιτική που να μπορεί να πείσει ξανά την κοινωνία ότι μπορούν να υπάρξουν πολιτικές με έμφαση στην κοινωνική προστασία, τη δίκαιη κατανομή του πλούτου, τη συμπερίληψη και ένα αίσθημα πραγματικής ασφάλειας. Αυτό, δηλαδή, που φοβούνται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο οι απολογητές του Ακραίου Κέντρου.

Πηγή: in