ενημέρωση 6:23, 5 October, 2026

Από τα τραγούδια της λευτεριάς, στα σκυλάδικα της δηθενιάς

Από τις μεγάλες συναυλίες του πολιτικού τραγουδιού με χαρακτήρα διαδήλωσης διαμαρτυρίας, ως την επικράτηση της κουλτούρας του σκυλάδικου με χαρακτήρα επιδεικτικού υπερκαταναλωτισμού και από τη μετάβαση από τη συλλογική αντίληψη της στρατευμένης τέχνης, ως την ατομική συνείδηση της τέχνης της διασκέδασης, το τραγούδι στα σαράντα χρόνια Μεταπολίτευσης έχει ακολουθήσει την κοινωνική και πολιτική πορεία της χώρας, εκφράζοντας ανά περίοδο τα επιτεύγματα και τις δεινοπάθειες της πορείας αυτής. Το tvxs.gr θυμάται τα γεγονότα που χαρακτήρισαν την μεταπολιτευτική μουσική σκηνή και αναλύει την πορεία από τα τραγούδια της λευτεριάς στα σκυλάδικα της δηθενιάς, ενώ η Δήμητρα Γαλάνησχολιάζει την εμπορευματοποίηση της τέχνης, τη σκόπιμη αποσιώπηση της που δεν μπόρεσε όμως να υπερνικήσει το λειτουργικό της σκοπό και μας προτρέπει να... μην κοιτάμε πίσω, μόνο μπροστά για να μπορέσουμε να χτίσουμε σε νέα βάση την εποχή της μετα-Μεταπολίτευσης.

Τα τραγούδια της λευτεριάς

«Δώστε τη χούντα στο λαό», φωνάζει ο κόσμος που αναπνέει αέρα ελευθερίας, μετά από επτά χρόνια κατά τα οποία η εγχώρια πνευματική και καλλιτεχνική αναζήτηση και δημιουργία είχε κατασταλεί με τρόπο ανάλογο της καταστολής των πολιτικών ελευθεριών, μόλις ο Μίκης Θεοδωράκης τραγουδήσει το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Όταν σφίγγουν το χέρι», στη θρυλική συναυλία που έγινε στο Στάδιο Καραϊσκάκη τον Ιούλιο του 1974, αμέσως μετά την πτώση του καθεστώτος. Θα ακολουθήσουν οι συναυλίες του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Σταύρου Ξαρχάκου, στις οποίες οι Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Αντώνης Καλογιάννης, Μαρίζα Κοχ, Μάνος Λοΐζος, Μελίνα Μερκούρη, Λιζέττα Νικολάου, Γιώργος Νταλάρας, Νίκος Ξυλούρης, Μαρία Φαραντούρη και Λάκης Χαλκιάς θα τραγουδήσουν την πολυπόθητη ελευθερία.

Η πανηγυρική διάθεση που ακολουθεί τη νίκη της δημοκρατίας επί της δικτατορίας θα θεσμοθετήσει και την πολιτισμική ταυτότητα των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, καθιστώντας ορόσημα τις αγωνιστικές συναυλίες των πρώτων ημερών. Η πολιτική στράτευση θα καταστεί ταυτόσημη του πολιτισμικού γίγνεσθαι μέχρι και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80, μέσα από την αναπαραγωγή των επικών έργων των εξόριστων της χούντας καλλιτεχνών αλλά και της αντάρτικης και μετεμφυλιακής μουσικής παραγωγής. Η μουσική τα πρώτα χρόνια της αποκατάστασης έχει πρωτίστως χαρακτήρα συλλογικό και κάθε προσωποκεντρική προσέγγιση που προβάλλεται κυρίως στην εκτός συνόρων παραγωγή αντιμετωπίζεται ενοχικά, με καχυποψία και πολλές φορές με απαγόρευση από την πολιτικοποιημένη νεολαία που ανδρώθηκε υπό τη σκιά της χούντας των συνταγματαρχών.

Το ντοκιμαντέρ «Οι δρόμοι της φωτιάς», του Νίκου Κούνδουρου, καταγράφει τις πρώτες εκείνες συναυλίες καθώς επίσης και άλλες μαζικές εκδηλώσεις που έγιναν στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1974 για την πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, σκιαγραφόντας με γλαφυρότητα και συνέπεια το κλίμα που επικρατούσε, μετά την πτώση της Χούντας. «Πρόκειται για μια ταινία συντεθειμένη από φωνές και αιτήματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας αμέσως μετά την παλινόρθωση της Δημοκρατίας. Μια ταινία ωδή στη λευτεριά», θα πει ο Κούνδουρος για το ντοκιμαντέρ του που καταφέρνει να μεταδώσει τον πολιτισμικό παλμό των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης όσο κανένα άλλο.

 

Η δεύτερη νομιμοποίηση του ρεμπέτικου

Χαρακτηριστικό των δεκαετιών του '70 και του '80 είναι η εκ νέου νομιμοποίηση και προσπάθεια αναβίωσης του ρεμπέτικου από σύγχρονους τραγουδιστές που ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα το κλασικό ρεπερτόριο, αλλά επενδύουν και στη δημιουργία μιας σύγχρονης μορφής του προσαρμοσμένης στην ταυτότητα της νεωτερικής κουλτούρας που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται. Το μουσικό ρεύμα που προπολεμικά ταυτίστηκε με την κοσμοπολίτικη έκφανση του μικρασιατικού ελληνισμού και αργότερα με την λαϊκή κουλτούρα του αστικού περιθωρίου, αφού έχει διωχθεί από τη Δεξιά και έχει αντιμετωπιστεί με καχυποψία από την Αριστερά, επανέρχεται για να αποδαιμονοποιήσει το γλέντι, που έχει αμαυρωθεί από την αρνητική χροιά που του έχει αποδοθεί μετά τα χουντικά γλέντια των δικτατόρων.

Η επανεγκαθίδρυση του ρεμπέτικου πέραν της καλλιτεχνικής αξίας του γεγονότος, αποτελεί την πρώτη προσπάθεια μεταδικτατορικής μετάβασης από τη συλλογική στην ατομική πολιτισμική κατανάλωση. Το κοινό που μετά την αποκατάσταση του πολιτεύματος έχει πολιτικοποιήσει τον πολιτισμό συμμετέχοντας προσωπικά αποστασιοποιημένο σε συναυλίες συμπαράστασης ή διαμαρτυρίας, εκπαιδεύεται εκ νέου στη διασκέδαση. Η Οπισθοδρομική Κομπανία των Σφακιανάκη, Εμμανουηλίδη, Στρατηγόπουλου κι Εξαρχάκου με τραγουδίστρια την Ελευθερία Αρβανιτάκη και σπουδαίες συνεργασίες στο ενεργητικό του σαν σχήμα, περιοδευει στις ταβέρνες των αστικών κέντρων και της επαρχίας εκπαιδεύοντας τους θαμώνες στη συμμετοχή. Οι Έλληνες αρχίζουν ξανά να τραγουδούν και να χορεύουν, αποβάλλοντας σιγα-σιγα την πνευματική αναπηρία που έχει αφήσει πίσω της η χούντα.

Σημείο σταθμό για την αποκατάσταση και την εξιδανίκευση του ρεμπέτικου από την προδευτική πολιτισμική πτέρυγα, αποτελεί και η πολυβραβευμένη ομώνυμη ταινία του Κώστα Φερρή και της Σωτηρίας Λεονάρδου που βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1983, γνωρίζοντας θερμή υποδοχή. Το soundtrack της ταινίας περιλαμβάνει ιστορικά κομμάτια όπως τα «Στου Θωμά», «Καίγομαι, καίγομαι», «Μπουρνοβαλιά», «Το δίχτυ» και «Μάνα μου Ελλάς» και διαγράφει εξίσου εντυπωσιακή πορεία, ξεπερνώντας σε πωλήσεις τα 200 χιλιάδες αντίτυπα. Το «Ρεμπέτικο» πραγματεύεται την πολυτάραχη ζωή της θρυλικής ρεμπέτισσας Μαρίκας Νίνου, μπλέκοντας πραγματικά και μυθοπλαστικά γεγονότα, που σκιαγραφούν τη μυθική διάσταση της λαϊκής κουλτούρας του μουσικού αυτού ρεύματος που φέρει στα μετόπισθεν μια διαφορετική από τη δεδομένη για την εποχή φιλοσοφία ζωής.

Το πάρτυ αποκατάστασης της διασκέδασης

Εννέα χρόνια ακριβώς μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, στις 25 Ιούλιου του 1983,  αποκαθίσταται οριστικά και αμετάκλητα η άτυπη συλλογική αυτολογοκρισία στη διασκέδαση και η ενοχή για την ευδαιμονία, με το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη. Κάτω από την καλοκαιρινή πανσέληνο, η σοβαροφάνεια της πολιτικοποιημένης μουσικής δράσης της πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης περνά στην ιστορία, ανοίγωντας τον δρόμο για πιο ανέμελη και προσανατολισμένη στην μονάδα μουσική πρόταση.

Το Πάρτυ που λαμβάνει χώρα στην πλαζ της Βουλιαγμένης δεν έχει το αυστηρό στήσιμο των μεταπολιτευτικών συναυλιών που έλαβαν χώρα σε γήπεδα και μεγάλα θέατρα. Ο οικοδεσπότης Λουκιανός Κηλαηδόνης, μαζί με τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Γιώργο Νταλάρα, τον Βαγγέλη Γερμανό, την Αφροδίτη Μάνου, την Μαργαρίτα Ζορμπαλά, την Νέλλη Σεμιτέκολο, την Μαντώ, την Λία Βίσση και τους Μπιγκ Μπάντ καταφθάνουν με βάρκες στην πλωτή σκηνή που έχει στηθεί, ενώ τον ουρανό φωτίζουν πυροτεχνήματα. Το πάρτυ κινηματογραφείται, αναγκάζοντας τους συντελεστές να ακολουθήσουν τον απαιτητικό κι ακριβή σχεδιασμό που απαιτεί η τηλεοπτική παραγωγή και η κοινωνία του θεάματος, που κάνει το ντεμπούτο της. Αν και τα εισητήρια που κόπηκαν είναι περίπου 25 χιλιάδες, οι συμμετέχοντες στο πολιτισμικό γεγονός που σημάδεψε τη δεκαετία του '80, υπολογίζονται μεταξύ 50 και 80 χιλιάδων. Αυτή τη φορά δεν κάθονται αυστηρά στριμωγμένοι σε κερκίδες, αλλά τραγουδούν, χορεύουν, κολυμπούν, παίζουν ρακέτες και χαζεύουν αγκαλιά το φεγγάρι ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, υπό τους ήχους μιας μοντέρνας μουσικής που παντρεύει, μέχρι πρότινος αποφευκταία ροκ και παραδοσιακά στοιχεία. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον κοινό που δεν έχει πολιτικά ή ταξικά χαρακτηριστικά ομοιογένειας αλλά μόνο κοινό γνώρισμα τη δίψα για την απελευθέρωση της διασκέδασης.

Χαρακτηριστικό της αμηχανίας με την οποία το κατεστημένο της εποχής αντιμετωπίζει το νέου αυτού τύπου δρώμενο είναι η αδυναμία του Τύπου των ημερών να περιγράψει το γεγονός, πέφτοντας στην παγίδα να χρησιμοποιήσει κλισέ πολιτικούς όρους όπως «κοσμοπλημμύρα» ή «λαοθάλλασα». Φαίνεται πως ακόμα δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες που θα διαχωρίσουν τη μαζική πολιτισμική διαντίδραση από την πολιτική της χροιά, όμως οι από τα κάτω ζυμώσεις στέλνουν ακριβώς το αντίθετο μήνυμα.

I Love Rock N' Roll

Με τη ροκ μουσική να εισάγεται μεν από το 1950 στην Ελλάδα, αλλά να αποτελεί άκουσμα για ένα κλειστό προοδευτικό κύκλο που απορρίπτει εν γένει την ελληνική μουσική παραγωγή και παράδοση, το είδος αντιμετωπίστηκε τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια με επιφύλαξη καθώς θεωρήθηκε αφενός αντιλαϊκό, αφετέρου φιλο-δυτικό. Οι συναυλίες και πολύ περισσότερο τα ροκ φεστιβάλ ήταν γεγονότα άγνωστα για την Ελλάδα, που μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80 δεν είχε να επιδείξει καν εγχώρια ροκ παραγωγή. Η έκρηξη του punk και του new wave που επηρρέσαν σε παγκόσμιο επίπεδο τα μουσικά δρώμενα όμως, έμελλε να κινητοποιήσει την απαρχή της εγχώριας Ανεξάρτητης Ροκ Σκηνής που υϊοθέτησε γνωρίσματα κοινωνικής και πολιτικής κριτικής, πολύ διαφορετικά όμως από αυτά της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Η προοδευτική Αριστερά και η αντιεξουσιαστικοί πυρήνες που άφηναν σιγά-σιγά πίσω τις πληγές της δικτατορίας αγκάλιασαν το είδος μόλις στις αρχές της δεκαετίας του '80, καθιστώντας το Κύταρρο στην Αθήνα και το Μπερλίν στη Θεσσαλονίκη σε τόπους συνάντησης των προοδευτικών πολιτικά και κοινωνικά νέων της εποχής, που έσπαγαν τους δεσμούς με το πρότινος κατεστημένο.

Το 1982 διοργανώνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο γήπεδο του Σπόρτινγκ το πρώτο μικρής εμβέλειας φεστιβάλ όπου εμφανίζονται οι Birthday Party, Fall και New Order. Είναι ο προπομπός για το μεγάλο event που θα ακολουθήσει τρία χρόνια αργότερα, όταν η τότε κυβέρνηση, με υπουργό Πολιτισμού τη Μελίνα Μερκούρη, δέχεται κριτική για τον απομομωτισμό της από την Ευρώπη και εισάγωντας τον θεσμό της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πρωτεύουσας διοργανώνει στις 26 και 27 Ιουλίου του 1985 το διεθνούς εμβέλειας φεστιβάλ Rock in Athens. Αστραφτερά ονόματα και σχήματα της παγκόσμιας μουσικής σκηνής όπως οι Class, οι Stranglers, οι Cure, οι Depeche Mode, οι Talk Talk, οι Telephone, οι Culture Club και η Nina Hagen δίνουν το παρόν στο κατάμεστο Καλλιμάρμαρο, μαθαίνοντας το ελληνικό κοινό να ακούει εξεγερσιακό punk, δυναμικό ροκ αλλά και ελαφρύ british pop, την ίδια μάλιστα εποχή που η επίσημη πολιτεία έχει θέσει σε εφαρμογή την επιχείρηση «Αρετή» ενάντια στην ανήσυχη αντιεξουσιαστική νεολαία των Εξαρχείων. Πρόκειται για ένα γεγονός μεγάλης πολιτισμικής σημασίας καθώς τίθενται τα θεμέλια της εισαγωγής μαζικού πολιτισμού ενώ για πρώτη φορά τίθεται επί τάπητος το ζήτημα της κρατικής παρέμβασης στη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου και τς μαζικής πολιτισμικής κατανάλωσης.

Στις 3 Οκτωβρίου του 1988, το ελληνικό κοινό, εκπαιδευμένο πια στα ξενόφερτα ακούσματα, έχει την ευκαιρία να δει επι σκηνής στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας την ιστορική συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας για τα 40 χρόνια από την υπογραφή της Οικουμενικής Διακύρηξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Bruce Springsteen, Peter Gabriel, Sting, Tracy Chapman, Youssou’n’Dour και έλληνας guest ο Γιώργος Νταλάρας έιναι τα μεγάλα ονόματα που απο το μεσημερι μεχρι τα μεσανυχτα ξεσηκώνουν για καλό σκοπό πάνω από 80.000 θεατές. Πρόκειται για την πρώτη συναυλία με σαφές πολιτικό έρεισμα, μετά από αυτές της πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης, που απευθυνόταν σε μια γενιά που πλέον θεωρούσε αδιαπραγμάτευτη τη δημοκρατία όμως και τα πολιτικά της διακυβεύματα ήταν πολύ πιο εξωγενή κι αόριστα από τα διακυβεύματα της πρώτης μεταπολιτευτικής εποχής.

Στο μεταξύ οι κοινωνικές και πολιτικές ζυμώσεις ανδρώνουν την ανάγκη μιας ελληνικής ροκ σκηνής που θα αποτινάξει τον αστισμό, τα στερεότυπα και τον λαϊκισμό που μέχρι τωρα εξέφραζαν το ρεμπέτικο, το λαϊκό και το πολιτικό τραγούδι. Αυτόνομες και αυτοχρηματοδοτούμενες δισκογραφικές εταιρίες αρχίζουν από τις αρχές της δεκαετίας του '80 να κάνουν την εμφάνιση τους, λειτουργώντας κόντρα στην εμπορευματοποίση με οδηγό την έμπνευση για εναλλακτική μουσική σκέψη. Η ροκ μουσική παραγωγή είναι θεαματική. Κλασικοί ροκ καλλιτέχνες όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Νικόλας Άσιμος, εμφανίζονται παράλληλα με punk μπάντες όπως οι Γενιά του Χάους, Panx Romana και Γκουλάγκ. Την ίδια στιγμή την post punk σκηνή εκφράζουν καλύτερα από καθένα άλλο οι αξεπέραστες Τρύπες με επικεφαλής τον Γιάννη Αγγελάκα, ενώ τη garage εκπροσωπούν τα Μωρά στη Φωτιά και οι Last Drive, το psychedelic οι Purple Overdose και ένα είδος ιδιότυπου σαρκαστικού ροκ ο Τζίμης Πανούσης με τις Μουσικές Ταξιαρχίες, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Γιάννης Μηλιώκας, ο Σάκης Μπουλάς και ο Γιάννης Ζουγανέλης.

Ζήτω το ελληνικό... έντεχνο τραγούδι

Ήταν μόνο 19 εκπομπές, αλλά ήταν αρκετές για να αναδείξουν τη νέα ποιοτική μουσική σκηνή των μέσων της δεκαετίας του '80. Ο Διονύσης Σαββόπουλος μέσα από την εκπομπή Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι, που παρουσίαζε στην κρατική τηλεόραση τις τηλεοπτικές σεζόν 1986-1987 κατάφερε να αναδείξει νέους καλλιτέχνες και δημιουργούς που έκαναν τα πρώτα τους βήματα αλλά και ήδη καταξιωμένους καλλιτέχνες και μέσα από την ιδιαίτερη προσωπικότητα του βρήκε τον τρόπο να παντρέψει το έντεχνο με το ροκ και το παραδοσιακό με το λαϊκό προτείνοντας υβριδιακές μίξεις που θα δημιουργούσαν νέα ρεύματα στη μεταπολιτευτική μουσική. Οι πιο ενδιαφέρουσες συνεργασίες ηχογραφήθηκαν στον ομώνυμο με την εκπομπή διπλό δίσκο, με τη συμμετοχή καλλιτεχνών όπως η Δήμητρα Γαλάνη, η Ελένη Βιτάλη, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ο Νίκος Παπάζογλου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, οι Φατμέ, κα.

Οι απαρχές του έντεχνου τραγουδιού εντοπίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο Μίκης Θεοδωράκης ορίζει το έντεχνο λαϊκό τραγούδι ως «ένα σύγχρονο σύνθετο μουσικό έργο τέχνης που θα μπορεί να αφομοιωθεί δημιουργικά από τις μάζες». Αφετηρία της προσπάθειας αυτής είναι ο «Επιτάφιος» σε ποίηση Ρίτσου, για τον οποίο ο Θεοδωράκης αναφέρει: «δεν είναι τίποτε άλλο παρά το πάντρεμα ανάμεσα στη σύγχρονη ελληνική μουσική και στη σύγχρονη ελληνική ποίηση». Ως αποτέλεσμα δημιουργείται μια παράδοση μελοποιημένης ποίησης που ονομάζεται «έντεχνο τραγούδι», που μετά τη Μεταπολίτευση με την ανάγκη για τραγούδι που θα βρίθει νοημάτων πέραν της πολιτικής και παράλληλα θα μπορεί να ταξιδεύει από τη συλλογική ταυτότητα στην ατομική, απογειώνεται. Το έντεχνο περιορίζεται βέβαια πολλές φορές σε μία εσωστρέφεια και λυρικότητα που δυσκολεύει την αποστολή του.

Σημαντικοί συνθέτες που υπηρετούν το έντεχνο είναι οι Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζηδάκις, Σταύρος Ξαρχάκος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Θάνος Μικρούτσικος, Μάνος Λοΐζος, Δήμος Μούτσης, Χρήστος Λεοντής, Δημήτρης Λάγιος, Νίκος Μαμαγκάκης και από πλευράς στιχουργών οι Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Ελευθερίου, ο Μανώλης Ρασούλης και Τάσος Λειβαδίτης. Από πλευράς ερμηνευτών σε ιέρειες του έντεχνου αναδεικνύονται οι Χάρις Αλεξίου, η Δήμητρα Γαλάνη, η Άλκιστις Πρωτοψάλτη, η Μαρία Φαραντούρη, η Μαρία Δημητριάδη, η Φλέρυ Νταντωνάκη, η Αλίκη Καγιαλόγλου, η Μαρίζα Κώχ, η Νάνα Μούσχουρη κ.ά., ενώ σημαντική πορεία καταγράφουν οι Γιώργος Νταλάρας, Μανώλης Λιδάκης, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Ορφέας Περίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Μίλτος Πασχαλίδης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, κα.

Όλα τα μωρά στην πίστα

Υπήρχαν από τη δεκαετία του '30 και επί το πλείστον λειτουργούσαν ως μπαρ-κονσομασιόν, όπου ο πελάτης πλήρωνε ένα φιξ ποσό για ένα κακής ποιότητας ποτό, ένα ακόμα πιο κακής ποιότητας πιάτο φαγητό και τη συντροφιά κάποιας wanna be λαϊκής καλλιτέχνιδας. Τα σκυλάδικα επανήλθαν δυναμικά στο προσκήνιο από τα τέλη της δεκαετίας του '70 καθρεφτίζοντας σε μεγάλο βαθμό την κουλτούρα του νεοέλληνα, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τη Μεταπολίτευση και ύστερα. Ανοιγμένες σαμπάνιες θυσία στα πόδια δευτεροκλασάτων τραγουδιστριών τύπου barbie, μπουκάλια με ουίσκι, υπερμεγέθη πούρα, σπασμένα πιάτα και δίσκοι με γαρύφαλλα, τσιφτετέλι πάνω στα τραπέζια, υπό τους ήχους εύπεπτων καψουροτράγουδων με θέμα τον υπέρτατο έρωτα, το μέχρι τρέλας πάθος, την αμαρτία, το χρήμα, τη δόξα και τη νύχτα που όλα επιτρέπονται, συνθέτουν το σκηνικό της νεοελληνικής λαϊκής διασκέδασης. Λαϊκοί τραγουδιστές που μεσουράνησαν προ χούντας όπως οι Στράτος Διονυσίου, Μανώλης Αγγελόπουλος, Τόλης Βοσκόπουλος, Καίτη Γκρέυ, Δούκισσα, Μαρινέλλα, Λίτσα Διαμάντη, κα, αποσύρονται σιγά-σιγά από τις πίστες των μεγάλων μαγαζιών για να πάρουν τη θέση τους οι πρωταγωνιστές των σκυλάδικων της εθνικής οδού, όπως ο Λευτέρης Πανταζής, ο Σταμάτης Γονίδης, η Κατερίνα Στανίση και η Άντζελα Δημητρίου, αλλά και λαϊκο-ποπ είδωλα από το 1990 κι ύστερα.

Τα νέα είδωλα ενσαρκώνουν αυτό που ο νεοέλληνας των αρχών της δεκαετίας του '80 θέλει να πιστεύει ότι έχει γίνει. Η λαϊκή καταγωγή θάβεται και τη θέση της παίρνει η φαντασίωση της νεόπλουτης γυναίκας με τα επώνυμα ρούχα και τα φανταχτερά κοσμήματα και του άντρα με το ακριβό κάμπριο και τη δυνατότητα να αγοράσει με το στάτους του όποια γυναίκα θέλει. Αυτό είναι άλλωστε το πρότυπο ζωής που τα αστέρια της πίστας προβάλλουν στα βίντεοκλιπ τους, που έχουν κατακλύσει την ιδιωτική τηλεόραση βοηθώντας τη δημοφιλία των προαναφερόμενων, αλλά και στα lifestyle περιοδικά. Το δήθεν αποθεώνεται. Η μουσική δεν ακολουθεί πια τις τάσεις της δημιουργίας αλλά τις τάσεις της αγοράς. Πρέπει να πουλάει, να είναι γρήγορη, εύκολη στην κατανάλωση. Κανένας δεν νοιάζεται για το αν «το φθηνό το κρέας τα σκυλιά το τρώνε». Τα σκυλάδικα άλλωστε είναι ένας χώρος μαζικά οικείος...

Σε πολιτική αναλογία, η άνοδος του ΠΑΣΟΚ και οι κοινωνικές παροχές της πρώτης τετραετίας μεταφράζονται από τον μέσο Έλληνα ως ευκαιρία για ευδαιμονία που εκδηλώνεται με την καταναλωτκή επιδειξιομανία σε όλους τους τομείς. Το να «τα σπας» στα μπουζούκια σε κάνει μέρος της κοινωνίας της ευμάρειας, προσδίδοντας στο υποκείμενο την ταυτότητα της κοινωνικής ανόδου, που λόγω της πολυτάραχης σύγχρονης ελληνικής ιστορίας έμεινε καταπιεσμένη επί πολλά χρόνια. Η ηγεσία άλλωστε του σοσιαλιστικού κόμματος θα προπαγανδίσει την κουλτούρα της πίστας. Ποιός ξεχνάει 'αλλωστε, τον Ανδρέα Παπανδρέου να χορεύει το «Αυτός ο άνθρωπος» ερμηνευμένο από τη Ρίτα Σακελαρίου, τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο να κάνει πολιτικές δηλώσεις εξερχόμενος από τα Αστέρια, αλλά και τον μετέπειτα πρωθυποργό Γιώργο Παπανδρέου να βαδίζει στα χορευτικά βήματα του πατέρα του;

Η αγορά έκανε την τέχνη χρήμα

Επί 40 και πλέον χρόνια διακρίνεται για την δημιουργική της παρουσία και την προσφορά της στο ελληνικό τραγούδι και τον πολιτισμό εν γένει, διαγράφοντας μια πορεία παράλληλη αυτής της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η Δήμητρα Γαλάνη, με περισσότερα από 1000 τραγούδια στο ενεργητικό της και κορυφαίες συνεργασίες με ιερά τέρατα της ελληνικής δημιουργικής μουσικής σκηνής, έχοντας πορευτεί όλα αυτά τα χρόνια με γνώμονα την έκφραση και ύστερα το βιοπορισμό, κοιτάει πίσω στα τελευταία 40 χρόνια μουσικής παραγωγής και μιλά στο tvxs.gr για τα σωστά και τα λάθη στα οποία υπέπεσε η μεταπολιτευτική τέχνη.

Σχολιάζοντας την εξέλιξη της βιομηχανίας του θεάματος, η Δήμητρα Γαλάνη σημειώνει πως «αν παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της μουσικής σκηνής διεθνώς από τη δεκαετία του '80 και μετά, θα δούμε ότι αυτο που ζουμε σαν αγορά και σαν κοινωνια αυτη τη στιγμη αρχισε να εφαρμοζεται πρωτα απο ολα στην μουσική βομηχανία και εν γένει στην βιομηχανία του θεάματος. Η δημιουργία δηλαδή μιας ενιαιας αγοράς, η οποία θα λειτουργεί βουλιμικά υπέρ κάποιων μονοπωλίων και θα ισοπεδώνει κάθε μικρότερη ή και ατομική ελευθερία και πρωτοβουλία».

«Αυτή η γιγαντωμένη δυσανάλογα αγορά έπρεπε τότε να λειτουργεί με συγκεκριμένο τρόπο και να “κατασκευάζει” συγκεκριμένα “προϊόντα” ώστε να τα εκμεταλευεται και ανάλογα. Αυτό έγινε κατά κόρον και στην χώρα μας και έτσι φτάσαμε στα αποτελέματα που φτάσαμε, όπου κάθε έννοια τέχνης έπρεπε να μεταφράζεται σε χρήμα και μάλιστα πολύ. Έτσι δημιουργήθηκε ένα σύστημα, αυτό του mega - show, όπου όλα άρχισαν να “μεγαλώνουν’ να γίνονται πιο μαζικά και στο οποίο λίγο – πολύ όλοι “ψηθήκαμε” ότι έπρεπε να παίξουμε», θα πει η σπουδαία ερμηνεύτρια.

Κάνοντας την κριτική της πορείας αυτής η Δήμητρα Γαλάνη θα υπογραμμίσει πως «από ότι φάνηκε στην πορεία αυτό ήταν μέγα λάθος και ιδιαίτερα για χώρες μικρές και με γλωσσικές άρα και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες σαν την δική μας». «Αυτό πιστεύω ότι συνέβει και αυτό πρέπει να αλλάξει,  και βλέπω να αλλάζει ήδη, γιατί ακριβώς λόγω μεγέθους χώρας τα πράγματα μπορούν να είναι λίγο πιο ελέγξιμα. Και αυτο δεν σημαίνει κάνεναν “πόλεμο” βέβαια. Απλά πρέπει να αλλάξουν οι προσδοκίες και οι αναμονές όλων μας και να βρούμε έναν τρόπο  να δουλέψουμε χωρίς να γκρεμίσουμε το σπίτι μας», θα τονίσει.

Η πραγματική τέχνη αποσιωπάται αλλά είναι παρούσα

Εν μέσω της οικονομικής αλλά κυρίως κοινωνικής και πολιτισμικής κρίσης που η πρώτη έχει επιφέρει και για πολλούς αποτελεί αποτέλεσμα της αυτοκαταστροφικής πορείας των μεταπολιτευτικών επιλογών, έντονη είναι η κριτική που ασκείται στους ανθρώπους των Τεχνών και των Γραμμάτων για τη θέση που κράτησαν, σε σχέση με προγενέστερους τους που με τη δράση τους είχαν δρομολογήσει εξελίξεις κατά την Κατοχή, τον Εμφύλιο κι αργότερα κατά τη Δικτατορία.

«Κοιτάξτε, η πραγματική τέχνη ήταν, είναι και θα είναι πάντα παρούσα και δίπλα στον κόσμο  γιατί απλούστατα αναπνέει μαζί του  και είναι κομμάτι αυτού», λέει κατηγορηματικά η Δήμητρα Γαλάνη. Διαχωρίζοντας τα γεγονότα, η τραγουδιστρια που έχει σημαδέψει την έντεχνη σκηνή τονίζει πως «δεν πρέπει να σας μπερδεύει το γεγονός ότι σε όλο αυτό το διαστημα η πραγματική τέχνη άρχισε σιγά- σιγά να “κρύβεται” από το μεγαλύτερο μέρος των ΜΜΕ. Ολοένα και πιο πολύ βλέπαμε την θέση της καλλιτεχνικής και της  πνευματικής  δημιουργίας να την καταλαμβάνουν, στη κυριολεξία, τα διάφορα υποπροϊόντα της. Αυτό έγινε παντού. Στη μουσική, στο θέατρο, στον κινημετογράφο, στη λογοτεχνία κλπ». «Αυτο σε συνδιασμό με την πλήρη απουσία μιας στοιχειώδους παιδείας και πληροφόρησης, μας έφτασε στην σημερινή κατάντια», θα συμπληρώσει.

«Αν και δημιουργήθηκε μια τεχνιτη “σιωπή”, αυτό δεν σταμάτησε όπως ήταν φυσικό τους σημαντικούς δημιουργούς να έχουν λόγο δημόσιο και έτσι να επισημαίνουν τους κινδύνους. Μιλάγανε και μέσα από το έργο τους και δημόσια. Η εποχή όμως ήταν της άκρατης πλασματικής ευμάριας και έτσι λίγοι ακούγαν δυστυχώς. Τέλος πάντων. Σημασία έχει να έχουμε καταλάβει και να προχωρήσουμε μπροστά όλοι μαζί», σημειώνει.

Αναφερόμενη στους υπαίτιους της πορείας αυτής, η Δήμητρα Γαλάνη προειδοποιεί πως όσοι συνέβαλαν σε αυτό το πολιτισμικό έγκλημα δε θα έπρεπε να χαίρονται. «Αυτό το κοινωνικό μόρφωμα αυτό το κατασκέυασμα της υποκουλτούρας που θρέψανε θα τους καταπιεί και τους ίδιους. Όσον αφορά το νεώτερο καλλιτεχνικό δυναμικό αυτής της χώρας δε, ας μου επιτραπει να διατυπώσω την λαϊκή σοφία που θέλει την αχλάδα να έχει πίσω την ουρά. Προχωράει και θριαμβεύει χωρις αυτούς», θα καταλήξει η Δήμητρα Γαλάνη.

Πίσω μην κοιτάς

Στην ερώτηση για το πιο τραγούδι θα επέλεγε για να περιγράψει τα σαράντα χρόνια Μεταπολίτευσης, η Δήμητρα Γαλάνη επιλέγει ένα νέο τραγούδι που έγραψε η ίδια σε στίχους του Παρασκευά Καρασούλου και είναι στον τελευταίο δίσκο της με γενικό τίτλο «ΑΛΛΙΩΣ». Το τραγούδι είναι το «Πίσω μην κοιτάς» και μιλάει για τον ευατό μας που έχει πια παλιώσει και είναι καιρός να κοιτάξει μπροστά καθώς ότι αγαπά είναι πια μπροστά του κι ότι πια χρωστά είναι στην καρδιά του, όπως ακριβώς και τα σωστά και λάθη της Μεταπολίτευσης έχουν πια παλιώσει και είναι καιρός να κοιτάξουμε μπροστά για να χτίσουμε σε νέα βάση την εποχή της μετα-Μεταπολίτευσης.

Παλιώνει κάποτε σαν ρούχο ο εαυτός σου
και ας τον συνήθισες και ας βόλεψε πολλά
και ας ήταν πάντοτε ο πιο πιστός στενός δεσμός σου
και ας σε κουβάλησε ως εδώ από μακριά

Παλιώνει κάποτε σαν σπίτι και η ζωή σου
δεν φτάνει πια δεν σε χωράει όπως παλιά
τα βράδια τρίζει και εσύ όλο χάνεις το κλειδί σου
όλο πιο δύσκολα η συνήθεια σε κρατά

Πίσω μην κοιτάς
ότι αγαπάς είναι εδώ μπροστά σου
πίσω μην κοιτάς
ότι πια χρωστάς είναι στην καρδιά σου

Παλιώνουν κάποτε και οι δρόμοι να γυρίσεις
και ας σε πονάει που αλλάζεις προορισμό
ένας καινούργιος εαυτός ζητάει να αφήσεις
σαν άδειο ρούχο τον παλιό σου εαυτό.

Πηγή : tvxs

15 Αυγούστου, γιορτή της Παναγίας

Γράφει η Κατερίνα Δημοπούλου

Γιορτή της Παναγίας σήμερα και πήγα να προσκυνήσω στην χάρη της, στην ενορία μου, τον Άγιο Γεώργιο.

Μου έκαναν εντύπωση δύο πράγματα, ο κόσμος οι πιστοί ήταν πολλοί. Η εκκλησία γεμάτη από κόσμο όλων των ηλικιών. Μεγάλοι αλλά και νεώτεροι σε ηλικία, μανάδες με τα μικρά τους παιδιά. Ήταν πραγματικά πολύ συγκινητικό να βλέπεις μια ενορία να σφύζει από κόσμο όλων των ηλικιών.

Στην Κηφισιά έχουμε στην χάρη της αφιερωμένες την Παναγίτσα, το μικρό εκκλησάκι στην ομώνυμη οδό, αλλά και την Παναγία την Ελευθερώτρια στο Κεφαλάρι. Οι πιστοί, παρόλα αυτά, στην ενορία του Αγίου Γεωργίου, την 15η Αυγούστου, που όλοι βρίσκονται σε διακοπές, πολλοί.

Στο κήρυγμα του ο Πατήρ Απόστολος, γεγονός που μου προξένησε το ενδιαφέρον και μου τόνωσε το ηθικό, είπε: ακούμε όλοι ότι αυτός είναι κλέφτης, αυτός είναι παράνομος και μέσα σε όλα αυτά είναι και μέρος των λειτουργών της εκκλησίας. Η εκκλησία δεν είναι ο Πατριάρχης, οι επίσκοποι, οι παπάδες, είμαστε όλοι εμείς. Αυτό κάνει την εκκλησία μας ξεχωριστή, μας δίνει ηθικό και πνευματικό πλεονέκτημα. Σε συνομιλία του ο Χριστός με τους μαθητές του είπε, παρατηρούσα και είδα μια χήρα που ήλθε και έδωσε στο «παγκάρι» 2 δεκάρες. Αυτή είναι η πραγματική πιστή, Χριστιανή, όχι οι υπόλοιποι που δίνουν περισσότερα χρήματα. Αυτή έδωσε από το υστέρημα της, όχι από αυτά που τους περισσεύουν.   

Σήμερα, η χάρη της Παναγιάς, πήγα και μου έδωσε το ηθικό πλεονέκτημα.            

Οι διχασμένες «προσωπικότητες» της φύσης

Είναι αντικείμενα, δομές και φαινόμενα του Διαστήματος και της φύσης με μη συμβατικά χαρακτηριστικά στα οποία οι επιστήμονες προσδίδουν τον χαρακτηρισμό «διχασμένες προσωπικότητες». Ας δούμε ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά εξ αυτών...

Ο κομήτης - πατάτα

Πριν από λίγες ημέρες ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος (ESA) ανακοίνωσε ότι ο κομήτης τον οποίο προσεγγίζει η ευρωπαϊκή αποστολή Rosetta φαίνεται ότι είναι στην πραγματικότητα δύο σώματα που συγκρατούνται χαλαρά μεταξύ τους και κινούνται μαζί στο Διάστημα. Μάλιστα η ανώμαλη επιφάνειά τους ίσως δυσκολέψει την επιχείρηση προσεδάφισης. Ο κομήτης 67/Ρ Τσουριούμοφ/Γερασιμένκο (67P/C-G) είναι χωρισμένος σε δύο τμήματα με σχήμα που θυμίζει πατάτα. Παραμένει ασαφές αν ο κομήτης ήταν κάποτε ενιαίος και έσπασε ή αν πρόκειται για διαφορετικά σώματα που πλησίασαν το ένα το άλλο και σχημάτισαν ένα «δυαδικό σύστημα επαφής», όπως το ονομάζουν οι αστρονόμοι.

Αστρο με διπλή προσωπικότητα

Ενα από τα πιο σπάνια και εντυπωσιακά κοσμικά αντικείμενα ανακάλυψαν ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες. Πρόκειται για ένα άστρο νετρονίου που περιστρέφεται μία φορά κάθε 3,9 χιλιοστά του δευτερολέπτου! Ταυτόχρονα το άστρο αυτό εκπέμπει δύο είδη ακτινοβολίας, φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί μόλις άλλη μια φορά ως σήμερα.
Τα άστρα νετρονίου που είναι πιο γνωστά με τον όρο «πάλσαρ» είναι σώματα υψηλής πυκνότητας και σχηματίζονται από άστρα τα οποία έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής τους και καταρρέουν. Ολα τα πάλσαρ εκπέμπουν τις δέσμες ακτινοβολίας από τους πόλους τους και καθώς περιστρέφονται, γίνονται ορατά από τη Γη ως περιοδικές, σύντομες λάμψεις. Τα πάλσαρ εκπέμπουν την ακτινοβολία (είτε ραδιοκύματα, είτε ακτινοβολία γ, είτε ακτίνες Χ) με σταθερό ρυθμό. Ορισμένοι μάλιστα τα περιγράφουν ως «κοσμικούς ραδιοφάρους».

Μια ερευνητική ομάδα εντόπισε πριν από λίγο καιρό ένα άστρο νετρονίου σε απόσταση 18 χιλιάδων ετών φωτός από εμάς και έκανε τη σχετική ανακοίνωση. Διαπιστώθηκε ότι το πάλσαρ αυτό στροβιλίζεται με απίστευτη ταχύτητα. Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του μία φορά κάθε 3,9 χιλιοστά του δευτερολέπτου. Η ομάδα διαπίστωσε ότι το άστρο αυτό εκπέμπει ακτίνες Χ.

Μια εβδομάδα αργότερα μια δεύτερη ερευνητική ομάδα έστρεψε τα τηλεσκόπια στην ίδια περιοχή και εντόπισε ένα άστρο νετρονίου που εξέπεμπε ραδιοκύματα. Αρχικά οι ερευνητές σχημάτισαν την εντύπωση ότι επρόκειτο για ένα δεύτερο πάλσαρ. Οπως αποδείχτηκε όμως πρόκειται για το ίδιο άστρο νετρονίου που έχει, όπως αναφέρουν οι ειδικοί, «διχασμένη προσωπικότητα». H ανακάλυψη είναι πολύ σημαντική αφού τέτοια συμπεριφορά σε πάλσαρ έχει παρατηρηθεί μόλις άλλη μια φορά.

Το πάλσαρ που στροβιλίζεται με αυτή την «τρελή» ταχύτητα και εκπέμπει δύο είδη ακτινοβολίας έλαβε την κωδική ονομασία PSR J1824-2452I.

Σωματίδιο εναντίον Υπερσυμμετρίας

Μια από τις πιο σπάνιες «μεταμορφώσεις» στον κόσμο των σωματιδίων εθεάθη για πρώτη φορά «live» στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων (LHC) του CERN και ανάβει φωτιές ποικιλοτρόπως στον κόσμο της Σωματιδιακής Φυσικής και όχι μόνο. Η πρωτοφανής στα ανθρώπινα μάτια διάσπαση ενός μεσονίου Bs σε ένα μιόνιο και ένα αντιμιόνιο προσφέρει μια «γερή» επιβεβαίωση στο Καθιερωμένο Πρότυπο. Ταυτοχρόνως όμως καταφέρνει ένα ακόμη πλήγμα στην Υπερσυμμετρία, τη «σούπερ» θεωρία που έχει προταθεί για τη συμπλήρωση των κενών του Καθιερωμένου Προτύπου αλλά ακόμη δεν έχει βρει την απόδειξή της.

Η επιβεβαίωση για το Καθιερωμένο Πρότυπο ήρθε από το γεγονός ότι οι επιστήμονες του πειράματος LHCb ή beauty, οι οποίοι και «είδαν» το μεσόνιο Bs να διασπάται σε ένα ζεύγος μιονίων, ανακοίνωσαν ότι, σύμφωνα με τις ως τώρα μετρήσεις τους, η διάσπαση του είδους είναι εξαιρετικά σπάνια, ακριβώς όπως προβλέπει ο θεμελιώδης «νόμος» της Σωματιδιακής Φυσικής.
 

Στο μυαλό του Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ

Εικοσάρης, με σωματικά και ψυχικά τραύματα από την εθελοντική συμμετοχή του στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, μια σύζυγο και έναν γιο, δημοσιογράφος που επιθυμούσε να γίνει συγγραφέας και διηγηματογράφος που προσπαθούσε να γίνει μυθιστοριογράφος, ο Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ μετατρέπεται στο μεσοπολεμικό Παρίσι από εκπρόσωπο της λεγόμενης «χαμένης γενιάς» στον συγγραφέα που θα κατακτήσει αργότερα το Νομπέλ Λογοτεχνίας (1954). Τη διαδικασία αυτή καταγράφουν οι 250 επιστολές των ετών 1923-1925 που δημοσιεύονται στον δεύτερο τόμο της αλληλογραφίας του [Sandra Spanier, Albert J. DeFazio III, Robert W. Trogdon (επιμ.), The Letters of Ernest Hemingway, τόμ. 2: 1923-1925, Cambridge University Press, 2013] και τα προσχέδια, οι διαφορετικές εκδοχές και οι σημειώσεις για το πρώτο του μυθιστόρημα, το Και ο ήλιος ανατέλλει (1926) που δημοσιεύονται στη νέα έκδοση του μυθιστορήματος στα αγγλικά που μόλις κυκλοφόρησε (The Sun Also Rises, Scribner, 2014).

Με αποδέκτες τους γονείς του, τους μέντορές του στη συγγραφή (τον Εζρα Πάουντ και τη Γερτρούδη Στάιν) και παλιόφιλους από τα εφηβικά χρόνια στην Αμερική, οι επιστολές αποκαλύπτουν τα πολλά πρόσωπα του Χέμινγκγουεϊ που κοινό τους στοιχείο έχουν το άγχος του να φανεί ανώτερος των προσδοκιών του ίδιου και των άλλων.

Με γλώσσα που διαφέρει ανάλογα με τον αποδέκτη και ύφος πολύ διαφορετικό από το ύφος της λογοτεχνικής του γλώσσας, δείχνει άνεση γράφοντας στον Πάουντ λογοτεχνικά κουτσομπολιά, κολακεύει τη Γερτρούδη Στάιν για τη βοήθειά της στη συγγραφική αγωγή του, υψώνει το ανάστημα στους συντηρητικούς και υποκριτικούς γονείς του για την απόφασή του να γίνει συγγραφέας («Δεν έχω ούτε χρόνο ούτε διάθεση να υπερασπιστώ τη γραφή μου, όλη μου η σκέψη και η ενέργεια καταναλώνονται στο να γράφω καλύτερα και πιο αληθινά και ένα έργο τέχνης πάντα βρίσκει υπερασπιστές, ακόμη και ανάμεσα στους ανθρώπους που το μισούν και θέλουν να το καταστρέψουν») και κομπάζει με γλώσσα συνθηματική στους φίλους του στην πατρίδα για τις εμπειρίες του και για τον ευτυχισμένο γάμο του (που όμως είχε αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα) με μια γυναίκα που ήταν σπουδαία σαν άντρας. «Είναι ο καλύτερος σύντροφος σε ταξίδι που έχεις δει ποτέ» γράφει σε φίλο του για την πρώτη του σύζυγο (1921-1927), την Ελίζαμπεθ Χάντλεϊ Ρίτσαρντσον,«ψαρεύει όχι με το συνηθισμένο γυναικείο προσποιητό ενδιαφέρον αλλά σαν άντρας».

Ενώ προσπαθεί να ανταποκριθεί στο εφηβικό μοντέλο του σκληρού αρσενικού, του άντρα-ήρωα, πολεμά, ψαρεύει, κυνηγά, πηγαίνει σε ταυρομαχίες, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η φυσική υπεροχή του αρσενικού, που αυτοδηλώνεται καταφανώς την ώρα της δράσης, τραυματίζεται ανεπανόρθωτα όταν προσπαθεί να εκφραστεί με λόγια. Η συνειδητοποίηση αυτή οδηγεί - και με τη βοήθεια της Γερτρούδης Στάιν - από έναν νεανικό, φορτωμένο, πομπώδη και ναρκισσευόμενο λόγο σε έναν λόγο λιτό, αποστασιοποιημένο αλλά πολύ αποτελεσματικό.

Την επιδίωξη της μέγιστης δυνατής απλότητας μαρτυρούν τα χειρόγραφα με τις διορθώσεις του μυθιστορήματος Και ο ήλιος ανατέλλει. Από την πρώτη γραφή ως την τυπωμένη εκδοχή παρατηρούμε τον Χέμινγκγουεϊ να διαγράφει και να διορθώνει απλοποιώντας την έκφραση και τη δομή του κειμένου. Ακολουθώντας τις προτάσεις του φίλου του Φ. Σ. Φιτζέραλντ (μολονότι δεν παραδέχθηκε ανοιχτά αυτή την οφειλή), αφαιρεί ένα μεγάλο φλύαρο τμήμα από την αρχή του μυθιστορήματος, διαγράφει όλα τα αυτοαναφορικά σχόλια περί γραφής, απλοποιεί τη δομή του, επιλέγοντας στο τέλος την αφήγηση των γεγονότων στην ιστορική τους διαδοχή και όχι in media res, όπως είχε κάνει στην πρώτη μορφή του έργου, και κάνει τη γραφή του περισσότερο υπαινικτική και λιγότερο περιγραφική και καταδηλωτική.

Ο φόβος του ευνουχισμού και η επιδίωξη του ανδρισμού που είχαν πολλοί νέοι της γενιάς του Χέμινγκγουεϊ που είχαν συμμετάσχει και πληγωθεί στον πόλεμο, η ανησυχία για τη σεξουαλικότητά του (την οποία οι κριτικοί θα ονομάσουν αργότερα «τρόμο της ομοφυλοφιλίας» και η οποία θα εκφραστεί ελεύθερα στο μετά θάνατον μυθιστόρημά του Ο κήπος της Εδέμ), η επιθυμία να χάσει τον εαυτό του μέσα σε μια σχέση (είτε είναι η φιλία με τους ομόφυλους της αντροπαρέας είτε η παθιασμένη ερωτική σχέση με μια γυναίκα), στοιχεία που χαρακτηρίζουν το μεταγενέστερο έργο του Χέμινγκγουεϊ, βλέπουμε να μορφοποιούνται βήμα-βήμα στο πρώτο του μυθιστόρημα. «Είναι ένα μυθιστόρημα για μια γυναίκα» έγραφε ο Χέμινγκγουεϊ στην επιστολή που συνόδευε τα πρώτα δύο κεφάλαια του μυθιστορήματος που έστειλε στον εκδότη του Μάξγουελ Πέρκινς στην Αμερική. Μετά τις αλλαγές και τις διορθώσεις η αρχική ιστορία κατέληξε να είναι μια ιστορία ανδρών, των ανδρών που αγάπησαν ή δεν μπόρεσαν να αγαπήσουν την κεντρική του ηρωίδα, τη σαγηνευτική νυμφομανή Μπρετ.