ενημέρωση 7:12, 21 August, 2026

Το Ιράν απαντά στον Τραμπ - «Τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορούν να καταληφθούν με τιτιβίσματα»

H Τεχεράνη απορρίπτει τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου πως σύντομα τα Στενά του Ορμούζ θα ανακηρυχθούν «αμερικανικό έδαφος», σε έναν ακόμη γύρο έντονης ρητορικής την ώρα που η διπλωματία βαλτώνει.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών του Ιράν Καζέμ Γαριμπαμπαντί δήλωσε χαρακτηριστικά μέσω Χ ότι «τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορούν να καταληφθούν με τιτιβίσματα, ούτε με αεροπλανοφόρα, ούτε με την έκδοση διατάγματος, ούτε με προεκλογικές ομιλίες».

Το κορυφαίο στέλεχος της ιρανικής διπλωματίας πρόσθεσε πως η Ουάσιγκτον κάποια στιγμή θα πρέπει να «αποδεχτεί την πραγματικότητα», που είναι ότι υπέστη «στρατηγικές και βαριές ήττες», προσθέτοντας πως «το στενό του Ορμούζ ήταν ιρανικό, είναι ιρανικό και θα παραμείνει ιρανικό», είναι «κλειστό» και θα ανοίξει ξανά μόνο με «διαταγή» της Τεχεράνης. «Όσο οι ΗΠΑ δεν αποδέχονται την ήττα τους, το Ιράν θα συνεχίσει να επιβάλλει τον αποκλεισμό», συμπλήρωσε.

Ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ είπε πως «σύντομα θα ανακηρύξω τα Στενά του Ορμούζ έδαφος των ΗΠΑ», υπομειδιώντας, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της αστυνομίας στο Γκάρντεν Σίτι, κοντά στη Νέα Υόρκη.

Ο ρεπουμπλικάνος επαναλαμβάνει τις τελευταίες ημέρες ότι η Ουάσιγκτον έχει τον «απόλυτο έλεγχο» των Στενών. Το Ιράν το διαψεύδει, μιλά για «ψέμα».

Στην πράξη , η στρατηγικής σημασίας για το παγκόσμιο εμπόριο υδρογονανθράκων θαλάσσια οδός είναι κλειστή με απόφαση της Τεχεράνης από την αρχή του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ενώ η Ουάσιγκτον επιβάλλει σε αντίποινα αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο.

Στην ομιλία του ο Ντόναλντ Τραμπ επέμεινε πως το Ιράν δεν θα αποκτήσει «ποτέ πυρηνικό όπλο» — η Ισλαμική Δημοκρατία διαψεύδει πως είχε ποτέ τέτοια πρόθεση εδώ και δεκαετίες. Ενώ τόνισε πως «αν χρειάζεται να πληρώνετε (σ.σ. οι Αμερικανοί) λίγα περισσότερα (χρήματα)» για καύσιμα, «είναι εντάξει», πάντως «δεν θα ζητήσω ποτέ συγγνώμη», διότι «πήρα τη σωστή απόφαση» κηρύσσοντας τον πόλεμο.

Σε σύγκριση με το προπολεμικό επίπεδο, η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ είναι αυξημένη κατά 35% και πλέον, κάτι προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια στα νοικοκυριά, ενώ η δημοτικότητα του προέδρου Τραμπ καταγράφει υποχώρηση.

Η υπεράσπιση του πολέμου εναντίον του Ιράν από τον πρόεδρο Τραμπ έγινε την επομένη δηλώσεων του αντιπροέδρου του Τζέι Ντι Βανς στο Fox News κατά την οποία παρουσίασε πολύ διαφορετικές προτεραιότητες από τον αρχηγό του κράτους.

«Η τιμή του πετρελαίου υποχώρησε», είναι «πολύ πιο χαμηλά από τα υψηλά όπου είχε φτάσει στην αρχή της ένοπλης σύρραξης. Ιδού ο στόχος υπ’ αριθμόν ένα, να εξασφαλίσουμε ότι το πετρέλαιο και η βενζίνη θα παραμείνουν φθηνά για τους Αμερικανούς», ανέφερε. Ο «στόχος υπ’ αριθμόν δύο είναι προφανώς να εξασφαλίσουμε ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο», πρόσθεσε ο κ. Βανς, διαβεβαιώνοντας πως «οδεύουμε να επιτύχουμε αυτούς τους δυο στόχους».

Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυβέρνηση Τραμπ μοιάζει να δίνει ολοένα περισσότερο την έμφαση στην οικονομική πίεση στο Ιράν, καθώς η διπλωματική οδός μοιάζει κλειστή. Έχει εξάλλου αναστείλει τους βομβαρδισμούς εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τουλάχιστον προς το παρόν.

Ο ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί είπε χθες ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη καμιά απόφαση για την επανέναρξη διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων ISNA. Πρόσθεσε πως οι μεσολαβητές, το Κατάρ και το Πακιστάν, βρίσκονται σε επαφή με το Ιράν και ότι ανταλλάσσονται μηνύματα — πάντως επέμεινε πως δεν διεξάγεται καμιά διαπραγμάτευση.

Τόσο η Ουάσιγκτον, όσο και η Τεχεράνη επιμένουν στις θέσεις και τους όρους τους για να ξανανοίξει τα Στενά του Ορμούζ.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Σε κενά αέρος το κυβερνητικό σκάφος - Η άλυτη εξίσωση με Τσίπρα και Σαμαρά

Η εξίσωση «Τσίπρας σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης και Σαμαράς στα δεξιά» είναι άλυτη για το κυβερνών κόμμα υπό τη σημερινή ηγεσία του

Aπώλεια στήριξης εμφανίζει το τελευταίο διάστημα το κυβερνητικό αεροσκάφος, αν και η εξουσία τής εκάστοτε πλειοψηφίας έχει απείρως μεγαλύτερες δυνατότητες από την αντιπολίτευση να… γυρίσει το παιχνίδι, πολλώ δε μάλλον όταν έχει μπροστά της μια προεκλογική ΔΕΘ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πρώτος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κατεβάσει κάτω τα μολύβια παραγωγής κυβερνητικού έργου, διαισθανόμενος πιθανώς ότι η εξίσωση «Τσίπρας σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης και Σαμαράς στα δεξιά του κυρίου Μητσοτάκη» είναι άλυτη για το κυβερνών κόμμα υπό τη σημερινή ηγεσία του. Για τούτο, και αντί να ρίχνει βάρος στο κυβερνητικό πρόγραμμα ως τις κάλπες και στην πρότασή του για την τρίτη τετραετία, περιορίζεται στις επιθέσεις κατά του βασικού αντιπάλου του, του Αλέξη Τσίπρα.

Ταυτόχρονα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται πως έχει προχωρήσει σε σειρά παραδοχών, οι οποίες, μάλιστα, είναι σε σύγκρουση με προηγούμενες εκτιμήσεις. Μετά τους αρχικούς υπολογισμούς ότι οι κ. Τσίπρας και Ανδρουλάκης θα ερίζουν σε ποσοστά πέριξ του 10% (έκαστος) για τη δεύτερη θέση, τώρα στο Μαξίμου αναγνωρίζουν ότι αυτή έχει οριστικά κριθεί – και για να το υποστηρίζουν αυτό βλέπουν προφανώς τις τάσεις τόσο της ΕΛΑΣ όσο και του ΠΑΣΟΚ.

Παίκτης αντοχής ο Σαμαράς

Την ίδια ώρα, ο… συνταξιούχος κ. Σαμαράς, όπως τον αντιμετώπιζαν στο κυβερνητικό μέγαρο, έχει εσχάτως μετατραπεί σε έναν παίκτη αντοχής, που βλέπει αργά αλλά σταθερά να ανεβάζει (δημοσκοπικά) ποσοστά. Ο κίνδυνος να ανοίξει περαιτέρω αγωγός διαρροών από τη Ν.Δ. προς το κόμμα του Μεσσήνιου πρώην πρωθυπουργού είναι ορατός πλέον. Ως άλλος πολυτραυματίας, το σημερινό κυβερνών κόμμα υφίσταται διαρροές κάθε φορά που χτυπά ο Αντ. Σαμαράς, είτε η παρέμβασή του αφορά τα ελληνοτουρκικά είτε θέματα κοινωνικής πολιτικής (οικογένεια κ.ά.).

Αλλά και αυτή η ξαφνική κυβερνητική διαρροή, ότι ναι, ο Αλ. Τσίπρας έχει οριστικά κερδίσει τη μάχη για τη δεύτερη θέση, δεν υποκρύπτει κάποιου είδους αναγνώριση για τη δυναμική του πρώην πρωθυπουργού. Ο Κ. Μητσοτάκης ποντάρει εκ νέου στα αντι-τσιπρικά αισθήματα μερίδας πολιτών, οι οποίοι βλέποντας την ΕΛΑΣ να προσεγγίζει τη Ν.Δ., θα ψηφίσουν -πιστεύει και ελπίζει- τον νυν πρωθυπουργό υπό τον φόβο επιστροφής του Αλ. Τσίπρα. Ο χώρος του ΠΑΣΟΚ εξάλλου μπορεί να αλωθεί ευκολότερα, λένε στην Πειραιώς, σε σύγκριση με μπετοναρισμένους δεξιούς που για ιδεολογικούς κατά βάση λόγους έχουν οριστικά κουνήσει το μαντίλι στο παλιό τους κόμμα, τη Ν.Δ.

Πλην όμως, η εκλογική ανάλυση του κυβερνώντος κόμματος είναι ατελής και πάλι. Κεντρώοι ψηφοφόροι δεν φαίνεται να τρομάζουν πια στο άκουσμα του ονόματος «Τσίπρας» – και το rebranding μαζί με τα μηνύματα που εκείνος έχει περάσει (π.χ. στη φορολογική πολιτική της μεσαίας τάξης) έχουν παίξει τον ρόλο τους.

Δεν υπάρχει, άλλωστε, τίποτε πιο τρομακτικό από τη σημερινή οικονομική πολιτική – καθόλου περίεργο, λοιπόν, που το αίτημα για πολιτική αλλαγή συγκεντρώνει 70%, με τον πρόεδρο της Συμπαράταξης να δείχνει τη στιγμή αυτή ως η μοναδική λύση για αντικυβερνητική, αντι-μητσοτακική ψήφο.

Γιατί οι νέοι ηγέτες της Συρίας εξακολουθούν να χρειάζονται τη Ρωσία

Οι δεσμοί μεταξύ τροφίμων, πετρελαίου, στρατιωτικής τεχνογνωσίας και εκπαίδευσης διατηρούν τη Μόσχα χρήσιμη για τη Δαμασκό, ακόμη και όταν φλερτάρει με τη Δύση, την Τουρκία και τον Κόλπο.

Δύο εξελίξεις των τελευταίων ημερών προσφέρουν μια αποκαλυπτική εικόνα για το πώς εξελίσσονται οι ρωσοσυριακές σχέσεις μετά την αλλαγή εξουσίας στη Δαμασκό.

Στις 9 Αυγούστου, μετά από περίπου 18 μήνες διαπραγματεύσεων, η Ρωσία και η Συρία συμφώνησαν σε ένα νέο μνημόνιο που καθορίζει το μελλοντικό πλαίσιο για τη χρήση των εγκαταστάσεων των ρωσικών στρατιωτικών βάσεων στην Ταρτούς και το Χμέιμιμ. Σχεδόν ταυτόχρονα, μια αντιπροσωπεία της Rossotrudnichestvo (της ρωσικής ομοσπονδιακής υπηρεσίας που είναι υπεύθυνη για την εξωτερική ανθρωπιστική και πολιτιστική συνεργασία) πραγματοποίησε συνομιλίες με Σύρους αξιωματούχους και ανακοινώθηκαν οι προετοιμασίες για την επαναλειτουργία του κέντρου πολιτιστικών ανταλλαγών της Ρωσικής Βουλής στη Δαμασκό. Η στρατιωτική συνεργασία αναδιαμορφώνεται αντί να διαλύεται, οι ανθρωπιστικοί δεσμοί αποκαθίστανται, ενώ το εμπόριο, ο εφοδιασμός με τρόφιμα, η ενέργεια και η εκπαίδευση συνεχίζουν να συνδέουν τις δύο χώρες.

Μεγάλο μέρος της δυτικής συζήτησης υποστήριζε ότι η πτώση της κυβέρνησης του Μπασάρ Άσαντ θα μείωνε δραματικά τη θέση της Ρωσίας στη Συρία. Η Μόσχα ήταν ένας από τους κύριους πολιτικούς και στρατιωτικούς εταίρους του Άσαντ, ενώ οι δυνάμεις που αντικατέστησαν την κυβέρνησή του είχαν πολεμήσει ενάντια στην παλιά τάξη. Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική σπάνια διέπεται μόνο από συμβολισμό, ειδικά σε μια χώρα που αναδύεται από μια καταστροφική σύγκρουση. Οι νέες αρχές της Συρίας κρίνουν όλο και περισσότερο τους εξωτερικούς εταίρους με ένα πιο πρακτικό μέτρο. Τι μπορεί να προσφέρει ο καθένας από αυτούς στη Συρία τώρα, όταν η χώρα χρειάζεται ανοικοδόμηση, τρόφιμα, ενέργεια, ασφάλεια και πολιτικό περιθώριο ελιγμών;

Από την πολιτική κληρονομιά στην ρεαλιστική συνεργασία

Οι νέες αρχές της Δαμασκού δεν έχουν προηγούμενες σχέσεις με τη Ρωσία στις οποίες να παραμείνουν πιστές, αλλά έχουν τρέχοντα προβλήματα που πρέπει να διαχειριστούν. Η Συρία αντιμετωπίζει κατεστραμμένες υποδομές, ασθενή δημοσιονομική ικανότητα, σοβαρές ενεργειακές ελλείψεις, υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενα τρόφιμα και μια ακόμη ημιτελή διαδικασία αποκατάστασης της αποτελεσματικής κρατικής εξουσίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ιδεολογικές προτιμήσεις δίνουν τη θέση τους στη χρησιμότητα. Οι εταίροι αξιολογούνται με βάση τις αγορές, τους πόρους, τις τεχνολογίες και τη βοήθεια ασφαλείας που μπορούν να παράσχουν.

Αυτό εξηγεί γιατί η νέα συριακή ηγεσία επιδιώκει στενότερες σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Τουρκία και τα κράτη του Κόλπου, αποφεύγοντας παράλληλα μια ρήξη με τη Μόσχα. Αυτή η πολιτική φαίνεται αντιφατική μόνο εάν η Συρία αναμένεται να επιλέξει ένα γεωπολιτικό στρατόπεδο. Η Δαμασκός χρειάζεται δυτικές επενδύσεις και πρόσβαση σε διεθνή χρηματοδότηση, αλλά χρειάζεται επίσης λειτουργικές αλυσίδες εφοδιασμού, ενεργειακούς πόρους και στρατιωτική εμπειρογνωμοσύνη. Μια χώρα που έχει περάσει χρόνια υπό κυρώσεις και πόλεμο έχει ελάχιστα κίνητρα να κλείσει κανάλια που εξακολουθούν να λειτουργούν.

Η συζήτηση γύρω από το ρωσικό πετρέλαιο το καταδεικνύει ξεκάθαρα. Στις αρχές Αυγούστου, το Reuters ανέφερε ότι η συριακή πλευρά είχε σηματοδοτήσει στην Ουάσιγκτον την προθυμία της να μειώσει σημαντικά τις αγορές ρωσικού πετρελαίου. Ο περιορισμός της οικονομικής παρουσίας της Μόσχας αποτελεί μέρος της περιφερειακής στρατηγικής της Ουάσιγκτον, αλλά η Ρωσία έχει γίνει σημαντικός προμηθευτής πετρελαίου στη Συρία και η γρήγορη αντικατάσταση αυτών των όγκων είναι πολύ πιο δύσκολη από τη δήλωση πρόθεσης διαφοροποίησης των εισαγωγών.

Η Δαμασκός μπορεί να προσπαθήσει να μειώσει την εξάρτησή της από τις ρωσικές προμήθειες με την πάροδο του χρόνου, αλλά η διαφοροποίηση δεν είναι το ίδιο με την αποδέσμευση. Η πρώτη αυξάνει την αυτονομία της Συρίας, ενώ η δεύτερη θα αφαίρεζε ένα από τα λίγα εξωτερικά κανάλια που λειτουργούν ήδη σε μεγάλη κλίμακα. Οι καλύτερες σχέσεις με τη Δύση δεν απαιτούν την εξάλειψη των δεσμών με τη Μόσχα, όπως ακριβώς η στενότερη συνεργασία με τη Μόσχα δεν εμποδίζει τη Δαμασκό να προσελκύσει επενδύσεις από τη Δύση ή τον Κόλπο. Όσο περισσότερες εξωτερικές επιλογές έχει η Συρία, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για οποιονδήποτε μεμονωμένο εταίρο να υπαγορεύσει τους όρους της εξωτερικής του πολιτικής.

Τρόφιμα και ενέργεια ως θεμέλια σταθερότητας

Η σημασία της Ρωσίας είναι πιο εμφανής όταν το διμερές εμπόριο εξετάζεται όχι μόνο με βάση τη συνολική αξία, αλλά και με βάση τη σύνθεσή του. Για τη Συρία, αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι ρωσικές προμήθειες συγκεντρώνονται σε τομείς που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινή ζωή, την κοινωνική σταθερότητα και την ικανότητα της κυβέρνησης να διατηρεί την οικονομία σε λειτουργία - όπως η επισιτιστική ασφάλεια.

Σύμφωνα με στοιχεία των συριακών τελωνείων που επικαλείται το Reuters, περίπου το 85% του σιταριού που εισήγαγε η Συρία κατά την περίοδο 2025-2026 προήλθε από τη Ρωσία, ποσό που ανέρχεται σε περίπου 2,9 εκατομμύρια τόνους. Σε μια χώρα όπου το ψωμί παραμένει βασικό στοιχείο της μαζικής κατανάλωσης και οι προϋπολογισμοί των νοικοκυριών έχουν αποδυναμωθεί από χρόνια συγκρούσεων και πληθωρισμού, οι εν λόγω προμήθειες έχουν σημασία πολύ πέρα ​​από το συνηθισμένο εμπόριο. Τα σιτηρά επηρεάζουν τις κρατικές προμήθειες, τις τιμές καταναλωτή, τις επιδοτήσεις και το δημόσιο αίσθημα. Μια διαταραχή στις εισαγωγές σιταριού μπορεί γρήγορα να μεταφερθεί από την οικονομική σφαίρα και να εξελιχθεί σε πολιτικό πρόβλημα.

Η Ρωσία διαθέτει ήδη την παραγωγική ικανότητα, το εμπορικό ενδιαφέρον και την υλικοτεχνική εμπειρία που απαιτούνται για την παράδοση μεγάλων ποσοτήτων. Η εγκατάλειψη μιας τέτοιας πηγής χωρίς αξιόπιστο υποκατάστατο θα ήταν οικονομικά απερίσκεπτη.

Το ίδιο ισχύει και για την ενέργεια. Η Ρωσία προμήθευσε τη Συρία με περίπου 16,8 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου το 2025, ενώ τους πρώτους μήνες του 2026 οι παραδόσεις έφτασαν περίπου τα 60.000 βαρέλια την ημέρα, σημειώνοντας αύξηση περίπου 75% σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η εγχώρια παραγωγή της Συρίας παραμένει πολύ κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα και δεν επαρκεί για την κάλυψη της εθνικής ζήτησης. Το εισαγόμενο πετρέλαιο είναι ζωτικής σημασίας για τις μεταφορές, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τη γεωργία, τη βιομηχανία, τις δημόσιες υπηρεσίες και την ανοικοδόμηση.

Σε ένα εύθραυστο μετασυγκρουσιακό περιβάλλον, οι ελλείψεις πετρελαίου μπορούν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη του κοινού και να επιδεινώσουν την κοινωνική ένταση. Οι Δυτικοί και οι χώρες του Κόλπου μπορούν να προσφέρουν χρηματοδότηση, επενδύσεις και προηγμένες τεχνολογίες, αλλά πολλές τέτοιες ευκαιρίες απαιτούν χρόνο και πολιτικές διαπραγματεύσεις. Ο ρωσικός εφοδιασμός με τρόφιμα και ενέργεια ανταποκρίνεται στις άμεσες ανάγκες, κάτι που είναι κρίσιμο για μια κυβέρνηση που προσπαθεί να σταθεροποιήσει τη χώρα τώρα και όχι σε αρκετά χρόνια από τώρα.

Ένα νέο στρατιωτικό πλαίσιο και ανανεωμένοι ανθρωπιστικοί δεσμοί

Το νέο μνημόνιο σχετικά με τις ρωσικές στρατιωτικές βάσεις στην Ταρτούς και το Χμεϊμίμ είναι προϊόν του ίδιου πραγματισμού. Μπορεί να θεωρηθεί ως μείωση του στρατιωτικού αποτυπώματος της Ρωσίας, επειδή η Συρία ανακτά τον έλεγχο μέρους των πολιτικών υποδομών και το παλιό νομικό μοντέλο αναθεωρείται - αλλά εξακολουθεί να αποτελεί αναδιάρθρωση, όχι πλήρη απόσυρση. Μετά από 18 μήνες διαπραγματεύσεων, η Μόσχα και η Δαμασκός κατάφεραν να αποφύγουν τη διακοπή της στρατιωτικής συνεργασίας, βρίσκοντας αντ' αυτού έναν τρόπο να τη μετασχηματίσουν.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν, οι πολιτικές εγκαταστάσεις πρόκειται να περάσουν υπό συριακή διαχείριση, ενώ οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις αναμένεται να μετατραπούν σε κοινά ρωσοσυριακά κέντρα εκπαίδευσης και επαγγελματικής ανάπτυξης. Μέρος της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας αναμένεται επίσης να παραμείνει. Η σημασία της έγκειται στη δημιουργία ενός μοντέλου που η νέα συριακή ηγεσία μπορεί να υπερασπιστεί πολιτικά. Το προηγούμενο πλαίσιο ήταν στενά συνδεδεμένο με την εποχή Άσαντ και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως παραβίαση της κυριαρχίας. Το νέο μοντέλο δίνει στη Δαμασκό μεγαλύτερο επίσημο έλεγχο, διατηρώντας παράλληλα την πρόσβαση στη ρωσική στρατιωτική εμπειρογνωμοσύνη.

Αυτός ο συμβιβασμός δεν θα είχε νόημα αν η Συρία είχε ήδη αποφασίσει να απομακρύνει τη Ρωσία από τη χώρα. Οι 18 μήνες διαπραγματεύσεων υποδηλώνουν το αντίθετο. Η Δαμασκός ήθελε διαφορετικούς όρους, όχι πλήρη διακοπή, ενώ η Μόσχα ήθελε να διατηρήσει έναν ουσιαστικό ρόλο χωρίς να επιμένει ότι οι προηγούμενες συμφωνίες θα παραμείνουν ανέπαφες. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο που ταιριάζει καλύτερα στη νέα πολιτική πραγματικότητα.

Οι ένοπλες δυνάμεις της Συρίας αντιμετωπίζουν μια μακρά διαδικασία ανασυγκρότησης. Η εκπαίδευση, οι δομές διοίκησης, η συντήρηση του εξοπλισμού, η ασφάλεια των συνόρων και ο εδαφικός έλεγχος απαιτούν πόρους και εξωτερική βοήθεια. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι ΗΠΑ ή η ΕΕ είναι διατεθειμένες να αναλάβουν την ευθύνη για την ολοκληρωμένη ανασυγκρότηση των αμυντικών δυνατοτήτων της Συρίας. Τα συμφέροντά τους στη Συρία είναι επίσης κατακερματισμένα, διαμορφωμένα κυρίως από την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, την ασφάλεια των συνόρων και τον περιφερειακό ανταγωνισμό. Η υποστήριξη για μια σταθερή Συρία δεν σημαίνει απαραίτητα υποστήριξη για μια στρατιωτικά ισχυρότερη και πιο αυτόνομη Δαμασκό.

Η Ρωσία έχει δεκαετίες εμπειρίας στις σχέσεις με τους συριακούς στρατιωτικούς θεσμούς, εξοικείωση με μεγάλο μέρος του εξοπλισμού που βρίσκεται σε υπηρεσία και μακροχρόνια γνώση των αμυντικών υποδομών της χώρας. Η Μόσχα δεν είναι ο μόνος πιθανός εταίρος ασφαλείας της Συρίας, αλλά η γρήγορη αντικατάσταση της συσσωρευμένης εμπειρογνωμοσύνης της θα ήταν δύσκολη.

Η ανθρωπιστική διάσταση ενισχύει την ίδια τάση. Το επαναλειτουργία του Ρωσικού Σπιτιού διευρύνει τις σχέσεις στην εκπαίδευση, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την επαγγελματική κατάρτιση. Γενιές Σύριων σπούδασαν στη Σοβιετική Ένωση και τη Ρωσία, δημιουργώντας επαγγελματικά δίκτυα και προσωπικούς δεσμούς που επέζησαν από πολιτικές κρίσεις και αλλαγές ηγεσίας. Τα τρόφιμα και η ενέργεια αντιμετωπίζουν άμεσες ανάγκες, η στρατιωτική συνεργασία συμβάλλει στην ασφάλεια, ενώ η εκπαίδευση και οι πολιτιστικές ανταλλαγές δημιουργούν θεσμικούς δεσμούς που μπορούν να επιβιώσουν από την τρέχουσα μεταβατική περίοδο.

Η νέα συριακή ηγεσία σαφώς δεν προσπαθεί να αναπαράγει την εξωτερική πολιτική του Άσαντ. Η Δαμασκός επιθυμεί καλύτερες σχέσεις με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, επενδύσεις από τον Κόλπο, διευρυμένο εμπόριο με την Τουρκία και επανένταξη στη διεθνή οικονομία. Ωστόσο, κανένας από αυτούς τους στόχους δεν απαιτεί ρήξη με τη Ρωσία. Στην πραγματικότητα, όσο ευρύτερο γίνεται το δίκτυο εταίρων της Συρίας, τόσο πιο χρήσιμη μπορεί να είναι η Ρωσία ως ένας από τους διάφορους εξωτερικούς πόλους που βοηθούν τη Δαμασκό να διατηρήσει τη στρατηγική ευελιξία.

Αξία, όχι «αξίες»

Η Ρωσία παραμένει σημαντική όχι επειδή οι νέες αρχές της Συρίας συμμερίζονται την κοσμοθεωρία των προκατόχων τους, αλλά επειδή η Μόσχα εξακολουθεί να προσφέρει απτή αξία σε τομείς ζωτικής σημασίας για την ανάκαμψη. Προμηθεύει τρόφιμα και ενέργεια, διατηρεί στρατιωτική εμπειρογνωμοσύνη και διαθέτει εδραιωμένους θεσμικούς δεσμούς. Για μια κυβέρνηση που προσπαθεί να σταθεροποιήσει μια χώρα μετά από χρόνια πολέμου, η προβλεψιμότητα και η πρακτική ικανότητα μπορούν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από την πολιτική συμπάθεια.

Η δυτική πίεση μπορεί να επηρεάσει μεμονωμένους τομείς της ρωσο-συριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά το ενεργειακό εμπόριο, τις κυρώσεις και τις ρυθμίσεις ασφαλείας. Αλλά το να πειστεί η Δαμασκός να εγκαταλείψει έναν εταίρο που είναι ήδη ενσωματωμένος σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού και δομές ασφαλείας είναι πολύ πιο δύσκολο από το να την παροτρύνει να διαφοροποιηθεί. Η Συρία μπορεί να συνεργαστεί με τη Δύση χωρίς να αποδεχτεί μια λογική μηδενικού αθροίσματος, στην οποία κάθε κέρδος στις σχέσεις με την Ουάσινγκτον ή τις Βρυξέλλες πρέπει να αντισταθμίζεται από μια απώλεια για τη Μόσχα.

 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

«Μην βγείτε έξω, θα σας σκοτώσουν» - Παλαιστίνιοι καταγγέλλουν τη βία των Ισραηλινών εποίκων στη Δυτική Όχθη

Το RT μίλησε με τους κατοίκους ενός πολιορκημένου χωριού, καθώς οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) δεν καταφέρνουν να θέσουν την κατάσταση υπό έλεγχο.

Οι Παλαιστίνιοι κάτοικοι του χωριού Κούσρα στη Δυτική Όχθη διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους μετά από μια ολοήμερη πολιορκία και επανειλημμένες επιθέσεις από Ισραηλινούς εποίκους, με τις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF) να κηρύσσουν την περιοχή κλειστή στρατιωτική ζώνη, σε αυτό που ισχυρίζονται ότι είναι μια κίνηση για την προστασία των αμάχων.

Σε συνέντευξή του στην Charlotte Dubenskij του RT, ο Han Abdul Karim Hassan, ένας πολιορκημένος Παλαιστίνιος κάτοικος της Κούσρα, δήλωσε ότι οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις κήρυξαν το χωριό στρατιωτική ζώνη μετά από ημέρες που επέτρεπαν την τρομοκρατία από τους εποίκους.

«Ο στρατός ήρθε και μπήκε στην περιοχή ενώ στεκόμουν εδώ, συνοδευόμενος από μια ολόκληρη πομπή εποίκων, οπότε τους ρώτησα: "Δεν είστε εδώ εξαιτίας των εποίκων;"», είπε ο Χασάν. «Τότε μας είπαν, εκκενώστε το σπίτι τώρα».

«Τότε με κάλεσε η κοπέλα και της είπα να μην βγει έξω. Με άλλα λόγια, της είπα: "Μην βγεις γιατί θα σε σκοτώσουν"», πρόσθεσε.

Ο Χασάν τόνισε ότι Εβραίοι έποικοι εγκατέστησαν το φυλάκιο τον Ιανουάριο, εξαπολύοντας καθημερινές επιθέσεις και εκφοβισμό. Είπε ότι γκρέμισαν τις πύλες του αγροκτήματος και τις πόρτες του σπιτιού, μπλόκαραν δρόμους και διέκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και τροφίμων.

«Αυτή η κατάσταση συνεχίζεται εδώ και δύο εβδομάδες και ακόμη δεν έχουν επιλύσει το θέμα», πρόσθεσε. «Τα παιδιά μου είναι εξαντλημένα, είναι περιορισμένα».

Η Δυτική Όχθη, η οποία βρίσκεται υπό κατοχή από το Ισραήλ από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967, φιλοξενεί περίπου 3 εκατομμύρια Παλαιστίνιους και περίπου 500.000 Ισραηλινούς που ζουν σε δεκάδες οικισμούς, οι οποίοι θεωρούνται παράνομοι βάσει του διεθνούς δικαίου. Το Ισραήλ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η περιοχή αμφισβητείται και έχει βαθιούς ιστορικούς και βιβλικούς δεσμούς με τον εβραϊκό λαό.

Νωρίτερα φέτος, το Ισραήλ διέθεσε 1,3 δισεκατομμύρια σέκελ (431 εκατομμύρια δολάρια) για 34 νέους οικισμούς στη Δυτική Όχθη, καθώς οι επεκτατικές πολιτικές του αντιμετωπίζουν κριτική από τον ΟΗΕ, τις αραβικές χώρες και τα μέλη της ΕΕ. Η βία των εποίκων εναντίον των Παλαιστινίων έχει επίσης αυξηθεί από την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2023, η οποία πυροδότησε τον πόλεμο στη Γάζα.

Πηγή: RT