ενημέρωση 12:55, 24 August, 2026

Αντίκες Πόρσε - Τα νέα μοντέλα της… Louis Vuitton!

Σε συνεργασία με την σχεδιαστική εταιρεία αυτοκινήτων Singer, ο γαλλικός οίκος ειδών μόδας κατασκεύασε και βγάζει στην κυκλοφορία δύο vintage σπορ οχήματα

Εξωτερικά, τα δύο τελευταία ρετρό μοντέλα Porsche 911 που επανασχεδίασε η εταιρεία σχεδιασμού αυτοκινήτων Singer έχουν ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά με τις τσάντες της Louis Vuitton. Αλλά μια πιο προσεκτική ματιά στο εσωτερικό των δύο οχημάτων, ενός κάμπριο και ενός κουπέ, αποκαλύπτει σχέδια και φινιρίσματα εγγενή στον γαλλικό οίκο μόδας.

Δημοσίευμα της Wall Street Journal αναφέρει ότι η στενή συνεργασία των δύο εταιρειών που απέφερε και τα δύο οχήματα, τα οποία μόλις αποκαλύφθηκαν στην Εβδομάδα Αυτοκινήτου του Μοντερέι της Καλιφόρνια, ξεκίνησε με ένα αίτημα της Singer προς την Louis Vuitton για τη σχεδίαση ενός ρολογιού για ταμπλό αυτοκινήτου.

Η Louis Vuitton σχεδίασε μια σανίδα του σερφ που μπορεί να τοποθετηθεί στην οροφή του μοντέλου κουπέ (Louis Vuitton)

Τα νέα οχήματα δεν είναι τα πρώτα με την υπογραφή της Louis Vuitton. Το 1909, ο Πιέρ και ο Ζαν Βουιτόν, δίδυμα εγγόνια του ιδρυτή της, σχεδίασαν ένα σπορ αυτοκίνητο για να αναδείξουν τα προϊόντα του οίκου. Οι τιμές των δύο νέων οχημάτων της εταιρείας δεν έχουν ακόμα αποκαλυφθεί, αλλά, σύμφωνα με την Wall Street Journal, αντίστοιχα αυτοκίνητα της Singer πωλούνται λιανικά αντί 1,73 εκατομμυρίων ευρώ.

Πολλές από τις τεχνικές που χρησιμοποιεί η Louis Vuitton για τις διάσημες γυναικείες τσάντες της εφαρμόστηκαν στις καμπίνες των αυτοκινήτων από τους μηχανικούς της Singer. Το κουπέ, σε χρώμα σαφράν και γαλάζιο, φέρει το μοτίβο λουλουδιού με το μονόγραμμα της φίρμας και το καπιτονέ μοτίβο με τις σταυρωτές ραφές της στα καθίσματά του, στο μπροστινό πλαίσιο του πορτμπαγκάζ, καθώς και στο χώρο του κινητήρα.

Παράλληλα, η βαφή άκρων, μια τεχνική που χρησιμοποιείται για το χρωματισμό στοιχείων των τσαντών του οίκου, εφαρμόστηκε στις χειρολαβές των θυρών του αυτοκινήτου. Κάποιες άλλες αναφορές στα σχέδια του οίκου είναι πιο διακριτικές, όπως σημειώνει η Wall Street Journal.

Η ανανεωμένη Porsche 911 που σχεδίασε η εταιρεία Singer για λογαριασμό του γαλλικού οίκου μόδας (Louis Vuitton)

Στο εσωτερικό του ναυτικής έμπνευσης κάμπριο, το δερμάτινο περίβλημα του λεβιέ ταχυτήτων θυμίζει το κορδόνι της τσάντας Noé του οίκου μόδας. Το ρολόι στο ταμπλό του αυτοκινήτου έχει χαρακτηριστικά όπως χαραγμένους δείκτες, δανεισμένους από τα ρολόγια Tambour της Louis Vuitton. «Αυτό που βρήκα αυθεντικά εμπνευσμένο, ήταν ότι ανακάλυψα τις ομοιότητες των διαδικασιών πίσω από το σχεδιασμό ειδών μόδας και αυτοκινήτων», λέει στην Wall Street Journal ο Νικολά Γκεσκιέρ, καλλιτεχνικός διευθυντής των γυναικείων συλλογών της Louis Vuitton. 

  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0

Banksy vs εξουσία - Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;

Ενα έργο του Μπάνκσι στην πρόσοψη των Βασιλικών Δικαστηρίων του Λονδίνου, προκάλεσε αντιδράσεις. Οι 150.000 στερλίνες για την «αποκατάσταση» του κτιρίου και την απομάκρυνη του γκράφιτι αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για την τέχνη, την εξουσία και την προστασία των μνημείων

Ενα έργο του Μπάνκσι αρκεί για να πυροδοτήσει πολιτικές αντιδράσεις, δημόσιες αντιπαραθέσεις και έναν… βαρύ λογαριασμό. Στη Βρετανία, η συζήτηση δεν αφορά αυτή τη φορά μόνο το μήνυμα του διάσημου street artist, αλλά και το κόστος που κλήθηκαν να καλύψουν οι φορολογούμενοι για να εξαφανιστούν τα έργα του από δημόσια κτίρια. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γκράφιτι που εμφανίστηκε πέρυσι στην πρόσοψη των Βασιλικών Δικαστηρίων του Λονδίνου. Το έργο απεικόνιζε έναν βρετανό δικαστή με παραδοσιακή περούκα να χτυπά έναν διαδηλωτή πεσμένο στο έδαφος, σε μια εικόνα γεμάτη συμβολισμούς και πολιτική φόρτιση. Η τοιχογραφία απομακρύνθηκε σχεδόν αμέσως, όμως η υπόθεση επέστρεψε στην επικαιρότητα όταν αποκαλύφθηκε το συνολικό κόστος της επιχείρησης.

Όπως ανέφερε η Κιάρα Γκάτι της Repubblica, το νέο επεισόδιο αναζωπυρώνει το διαχρονικό ερώτημα: πού τελειώνει η τέχνη και πού αρχίζει ο βανδαλισμός; Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το BBC, οι βρετανικές αρχές δαπάνησαν περίπου 150.000 στερλίνες για τον καθαρισμό τριών έργων του Μπάνκσι. Μόνο η αποκατάσταση της πρόσοψης του ιστορικού κτιρίου στην οδό Κάρεϊ κόστισε 85.000 λίρες, εκ των οποίων 50.000 διατέθηκαν για καθαρισμό με τεχνολογία λέιζερ και άλλες 35.000 για την εγκατάσταση μέτρων προστασίας από πιθανές νέες παρεμβάσεις. Στο ποσό αυτό προστέθηκαν ακόμη 60.000 λίρες που δαπάνησε ο δήμος του Γουέστμινστερ για την προστασία ενός αγάλματος στην πλατεία Γουότερλου, το οποίο ο Μπάνκσι είχε μετατρέψει σε νέο έργο τέχνης, καθώς και τα έξοδα απομάκρυνσης μιας ακόμη δημιουργίας που είχε εμφανιστεί σε φυλάκιο της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου.

Τέχνη ή βανδαλισμός;

Η υπόθεση ανοίγει ξανά μια συζήτηση που εδώ και δεκαετίες διχάζει τον κόσμο της τέχνης. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη προστασίας ιστορικών μνημείων και διατηρητέων κτιρίων. Από την άλλη, η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης και η δύναμη της δημόσιας τέχνης να σχολιάζει την επικαιρότητα. Η αξία των έργων του Μπάνκσι δύσκολα αμφισβητείται πλέον. Τα μοναδικά του έργα πωλούνται σε δημοπρασίες έναντι εκατομμυρίων ευρώ, ενώ η παγκόσμια αναγνώρισή του βασίζεται στην ικανότητά του να μετατρέπει κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα σε εικόνες που προκαλούν έντονο δημόσιο διάλογο.

Ωστόσο, όταν οι παρεμβάσεις γίνονται πάνω σε ιστορικά κτίρια, το δίλημμα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Τα Βασιλικά Δικαστήρια αποτελούν εμβληματικό δείγμα της βικτωριανής γοτθικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και οι αρχές υποστηρίζουν ότι η προστασία τους αποτελεί αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση.

Η τέχνη απέναντι στην εξουσία

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα πολιτικό έργο τέχνης προκαλεί αντιδράσεις. Η Repubblica θυμίζει την περίπτωση του Μεξικανού τοιχογράφου Νταβίντ Αλφάρο Σικέιρος, του οποίου η περίφημη τοιχογραφία Tropical America καλύφθηκε με σοβά στο Λος Άντζελες τη δεκαετία του 1930 επειδή θεωρήθηκε προκλητική. Χρειάστηκαν δεκαετίες και εκατομμύρια δολάρια για να αποκατασταθεί. Ανάλογες αντιδράσεις προκάλεσε και το έργο του Μαουρίτσιο Κατελάν με το διάσημο γλυπτό του με το υψωμένο μεσαίο δάχτυλο στην Πιάτσα Αφάρι του Μιλάνου.

Παρά τις αρχικές αντιδράσεις, μετατράπηκε τελικά σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύγχρονα αξιοθέατα της πόλης. Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη δύναμη του Μπάνκσι να βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά του να μετατρέπει ακόμη και τη λογοκρισία σε μέρος του ίδιου του έργου του. Το απέδειξε όταν το περίφημο «Girl with Balloon» αυτοκαταστράφηκε αμέσως μετά την πώλησή του σε δημοπρασία, πριν αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη αξία. Αν συμβεί κάτι αντίστοιχο και με τα έργα που σβήστηκαν από τους τοίχους του Λονδίνου, τότε ίσως η προσπάθεια διαγραφής τους να αποδειχθεί η καλύτερη διαφήμιση για τον ίδιο τον καλλιτέχνη.

Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της υπόθεσης: κάθε φορά που οι αρχές προσπαθούν να εξαφανίσουν ένα έργο του Μπάνκσι, εκείνο καταλήγει να γίνεται ακόμη πιο διάσημο. Η τέχνη του μπορεί να σβήνεται από τους τοίχους, όμως η συζήτηση που προκαλεί δύσκολα διαγράφεται. 

«Αγαπημένε μου Φιντέλ» – Η μυστική σχέση μιας δημοσιογράφου του ABC με τον Κάστρο

Η άγνωστη ιστορία του πώς η στενή και προσωπική διπλωματία της Λίζα Χάουαρντ με τον επαναστάτη ηγέτη της Κούβας, Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου του 1926, άλλαξε την πορεία του Ψυχρού Πολέμου και τη συναισθηματική τους ισορροπία.

Η Λίζα Χάουαρντ περίμενε για περισσότερες από δύο ώρες σε μια σουίτα του ξενοδοχείου Riviera, αρκετός χρόνος για να κάνει μπάνιο, να ντυθεί και να μακιγιαριστεί, και στη συνέχεια να τα βγάλει όλα για να ετοιμαστεί για ύπνο, όταν νόμιζε ότι αυτός δε θα ερχόταν.

Αλλά στις 11:30 μ.μ. εκείνης της νύχτας στην Αβάνα - 2 Φεβρουαρίου 1964 - η Χάουαρντ, Αμερικανίδα ανταποκρίτρια του ABC News, άκουσε επιτέλους ένα χτύπημα στην πόρτα. Την άνοιξε και είδε τον άνδρα που περίμενε: Τον Φιντέλ Κάστρο, τον 37χρονο ηγέτη της κουβανικής επανάστασης και έναν από τους κορυφαίους ανταγωνιστές της Αμερικής στον Ψυχρό Πόλεμο.

«Εσείς μπορεί να είστε ο πρωθυπουργός, αλλά εγώ είμαι μια πολύ σημαντική δημοσιογράφος. Πώς τολμάτε να με αφήνετε να περιμένω», είπε η Χάουαρντ με προσποιητό θυμό. Στη συνέχεια κάλεσε τον Κάστρο, συνοδευόμενο από τον κορυφαίο σύμβουλό του, Ρενέ Βαλέχο, στο δωμάτιό της.

«Αν κοιμηθούμε μαζί, τότε θα περιπλέξουμε τα πράγματα»

Τις επόμενες ώρες, μίλησαν για τα πάντα, από τη μαρξιστική θεωρία μέχρι τη μεταχείριση των πολιτικών κρατουμένων της Κούβας. Θυμήθηκαν τον πρόεδρο Τζον Φ. Κένεντι, ο οποίος είχε δολοφονηθεί λίγους μήνες νωρίτερα.

Ο Κάστρο μίλησε στην Χάουαρντ για το ταξίδι του στη Ρωσία την προηγούμενη άνοιξη και για την «προσωπική προσοχή» που είχε λάβει από τον «λαμπρό» Σοβιετικό πρωθυπουργό Νικήτα Χρουστσόφ.
«Έλεγε συνέχεια ότι ήθελε να με έχει», έγραψε η Χάουαρντ, αλλά «δεν ήθελε να γδυθεί ή να φτάσει μέχρι τέλους».

Τις πρώτες πρωινές ώρες, η Χάουαρντ ζήτησε από τον Βαλέχο να φύγει. Τελικά μόνος μαζί της, ο Κάστρο έβαλε τα χέρια του γύρω από την Αμερικανίδα δημοσιογράφο και οι δυο τους ξάπλωσαν στο κρεβάτι, όπου, όπως θυμάται η Χάουαρντ στο ημερολόγιό της, ο Κάστρο «με φίλησε και με χάιδεψε με δεξιοτεχνία και συγκρατημένο πάθος».

«Έλεγε συνέχεια ότι ήθελε να με έχει», έγραψε η Χάουαρντ, αλλά «δεν ήθελε να γδυθεί ή να φτάσει μέχρι τέλους».

«Αρέσει πολύ ο ένας στον άλλον», της είπε ο Κάστρο, παραδεχόμενος ότι δυσκολευόταν να βρει τις λέξεις για να εκφράσει την απροθυμία του. «Αν κοιμηθούμε μαζί τότε θα περιπλέξουμε τα πράγματα και η σχέση μας θα καταστραφεί».

Η Χάουαρντ μετέφερε μυστικά μηνύματα από το επαναστατικό καθεστώς της Κούβας στον Λευκό Οίκο και πάλι πίσω

Της είπε ότι θα την ξαναδεί - «και ότι αυτό θα έρθει φυσικά». Λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος πάνω από την Αβάνα, ο Κάστρο έβαλε την Χάουαρντ στο κρεβάτι, έσβησε τα φώτα και έφυγε.

Το ταξίδι της Χάουαρντ στην Αβάνα τον χειμώνα του 1964 ήταν καθοριστικό για την προώθηση μιας από τις πιο ασυνήθιστες συνεργασίες στην ιστορία των αμερικανοκουβανικών σχέσεων.

Από τα μέσα του 1963 έως τα τέλη του 1964, η Χάουαρντ μετέφερε μυστικά μηνύματα από το επαναστατικό καθεστώς της Κούβας στον Λευκό Οίκο και πάλι πίσω.

Έγινε η κορυφαία Αμερικανή έμπιστη του Κάστρο, καθώς και η κρυφή συνομιλήτρια του με τον Λευκό Οίκο - ο βασικός κρίκος σε ένα άκρως απόρρητο παρασκηνιακό κανάλι που δημιούργησε μόνη της μεταξύ Ουάσινγκτον και Αβάνας για να διερευνήσει την πιθανότητα προσέγγισης μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας.

Από τα μέσα του 1963 έως τα τέλη του 1964, η Χάουαρντ μετέφερε μυστικά μηνύματα από το επαναστατικό καθεστώς της Κούβας στον Λευκό Οίκο και πάλι πίσω -χρησιμοποίησε επίσης τις δημοσιογραφικές της ικανότητες και το υψηλόβαθμο πόστο της στο ABC για να αμφισβητήσει δημοσίως τη νοοτροπία του Ψυχρού Πολέμου ότι ο Κάστρο ήταν εχθρός των αμερικανικών συμφερόντων.

Ο ρόλος της ως ειρηνοποιού στηρίχθηκε σε μια πολύπλοκη, ελάχιστα κατανοητή προσωπική σχέση που κατάφερε να σφυρηλατήσει με τον ίδιο τον Κάστρο -μια σχέση που ήταν πολιτική και προσωπική, πνευματική και οικεία.

«Αγαπημένε μου Φιντέλ» – Η μυστική σχέση μιας δημοσιογράφου του ABC με τον Κάστρο 2
Φωτογραφία Polaroid της Λίζα Χάουαρντ και του Φιντέλ Κάστρο στην πρώτη τους συνάντηση, ξενοδοχείο Riviera της Αβάνας, 21 Απριλίου 1963 / Photo: National Secutity Archive
Η επίμονη δημοσιογράφος που κέρδισε την εμπιστοσύνη του θρυλικού ηγέτη της κουβανικής επανάστασης

Σήμερα, σχεδόν κανείς δεν θυμάται τη Λίζα Χάουαρντ. Αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ήταν μία από τις πιο διάσημες γυναίκες τηλεοπτικές δημοσιογράφους στις Ηνωμένες Πολιτείες - μια λαμπερή πρώην σταρ σαπουνόπερας που επανεφευρέθηκε ως δημοσιογράφος και στη συνέχεια αναρριχήθηκε στην κορυφή του ανδροκρατούμενου κόσμου των τηλεοπτικών ειδήσεων.

Έγινε η πρώτη γυναίκα ανταποκρίτρια του ABC και η πρώτη γυναίκα που παρουσίασε τη δική της ειδησεογραφική εκπομπή στο δίκτυο.

Ο σημαίνων ρόλος της στα μέσα ενημέρωσης ενίσχυσε τις προσπάθειές της για την Κούβα, ακόμη και αν αυτό ανησύχησε τους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου, οι οποίοι ήταν στόχοι της αδιάκοπης πίεσής της να αλλάξει την πολιτική των ΗΠΑ.

Έγινε η πρώτη γυναίκα ανταποκρίτρια του ABC και η πρώτη γυναίκα που παρουσίασε τη δική της ειδησεογραφική εκπομπή στο δίκτυο.

Σε άκρως απόρρητες εκθέσεις της εποχής, οι εν λόγω αξιωματούχοι εικάζουν για «φυσική σχέση μεταξύ» της Χάουαρντ και του Κάστρο και φοβούνται ότι θα χρησιμοποιούσε τη θέση της στο ABC News για να αποκαλύψει την ιστορία των μυστικών συνομιλιών της Ουάσινγκτον με τον κουβανό κομαντάντε.

Αλλά τόσο η ίδια όσο και ο Κάστρο πήραν το μυστικό της στενής διπλωματίας τους στον τάφο τους.

Μόνο τα τελευταία χρόνια, χάρη σε αποχαρακτηρισμένα επίσημα έγγραφα και, το σημαντικότερο, στα αδημοσίευτα ημερολόγια και επιστολές της ίδιας της Χάουαρντ, μπορεί να ειπωθεί η ιστορία του πώς μια επίμονη δημοσιογράφος κέρδισε την εμπιστοσύνη του θρυλικού ηγέτη της κουβανικής επανάστασης και έπεισε δύο προέδρους των ΗΠΑ να εξετάσουν το ενδεχόμενο ειρηνικής συνύπαρξης μαζί του.

«Ήθελα να βρίσκομαι επί τόπου όταν γράφεται η ιστορία»

Η Λίζα Χάουαρντ γεννήθηκε ως Ντόροθι Τζιν Γκούκενχαϊμ σε μια μεσοαστική εβραϊκή οικογένεια στο Οχάιο, αλλά έγινε γνωστή στον κόσμο ως η «πρώτη κυρία της αμαρτίας» της τηλεόρασης - ένας χαρακτηρισμός που της έδωσε το Χόλιγουντ επειδή υποδυόταν δολοφόνους και κλέφτες σε ξεχασμένα τηλεοπτικά προγράμματα και δευτεροκλασάτες ταινίες στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

«Ήθελα να μιλάω με ανθρώπους που έβγαζαν ειδήσεις. Ήθελα να βρίσκομαι επί τόπου όταν γράφεται η ιστορία» θα πει η ίδια.

Έτσι, το 1960, ενώ ζούσε στη Νέα Υόρκη με τον σύζυγό της, Γουόλτερ Λόουενταλ, και τις δύο κόρες της, η Χάουαρντ εγκατέλειψε την καριέρα της ως ηθοποιός, άρπαξε ένα μαγνητόφωνο και άρχισε να παίρνει αποκλειστικές ραδιοφωνικές συνεντεύξεις ως απλήρωτη εθελόντρια για το Mutual Radio Network.

Κέρδισε πρόσβαση σε σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες, όπως ο τότε γερουσιαστής Τζον Φ. Κένεντι, η πρώην πρώτη κυρία Έλενορ Ρούσβελτ και ακόμη και ο πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ.

Αλλά ήταν η μακροσκελής συνέντευξη της Χάουαρντ με τον Χρουστσόφ τον Σεπτέμβριο του 1960 -η πρώτη που ο Σοβιετικός ηγέτης είχε παραχωρήσει σε δημοσιογράφο από τη Δύση- που τράβηξε την προσοχή των στελεχών του ABC News.

Η Χάουαρντ ήταν το πρώτο γυναικείο πρόσωπο που διακτινίστηκε στα σαλόνια της Αμερικής

Τον Μάιο του 1961, το ABC προσέλαβε την 35χρονη τότε Χάουαρντ ως την πρώτη γυναίκα ανταποκρίτρια- δύο χρόνια αργότερα, το δίκτυο της έδωσε τη δική της εκπομπή - μια καθημερινή απογευματινή εκπομπή που απευθυνόταν σε νοικοκυρές και ονομαζόταν «Lisa Howard and News with the Woman's Touch».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Κουβανός ηγέτης Φιντέλ Κάστρο ήταν μία από τις πιο δυναμικές, ανησυχητικές για τις ΗΠΑ, φιγούρες στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Σε μια εποχή που οι γυναίκες στις τηλεοπτικές ειδήσεις περιορίζονταν συνήθως σε ρεπορτάζ για τη μόδα, τον τρόπο ζωής και τον καιρό, η Χάουαρντ ήταν το πρώτο γυναικείο πρόσωπο που διακτινίστηκε στα σαλόνια της Αμερικής προσφέροντας έγκυρη κάλυψη των εθνικών και διεθνών γεγονότων σε καθημερινή βάση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Κουβανός ηγέτης Φιντέλ Κάστρο ήταν μία από τις πιο δυναμικές, ανησυχητικές για τις ΗΠΑ, φιγούρες στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Ο νεαρός, γενειοφόρος αντάρτης είχε ανατρέψει το υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ αυταρχικό καθεστώς του Κουβανού προέδρου Φουλχένσιο Μπατίστα την 1η Ιανουαρίου 1959, εγκαθιστώντας μια επαναστατική κυβέρνηση μόλις 90 μίλια από τις ακτές της Φλόριντα.

Αρχικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες φάνηκαν εντυπωσιασμένες από το χάρισμα του Κάστρο. Όμως οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ξένισαν με την αντιαμερικανική ρητορική του και την οικονομική του προσέγγιση με τη Σοβιετική Ένωση.

Ο Κάστρο την αγνόησε για αρκετές εβδομάδες

Την άνοιξη του 1960, ο Αϊζενχάουερ ενέκρινε τον σχεδιασμό μιας μυστικής παραστρατιωτικής επέμβασης της CIA για την ανατροπή της κουβανικής επανάστασης και την εγκατάσταση μιας πιο πειθήνιας κυβέρνησης στην Αβάνα, διακόπτοντας τις διπλωματικές σχέσεις τον Ιανουάριο του 1961.

Η Κούβα ήταν μια σημαντική είδηση. Αλλά με τις εντάσεις να είναι υψηλές, το εμπάργκο σε ισχύ και χωρίς απευθείας ταξίδια μεταξύ των δύο χωρών, λίγοι δημοσιογράφοι του κατεστημένου μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στη χώρα, πόσο μάλλον να πάρουν συνέντευξη από τον φλογερό ηγέτη της.

Η Χάουαρντ είχε προσπαθήσει και είχε αποτύχει να πάρει συνέντευξη από τον Κάστρο δύο φορές στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και μετά την κρίση των πυραύλων έκανε άλλη μια προσπάθεια.

«Λαμβάνοντας υπόψη την παρούσα κατάσταση της παγκόσμιας κρίσης», έγραψε στον Κάστρο, «δεν θα ήταν ιδανική στιγμή για να μιλήσετε στον αμερικανικό λαό;».

Μετά από μήνες, η κουβανική αποστολή στη Νέα Υόρκη χορήγησε τελικά στην Χάουαρντ βίζα για να ταξιδέψει στην Αβάνα στις αρχές Απριλίου 1963.

Ο Κάστρο την αγνόησε για αρκετές εβδομάδες καθώς ολοκλήρωνε τις διαπραγματεύσεις με τον Νεοϋορκέζο δικηγόρο Τζέιμς Ντόνοβαν για την απελευθέρωση των Αμερικανών κρατουμένων στις κουβανικές φυλακές και ετοιμαζόταν να κάνει ένα μακρύ ταξίδι στη Ρωσία για την πρώτη του σύνοδο κορυφής με τον Χρουστσόφ.

«Αγαπημένε μου Φιντέλ» – Η μυστική σχέση μιας δημοσιογράφου του ABC με τον Κάστρο 3
Το διαφημιστικό φυλλάδιο της Λίζα Χάουαρντ από το 1963.

«Σε ικετεύω να πεις “ΝΑΙ”»

Σε μια προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή του, η Χάουαρντ έγραψε στον Κάστρο ένα γράμμα μετά την άφιξή της - «Σε ικετεύω να πεις “ΝΑΙ”», ανέφερε στα ισπανικά.

«Δώσε μου αυτή τη συνέντευξη, σε παρακαλώ»- και το διαβίβασε σε διάφορους συνομιλητές, μεταξύ των οποίων και ο Ντόνοβαν, τον οποίο παρακάλεσε να πει μια καλή κουβέντα γι' αυτήν.

«Είπα στον Κάστρο ότι υπήρχε μια όμορφη ξανθιά δημοσιογράφος που ήθελε να του πάρει συνέντευξη και θα ήθελε να της δώσει λίγο από τον χρόνο του», θυμάται ο Ντόνοβαν.

«Το έκανα για να κεντρίσω τη φυσική ανδρική περιέργεια και ματαιοδοξία του Κάστρο».

Είτε από περιέργεια και ματαιοδοξία, είτε από την αίσθηση ότι η Χάουαρντ θα μπορούσε να γίνει ένας πραγματικά πολύτιμος δίαυλος προς την Αμερική, ο Κάστρο υποχώρησε και συμφώνησε να τη συναντήσει στο νυχτερινό κέντρο του ξενοδοχείου Riviera της Αβάνας.

Έφτασε τα μεσάνυχτα της 21ης Απριλίου και οι δυο τους μίλησαν σχεδόν μέχρι τις 6 το πρωί. Η Χάουαρντ εντυπωσιάστηκε από το εύρος των γνώσεων του Κάστρο.

«Ποτέ, ποτέ δεν βρήκα έναν ηγέτη να ενδιαφέρεται για τα συναισθήματα του Αλμπέρ Καμύ», ανέφερε αργότερα η Χάουαρντ σε μια επιστολή της.

«Και σίγουρα δεν έχω βρει αφοσιωμένους επαναστάτες που ανυπομονούν να συζητήσουν τα πλεονεκτήματα του Συντάγματός μας και της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων μας. Αλλά ο Φιντέλ απόλαυσε πάρα πολύ τη συζήτηση».

Μια βαθιά προσωπική επιστολή που συνέταξε στο δωμάτιό της

Ο Κάστρο απόλαυσε τη συζήτηση τόσο πολύ που συμφώνησε σε μια επίσημη συνέντευξη - την πρώτη που παραχώρησε σε Αμερικανό τηλεοπτικό δημοσιογράφο από το 1959.

Μέσα σε λίγες ώρες από τη συνέντευξη, ο Κάστρο πέταξε για τη Μόσχα, αλλά όχι πριν κανονίσει να παραδοθεί ένα τεράστιο μπουκέτο λουλούδια στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της Χάουαρντ.

Σε αντάλλαγμα, η δημοσιογράφος άφησε στον Κάστρο αυτό που περιέγραψε ως «ένα μικρό ενθύμιο» - μια βαθιά προσωπική επιστολή που συνέταξε στο δωμάτιό της.

«Ήθελα να σας δώσω κάτι για να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για τον χρόνο που μου παραχωρήσατε- για τη συνέντευξη- για τα όμορφα λουλούδια», άρχιζε το μήνυμά της.

«Συναντηθήκαμε και βρεθήκαμε κοντά και, ξέρω, αισθανθήκαμε κάτι ο ένας για τον άλλον που δεν θα μπορούσε να πάει παραπέρα. Εγώ είμαι αυτή που είμαι και εσύ είσαι ο Φιντέλ Κάστρο και για μας, αυτή τη στιγμή της ιστορίας, τίποτα προσωπικό δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Δεν έχουν σημασία οι προσωπικές μας επιθυμίες δεν είναι σημαντικές».

«Αποφάσισα να σας δώσω το πιο πολύτιμο αγαθό που έχω να σας προσφέρω. Δηλαδή: την πίστη μου στην τιμή σας. Την πίστη μου με τη μορφή μιας επιστολής, η οποία, αν αποκαλυφθεί, θα μπορούσε να με καταστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Ένα προσχέδιο του μηνύματός της, δακτυλογραφημένο σε επιστολόχαρτο του Hotel Riviera, τελείωνε με μια προσωπική νότα.

«Συναντηθήκαμε και βρεθήκαμε κοντά και, ξέρω, αισθανθήκαμε κάτι ο ένας για τον άλλον που δεν θα μπορούσε να πάει παραπέρα. Εγώ είμαι αυτή που είμαι και εσύ είσαι ο Φιντέλ Κάστρο και για μας, αυτή τη στιγμή της ιστορίας, τίποτα προσωπικό δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Δεν έχουν σημασία οι προσωπικές μας επιθυμίες δεν είναι σημαντικές».

Η Χάουαρντ διέγραψε αυτή την παράγραφο κατά τη διάρκεια μιας αναθεώρησης, με μεγάλα μπλε Χ να καλύπτουν τις λέξεις.

Και μετά δολοφονήθηκε ο Κένεντι

Όταν το «Φιντέλ Κάστρο: Αυτοπροσωπογραφία» που προβλήθηκε στο ABC στις 10 Μαΐου 1963, κυριάρχησε στον κύκλο των ειδήσεων.

«Ο Κάστρο επικροτεί τα «βήματα ειρήνης» των ΗΠΑ», δήλωσαν οι New York Times. «Ο Κάστρο θα ήθελε να μιλήσει με τον Κένεντι», ανακοίνωσε ο Cleveland Plain Dealer.

«Η συνέντευξη είχε μεγάλη επιτυχία, πρωτοσέλιδο σχεδόν σε όλες τις εφημερίδες της χώρας», έγραψε ο Χάουαρντ σε ένα προσωπικό σημείωμα για τον Κάστρο.

«Η όλη συνέντευξη συζητείται τώρα στα υψηλότερα επίπεδα».

Η Χάουαρντ, ο Κάστρο και μια χούφτα Αμερικανών αξιωματούχων γνώριζαν ότι η σφαίρα του δολοφόνου είχε τερματίσει ,όχι μόνο τη ζωή του JFK, αλλά και τις μυστικές προσπάθειές του να βρει κοινό έδαφος με την Κούβα.

Στις 23 Σεπτεμβρίου, καθώς μέλη της νεοϋορκέζικης λογοτεχνίας έτρωγαν finger food και έπιναν ποτά στο σπίτι της Χάουαρντ, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κούβα πραγματοποίησαν την πρώτη, αν και άτυπη, διμερή συνάντησή τους από την εποχή της κυβέρνησης Αϊζενχάουερ, παρά την υπόγεια δράση της CIA να φρενάρει τις όποιες διαδικασίες. 

Τρεις ημέρες αργότερα, η Χάουαρντ βρέθηκε να καλύπτει τη συγκλονιστική ιστορία της δολοφονίας του Κένεντι για το ABC.

Η Χάουαρντ, ο Κάστρο και μια χούφτα Αμερικανών αξιωματούχων γνώριζαν ότι η σφαίρα του δολοφόνου είχε τερματίσει ,όχι μόνο τη ζωή του JFK, αλλά και τις μυστικές προσπάθειές του να βρει κοινό έδαφος με την Κούβα.

«Είναι ο πιο σωματικά ζωώδης άνδρας που έχω γνωρίσει ποτέ»

Αλλά η Χάουαρντ δεν το έβαλε κάτω. Έπεισε τους προϊσταμένους της στο ABC να την αφήσουν να επιστρέψει στην Κούβα για να κάνει ένα ακόμη τηλεοπτικό αφιέρωμα - αυτή τη φορά για τη ζωή υπό την επανάσταση.

Όταν ενημέρωσε τη νέα κυβέρνηση για το ταξίδι της, το προσωπικό του Λευκού Οίκου απάντησε ότι θα τους ενδιέφερε τι είχε να πει ο Κάστρο.

Υπήρχε και ένας άλλος λόγος για τον οποίο ανυπομονούσε να βρεθεί στην Αβάνα. «Πότε θα τον δω;» ρώτησε η Χάουαρντ τον Βαλέχο κατά την άφιξή της.

«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το συναίσθημα που εμπνέει ο Φιντέλ σε όλες τις γυναίκες είναι η απόλυτη και ανόθευτη σεξουαλική επιθυμία. Είναι ο πιο σωματικά ζωώδης άνδρας που έχω γνωρίσει ποτέ» έγραψε. Η έλξη μεταξύ τους ήταν αναμφισβήτητη.

«Ήταν τρελός να μάθει πότε θα φθάσετε», απάντησε αυτός. «Ρωτάει για σένα όλη μέρα». Δεν είδε τον Κάστρο μέχρι το επόμενο βράδυ, στις 2 Φεβρουαρίου 1964, όταν έφτασε στο ξενοδοχείο της κοντά στα μεσάνυχτα και οι δυο τους έμειναν ξύπνιοι μέχρι τα ξημερώματα, προτού την σκεπάσει και φύγει.

Τις επόμενες δύο εβδομάδες, η Χάουαρντ και το συνεργείο της περιπλανήθηκαν στην Κούβα με τον δραστήριο Κάστρο, τον κινηματογράφησαν να παίζει μπέιζμπολ, να επισκέπτεται μια φάρμα βοοειδών και να συνομιλεί με αγρότες.

«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το συναίσθημα που εμπνέει ο Φιντέλ σε όλες τις γυναίκες είναι η απόλυτη και ανόθευτη σεξουαλική επιθυμία. Είναι ο πιο σωματικά ζωώδης άνδρας που έχω γνωρίσει ποτέ» έγραψε. Η έλξη μεταξύ τους ήταν αναμφισβήτητη.

«Καθόμουν και στεκόμουν δίπλα του για πέντε ώρες και παραλίγο να τρελαθώ», διηγείται.

«Αγαπημένε μου Φιντέλ» – Η μυστική σχέση μιας δημοσιογράφου του ABC με τον Κάστρο 4

«Δεν μπορώ να μείνω μόνος μαζί σου χωρίς τον δικηγόρο μου»

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα της 13ης Φεβρουαριου όταν τελείωσε η συνέντευξη και ο Κάστρο, ο Χάουαρντ και ο Βαλέχο πήγαν στην κρεβατοκάμαρα της σουίτας του Χάουαρντ.

«Είχαμε υπέροχη διάθεση», έγραψε η Χάουαρντ στο ημερολόγιό της. Ο Κουβανός ηγέτης ξάπλωσε στον καναπέ και έβαλε το κεφάλι του στην αγκαλιά της.

«Ο υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ρασκ θα έπρεπε να μας δει τώρα», αστειεύτηκε η Χάουαρντ, ενώ ο Κάστρο βρυχήθηκε από τα γέλια.

Ξαπλώνοντας στον καναπέ, καταστρώνοντας στρατηγική για το πώς θα δελεάσουν τον Τζόνσον να ολοκληρώσει τον διάλογο που είχε ξεκινήσει ο Κένεντι.

Στις 3:30 τα ξημερώματα, η Χάουαρντ αποφάσισε και πάλι ότι ήταν καιρός να τους αφήσει λίγο μόνους ο Βαλέχο, πράγμα που έκανε τον Κάστρο νευρικό. «Δεν μπορώ να μείνω μόνος μαζί σου χωρίς τον δικηγόρο μου», αστειεύτηκε.

Όταν η Χάουαρντ ανακοίνωσε ότι ήθελε να «φορέσει κάτι άνετο», εκείνος έκανε μια μάταιη προσπάθεια να την κρατήσει πλήρως ντυμένη. «Έκανε μεγάλη φασαρία που δεν άλλαξα το φόρεμά μου επειδή ήταν τόσο όμορφο και ήθελε να το δει», έγραψε.

Και όταν εκείνη βγήκε από το μπάνιο με νυχτικό και πιτζάμες, την τιμώρησε επειδή δεν τον υπάκουσε. «Δεν με καταλαβαίνεις», παραπονέθηκε με μια δόση ματσισμού. «Θέλεις απλώς να κάνεις αυτό που θέλεις εσύ να κάνεις. Γιατί δεν μπορείς να μου φέρεσαι σαν άντρας;».

Ο Κάστρο έστρεψε τη συζήτηση στην περίπλοκη σχέση τους. Νύχτες νωρίτερα, ο Κάστρο είχε εκμυστηρευτεί ότι συνήθιζε να κοιμάται με πολλές γυναίκες, αλλά όχι πια - «ότι τώρα που είναι ο ηγέτης όλες οι γυναίκες θέλουν να κοιμηθούν μαζί του, αλλά εκείνος νόμιζε ότι δεν ήθελαν αυτόν, αλλά να κοιμηθούν με τον ηγέτη.

Αυτό φάνηκε να τον προβληματίζει», αφηγήθηκε ο Χάουαρντ. Καθώς ο Κάστρο εξηγούσε γιατί ήταν απρόθυμος να κοιμηθεί μαζί της, ρώτησε τον Χάουαρντ: «Τι θέλεις, Λίζα; Θέλεις το σώμα μου;»

Απόψε, εξακολουθούσε να βρίσκεται σε διχογνωμία. «Είπε ότι με ήθελε πάρα πολύ, αλλά οι συνθήκες έπρεπε να είναι σωστές και έπρεπε να είμαστε μακριά κάπου όπου θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τα πάντα», έγραψε η Χάουαρντ.

Παρ' όλα αυτά, «φτάσαμε στο κρεβάτι και μου έκανε έρωτα αρκετά επιδέξια και ήταν, φυσικά, συναρπαστικό και εκστατικό - όσο τίποτα άλλο που έχω βιώσει ποτέ».

«Λίζα, δεν είσαι απλή», είπε ο Κάστρο στον Χάουαρντ λίγο πριν φύγει. «Με εσένα και εμένα δεν είναι απλό. Αλλά αυτό είναι πιο ενδιαφέρον».

Και μετά ήρθε η προσωπική τραγωδία

Αυτό που ακολούθησε στη συνέχεια είναι ένα παρασκηνιακό κανάλι -γνωστό ως «γραμμή Κάστρο/Λίζα Χάουαρντ/πρέσβη του ΟΗΕ, Στίβενσον/Προέδρου Τζόνσον» σε άκρως απόρρητα έγγραφα του Λευκού Οίκου- μεταξύ του Λευκού Οίκου και της κουβανικής ηγεσίας ήταν πλέον ανοιχτό και ενεργό.

Η Χάουαρντ είχε χτίσει σχεδόν μόνη της μια πρωτοφανή γέφυρα μεταξύ του Κάστρο και του Οβάλ Γραφείου. Αλλά ο Λευκός Οίκος δεν έχασε χρόνο για να την αποκλείσει.

Καθώς η Χάουαρντ έχασε το κασέ της για την Κούβα στην κυβέρνηση Τζόνσον, έχασε και τη θέση της στο ABC News.

Και μετά ήρθε η προσωπική τραγωδία. Στα τέλη της άνοιξης του 1965, η Χάουαρντ υπέστη αποβολή. Η κατάθλιψη που ακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα μια περίοδο νοσηλείας που, δυστυχώς, δεν κατάφερε να ανακουφίσει την απελπισία της.

Ο εσωτερικός αγώνας της Χάουαρντ να ελέγξει τον τόνο και το περιεχόμενο του τηλεοπτικού αφιερώματος του Απριλίου 1964, «Η Κούβα και ο Κάστρο σήμερα», σηματοδότησε την αρχή της πτώσης της στο ABC.

Και μετά ήρθε η προσωπική τραγωδία. Στα τέλη της άνοιξης του 1965, η Χάουαρντ υπέστη αποβολή. Η κατάθλιψη που ακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα μια περίοδο νοσηλείας που, δυστυχώς, δεν κατάφερε να ανακουφίσει την απελπισία της.

Στις 4 Ιουλίου 1965, ενώ περνούσε το Σαββατοκύριακο των διακοπών στο Χάμπτονς, η Χάουαρντ άλλαξε μια συνταγή για 10 βαρβιτουρικά και προμηθεύτηκε ένα μπουκάλι με 100 δισκία σε ένα τοπικό φαρμακείο- κατανάλωσε τα χάπια στο πάρκινγκ και πέθανε από την υπερβολική δόση. Ήταν 39 ετών.

Ο Κάστρο αναγνώρισε εξ αρχής την ατρόμητη δύναμή της «Ξέρεις ότι κανείς δεν θα μπορούσε να έρθει εδώ κάτω και να κάνει ό,τι έκανες εσύ - με τη θέληση και την πειθώ σου», της είπε κατά τη διάρκεια μιας από τις νυχτερινές τηλεφωνικές τους συνομιλίες μεταξύ Αβάνας και Νέας Υόρκης το 1964. «Κανείς».

*Με στοιχεία από  politico.com

 Πηγή: Grace
 
 

Ingrid Bergman & Roberto Rossellini - Το σκάνδαλο που έκανε την Αμερική να την εξορίσει από το Χόλιγουντ ως «προσωποποίηση του κακού»

Από την πρώτη της μέρα στο Χόλιγουντ, η Bergman λανσαρίστηκε ως η απόλυτη προσωποποίηση της αθωότητας. Το σοκ του αμερικανικού λαού ήταν τεράστιο, όταν έμαθαν ότι η σταρ ήταν έγκυος με το παιδί του σκηνοθέτη της, όσο και οι δύο ήταν παντρεμένοι με άλλους συντρόφους.

Η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ θεμελιώθηκε πάνω σε μια άρρητη, πλην όμως σιδηρά συμφωνία: οι θεατές αγόραζαν το εισιτήριο όχι απλώς για να δουν μια ταινία, αλλά για να κοινωνήσουν με έναν επίγειο παράδεισο ηθικής τελειότητας και ομορφιάς. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, καμία άλλη ηθοποιός δεν ενσάρκωνε αυτή την κατασκευασμένη αγνότητα πιο ολοκληρωμένα από την Ingrid Bergman.

Η Σουηδέζα σταρ είχε συστηθεί στο αμερικανικό κοινό ως το απόλυτο αντίδοτο στις μοιραίες γυναίκες (femmes fatales) της εποχής. Με την αμακιγιάριστη, φυσική της γοητεία (αρνείτο να βγάλει τα φρύδια της, να βάψει τα μαλλιά της ή να βάλει «γέφυρες» στα δόντια της), το καθαρό βλέμμα και τους ρόλους της μοναχής στο Οι καμπάνες της Αγίας Μαρίας ή της εμβληματικής ηρωίδας στη Ιωάννα της Λωρένης, είχε τοποθετηθεί σε ένα απρόσιτο βάθρο οσιακής αρετής. Για την πουριτανική Αμερική της μεταπολεμικής περιόδου, η Ingrid Bergman δεν ήταν μια κοινή θνητή που έκανε καριέρα στο σινεμά, αλλά οριακά μια αγία, η σύζυγος που κάθε άνδρας ονειρευόταν και η γυναίκα που το Χόλιγουντ χρησιμοποιούσε ως βιτρίνα της δικής του υποτιθέμενης ηθικής καθαρότητας.

 Πίσω όμως από τα λαμπερά φώτα και τη θεσμοθετημένη τελειότητα, η Ingrid Bergman ένιωθε να ασφυκτιά μέσα σε έναν γάμο που είχε βαλτώσει και σε μια βιομηχανία που επαναλάμβανε στερεότυπα. Ο σύζυγός της, ο Σουηδός νευροχειρουργός Petter Lindström, διαχειριζόταν την καριέρα και τα οικονομικά της αρκετά καταπιεστικά, ενώ η ίδια αναζητούσε απεγνωσμένα μια καλλιτεχνική αναγέννηση. Λόγω της φύσεως της δουλειάς και των δύο, περνούσαν ελάχιστες ώρες της ημέρας μαζί και έλειπαν συχνά σε επαγγελματικά ταξίδια. Επιπλέον, η Bergman είχε αρχίσει να δυσανασχετεί αρκετά με το χάσμα μεταξύ των δύο προσωπικοτήτων τους - ήταν σαν να μην έχουν τίποτα κοινό πια κι εκείνη ήθελε διακαώς έναν σύντροφο που θα μπορούσε να μιλάει για ώρες για την τέχνη της.
 

Η σπίθα για τη μεγάλη ανατροπή άναψε σε μια σκοτεινή αίθουσα προβολών της Καλιφόρνια, όταν η Ingrid Bergman παρακολούθησε το Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη του Roberto Rossellini. Ο ωμός, αιματηρός ιταλικός νεορεαλισμός, που αποτύπωνε τη ζωή γυμνή στους δρόμους της μεταπολεμικής Ευρώπης, τη συγκλόνισε. Ένιωσε ότι το σινεμά που έκανε μέχρι τότε στο Χόλιγουντ ήταν ένα ψεύτικο, αποστειρωμένο παραμύθι.

Η κόρη του ζευγαριού, Isabella Rossellini, περιγράφει με συγκίνηση τις λεπτομέρειες αυτής της μοιραίας συνάντησης και το πώς το πάθος για την τέχνη μετατράπηκε σε έναν θυελλώδη έρωτα:

«Η απόφασή της να επικοινωνήσει με τον Ιταλό σκηνοθέτη άλλαξε τον ρου της κινηματογραφικής ιστορίας και της προσωπικής της μοίρας. Την άνοιξη του 1948, του απέστειλε μια σύντομη επιστολή, η οποία έμελλε να μείνει στην ιστορία ως το πιο ακριβό «γράμμα θαυμασμού» του εικοστού αιώνα. Στο κείμενο αυτό, η Ingrid Bergman έγραφε με αφοπλιστική ειλικρίνεια: "Κύριε Roberto Rossellini, είδα τις ταινίες σας και τις απόλαυσα ιδιαιτέρως. Αν χρειάζεστε μια Σουηδέζα ηθοποιό που μιλάει πολύ καλά αγγλικά, δεν έχει ξεχάσει τα γερμανικά της, δεν είναι πολύ κατανοητή στα γαλλικά και στα ιταλικά ξέρει μόνο το "ti amo", είμαι έτοιμη να έρθω και να κάνω μια ταινία μαζί σας". Ο Roberto Rossellini, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν επίσης στο απόγειο της καλλιτεχνικής του αναγνώρισης αλλά και σε διαρκή οικονομική στενότητα, διάβασε το γράμμα την ημέρα των γενεθλίων του και απάντησε γεμάτος ενθουσιασμό, θεωρώντας το ως το πιο πολύτιμο δώρο της ζωής του».

Η συνάντησή τους για τα γυρίσματα της ταινίας Στρόμπολι το 1949, σε ένα απομονωμένο, άγριο ηφαιστειογενές νησί της Ιταλίας, λειτούργησε ως το ιδανικό σκηνικό για μια συναισθηματική έκρηξη. Η έλξη μεταξύ τους υπήρξε ακαριαία, τροφοδοτούμενη από το πάθος τους για μια νέα κινηματογραφική γλώσσα αλλά και από μια βαθιά προσωπική μοναξιά. Η Ingrid Bergman εγκατέλειψε το Χόλιγουντ και τη μικρή της κόρη, Pia, για να ζήσει στο πλευρό του Roberto Rossellini, ο οποίος με τη σειρά του παραμέρισε τη μέχρι τότε σύντροφο και μούσα του, τη θρυλική Anna Magnani. Η Anna Magnani, έξαλλη από τη διπλή προδοσία, προσωπική και επαγγελματική, λέγεται πως του πέταξε ένα πιάτο σπαγγέτι στο κεφάλι όταν της ανακοίνωσε τον χωρισμό. Λίγο αργότερα, η ίδια γύρισε μια ανταγωνιστική ταινία σε γειτονικό νησί για να τον εκδικηθεί.

Όταν τον Δεκέμβριο του 1949 η διαβόητη κοσμικογράφος του Χόλιγουντ Louella Parsons αποκάλυψε ότι η Ingrid Bergman όχι μόνο είχε εγκαταλείψει τον σύζυγό της, αλλά ήταν έγκυος στο παιδί του Roberto Rossellini, η Αμερική υπέστη ένα συλλογικό σοκ που προκάλεσε ηθικό πανικό. Το γεγονός ότι και οι δύο πλευρές ήταν ακόμα νόμιμα παντρεμένες με τους συντρόφους τους, ήταν αρκετό ώστε να βάλει «φωτιά» σε δύο ηπείρους. Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, που μέχρι πρότινος την αποθέωναν, ηγήθηκαν μιας πρωτοφανούς εκστρατείας λασπολογίας και ανθρωποφαγίας. Οι εφημερίδες τη χαρακτήριζαν «αποστάτιδα της ηθικής» και «προσωποποίηση του κακού», ενώ το κοινό ένιωθε προσωπικά προδομένο, καθώς συνέχεε τον πραγματικό χαρακτήρα της γυναίκας με την αγνότητα των ρόλων που υποδυόταν στην οθόνη.

Η κατακραυγή ξεπέρασε γρήγορα τα όρια του καλλιτεχνικού κουτσομπολιού και έφτασε μέχρι τα ανώτατα κλιμάκια της αμερικανικής πολιτικής σκηνής. Στις 14 Μαρτίου 1950, ο γερουσιαστής Edwin Johnson εξαπέλυσε μια μνημειώδη, γεμάτη πουριτανικό μένος επίθεση από το βήμα της Γερουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην ομιλία του, η οποία καταγράφηκε στα επίσημα πρακτικά του κράτους, ο Edwin Johnson αποκάλεσε την Ingrid Bergman «μια ισχυρή επιρροή του κακού» και «απόστολο της υποβάθμισης», ενώ ζήτησε να θεσπιστεί νόμος που θα επέτρεπε την αφαίρεση της άδειας εργασίας από καλλιτέχνες που υπέκυπταν σε «τέτοια σκανδαλώδη συμπεριφορά». Η ηθοποιός βρέθηκε αυτόματα στη μαύρη λίστα της βιομηχανίας, οι ταινίες της «έφαγαν» σκληρό μποϊκοτάζ από τις αίθουσες και η ίδια εξαναγκάστηκε σε μια άτυπη, επταετή εξορία στην Ευρώπη.

Ingrid Bergman & Roberto Rossellini: Το σκάνδαλο που έκανε την Αμερική να την εξορίσει από το Χόλιγουντ ως «προσωποποίηση του κακού» 2
Getty Images/ Ideal Image

Σε αυτή τη δίνη, ο σύζυγός της, Petter Lindström, επέλεξε μια στάση ψυχρής εκδίκησης. Αρνήθηκε πεισματικά να της δώσει διαζύγιο για μεγάλο χρονικό διάστημα και, το κυριότερο, της απαγόρευσε κάθε επικοινωνία με την εννιάχρονη τότε κόρη τους, Pia. Η Ingrid Bergman βρέθηκε αποκομμένη από το παιδί της, βιώνοντας έναν ανείπωτο πόνο και βαθιές τύψεις που τη συνόδευαν για το υπόλοιπο της ζωής της, όπως εξομολογήθηκε αργότερα στην αυτοβιογραφία της.

Αντίθετα, ο Roberto Rossellini, αν και δέχτηκε επικρίσεις, δεν υπέστη τις ίδιες επαγγελματικές ή κοινωνικές κυρώσεις, γεγονός που αναδεικνύει τα ακραία διπλά στάνταρ της εποχής (ή και όχι μόνο) απέναντι στα δύο φύλα. Η αντιμετώπιση της Ingrid Bergman από την κοινωνία και το Κογκρέσο παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα δημόσιας διαπόμπευσης, όπου μια γυναίκα πλήρωσε το τίμημα της προσωπικής της ελευθερίας με την καταστροφή της καριέρας της.

Ο γάμος της με τον Roberto Rossellini τελέστηκε τελικά με πληρεξούσιο στο Μεξικό τον Μάιο του 1950, και το ζευγάρι απέκτησε τρία παιδιά: τον Robertino Rossellini και τις δίδυμες Isabella Rossellini και Isotta Rossellini. Καλλιτεχνικά, η συνεργασία τους απέδωσε ταινίες που σήμερα θεωρούνται αριστουργήματα και επηρέασαν καταλυτικά το γαλλικό Νέο Κύμα, όπως το Ταξίδι στην Ιταλία, όμως εκείνη την εποχή απορρίφθηκαν τόσο από τους κριτικούς όσο και από το κοινό, που αρνούνταν να συγχωρήσει το παράνομο ζευγάρι. Η οικονομική στενότητα, οι καλλιτεχνικές διαφωνίες και η έντονη ζήλεια του Roberto Rossellini, ο οποίος δεν της επέτρεπε να δουλέψει με άλλους σκηνοθέτες, οδήγησαν στη φθορά και στον οριστικό χωρισμό τους το 1957.

Η επιστροφή της Ingrid Bergman στο Χόλιγουντ το 1956 με την ταινία Αναστασία αποτέλεσε μια από τις πιο θριαμβευτικές στιγμές της κινηματογραφικής ιστορίας. Το αμερικανικό κοινό, έχοντας κουραστεί από τον ακραίο πουριτανισμό των προηγούμενων ετών, την υποδέχτηκε ξανά με ανοιχτές αγκάλες, χαρίζοντάς της το δεύτερο Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου. Η ίδια, διατηρώντας την περηφάνια της, αρνήθηκε να παρευρεθεί στην τελετή και το βραβείο παρέλαβε για λογαριασμό της ο καλός της φίλος Cary Grant. Η πλήρης ηθική και πολιτική της αποκατάσταση ήρθε πολλές δεκαετίες αργότερα, το 1972, όταν ο γερουσιαστής Charles Percy ζήτησε επίσημα και δημόσια συγγνώμη εκ μέρους του Αμερικανικού Κογκρέσου για την αδικαιολόγητη επίθεση που είχε δεχτεί μια από τις μεγαλύτερες καλλιτέχνιδες του αιώνα.

Η Ingrid Bergman δεν μετάνιωσε ποτέ για το τίμημα που πλήρωσε, αφήνοντας ως παρακαταθήκη μια φράση που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία της ζωής της: «Πέρασα από τη φήμη της αγίας σε αυτή της πόρνης και μετά πάλι πίσω στην αγία, όλα μέσα σε μια μόνο ζωή. Δεν μετανιώνω για τίποτα από όσα έκανα, μετανιώνω μόνο για όσα δεν έκανα».

Πηγή: Grace