ενημέρωση 3:26, 28 August, 2026

«Ocean’s Eleven» - Ξεκίνησαν τα γυρίσματα του prequel – Ποιοι πρωταγωνιστούν

Η πρεμιέρα της ταινίας «Ocean’s Eleven» έχει προγραμματιστεί για τις 25 Ιουνίου 2027.

Τα γυρίσματα της ταινίας «Ocean’s Eleven» υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Μπράντλεϊ Κούπερ ξεκίνησαν στο Παρίσι, όπως επιβεβαίωσε σε συνέντευξή του στο THR ο Βάγκνερ Μόουρα.

Ποιοι αποτελούν το καστ

Ο βραβευμένος με Χρυσή Σφαίρα ηθοποιός θα αναλάβει τον ρόλο του βασικού «κακού» στο prequel του «Ocean’s Eleven» της Warner Bros., ενώνοντας τις δυνάμεις του με τους Κούπερ, Μάργκοτ Ρόμπι, Μόνικα Μπάρμπαρο και Τζος Γκαντ.

Πρόσφατα, στο καστ εντάχθηκαν και οι Βίκι Κριπς  Τζορτζ ΜακΚάι, Ομάρ Σι και Λόρεν Ρίντλοφ.

Μετά το Παρίσι, η παραγωγή αναμένεται να μεταφερθεί στα νότια της Γαλλίας. Δεδομένου ότι η ιστορία διαδραματίζεται το 1962 και συνδέεται με το Γκραν Πρι του Μονακό, τα γυρίσματα θα επεκταθούν πιθανότατα και στη Γαλλική Ριβιέρα, κοντά στο Πριγκιπάτο.

Εκτός από τον πρωταγωνιστικό ρόλο και τη σκηνοθεσία, ο Κούπερ συμμετέχει στην παραγωγή, ενώ συνυπογράφει και το σενάριο μαζί με τον πρωτοεμφανιζόμενο Τσαρλς Ράντολφ (Charles Randolph), βασιζόμενοι στο αρχικό προσχέδιο της Κάρι Σόλομον.

«Ocean’s Eleven»: Ποιο είναι το στόρι της ταινίας

Σύμφωνα με το World of Reel, ο Κούπερ και η Ρόμπι υποδύονται τους γονείς του Danny Ocean, του χαρακτήρα που ενσάρκωσε ο Τζορτζ Κλούνεϊ στο «Ocean’s Eleven» του Στίβεν Σόντερμπεργκ.

Αυτό θα είναι το τέταρτο σκηνοθετικό εγχείρημα του Κούπερ, μετά τα «A Star Is Born», «Maestro» και «Is This Thing On?».

Η πρεμιέρα της ταινίας έχει προγραμματιστεί για τις 25 Ιουνίου 2027.

 

«Έρχονται οι κομμουνιστές» – Ο «Κόκκινος Τρόμος» επιστρέφει στις ΗΠΑ

Ενώ οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές καταγράφουν μια σειρά από αξιοσημείωτες επιτυχίες στις προκριματικές εκλογές στις ΗΠΑ, οι Ρεπουμπλικάνοι αντιδρούν, βγάζοντας από τη «ναφθαλίνη» μια παλιά συνταγή: τον «Κόκκινο Τρόμο».

Πάνε σχεδόν 80 χρόνια από τότε που στις ΗΠΑ καταστρέφονταν καριέρες και ζωές με την υποψία και μόνο των κομμουνιστικών πεποιθήσεων. Ήταν η μαύρη περίοδος του μακαρθισμού, που ο «Κόκκινος Τρόμος» θριάμβευε. Η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ, όμως, έβγαλε και πάλι από το χρονοντούλαπο το «στίγμα», ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Θα είναι το ίδιο αποτελεσματικό έναντι των αντιπάλων του;

Ο πρώτος «Κόκκινος Τρόμος» ακολούθησε τη Ρωσική Επανάσταση του 1917. Στις επιδρομές Πάλμερ του 1919 και του 1920 (που πήραν το όνομά τους από τον υπουργό Δικαιοσύνης Α. Μίτσελ Πάλμερ), χιλιάδες ύποπτοι για ριζοσπαστική δράση και μετανάστες συνελήφθησαν, πολλοί χωρίς εντάλματα. Η έλευση του Ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή Μακάρθι τη δεκαετία του 1950 σήμανε τον δεύτερο Κόκκινο Τρόμο.

Σήμερα, ο πρόεδρος Τραμπ επικαλέστηκε τον κομμουνισμό 81 φορές μέσα σε δύο εβδομάδες, αποκαλώντας τους αντιπάλους του «σκληροπυρηνικούς, άθεους κομμουνιστές», ενώ περιγράφει τον κομμουνισμό ως έναν καρκίνο που πρέπει να αφαιρεθεί.

«Ο κομμουνισμός δεν αποτελεί πλέον μια απίθανη απειλή», προειδοποίησε πρόσφατα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Μάικ Τζόνσον. «Είναι εδώ, στις ΑΚΤΕΣ μας!».

Προς τι αυτός ο τρίτος «Κόκκινος Τρόμος»;

Αυτή η κομμουνιστοφοβία εντάθηκε αφότου υποψήφιοι του κινήματος Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA) κέρδισαν αρκετές προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών τον Ιούνιο, όπως αναφέρει στο The Conversation ο καθηγητής Οργανωσιακών Μελετών στο Πανεπιστήμιο Μάσεϊ, Θίοντορ Ε. Ζορν.

Υπενθυμίζεται πως μετά την εκλογή του Ζόραν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης τον Νοέμβριο του 2025, οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές καταγράφουν ένα σερί νικών στις προκριματικές. Ενδεικτικά, τον Μάιο ο Κρις Ραμπ κέρδισε το χρίσμα των Δημοκρατικών στην 3η περιφέρεια της Πενσιλβάνια, ενώ στις 4 Αυγούστου ο Ντόναβαν ΜακΚίνι επικράτησε στο Μίσιγκαν, εκτοπίζοντας τον εν ενεργεία βουλευτή Σρι Θανεντάρ.

«Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ο κομμουνισμός δεν παρέπεμπε μόνο σε ένα πολιτικό και οικονομικό σύστημα, αλλά και σε ιδέες περί επανάστασης, αθεΐας, δικτατορίας, υπονόμευσης και προδοσίας. Οι πολιτικοί αντίπαλοι μετατρέπονταν σε εσωτερικούς εχθρούς» αναφέρει, και «αυτό ακριβώς επιδιώκει να αναβιώσει η σημερινή ρητορική».

Ωστόσο υπογραμμίζει ότι η αναλογία είναι σήμερα ακόμη πιο τραβηγμένη και ίσως αποτελεί ένδειξη απελπισίας, δεδομένης της χρονικής συγκυρίας.

«Τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα σε αρκετές πρόσφατες δημοσκοπήσεις, ενώ ο πόλεμος με το Ιράν, οι υψηλές τιμές καταναλωτή και η διαμάχη γύρω από τους φακέλους Έπσταϊν κυριαρχούν στους τίτλους των ειδήσεων» λέει. Έτσι, ο Ζορν τονίζει πως καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές, οι Ρεπουμπλικάνοι αναζητούν τρόπο αντεπίθεσης.

«Έχουν δοκιμάσει το μήνυμα περί “κομμουνισμού” σε focus groups και, όπως φαίνεται, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αποτελεί το καλύτερο όπλο τους».

Είναι τέχνασμα

Ο Ζορν όμως αποδομεί το ρεπουμπλικανικό κατηγορητήριο, κάνοντας λόγο για ένα σημασιολογικό τέχνασμα παραπλάνησης.

«Τα κομμουνιστικά καθεστώτα του 20ού αιώνα συχνά συνδύαζαν τον κρατικό έλεγχο της οικονομίας, τη μονοκομματική δικτατορία και τον επίσημο αθεϊσμό, ενώ πολλά από αυτά ανήλθαν στην εξουσία μέσω βίαιης επανάστασης».  Έτσι αυτά τα ιστορικά παραδείγματα, εξηγεί στη συνέχεια, χρησιμοποιούνται από τους σύγχρονους Ρεπουμπλικανούς για να προσδίδουν μια περιορισμένη οικονομική ομοιότητα μεταξύ του δημοκρατικού σοσιαλισμού και του παλαιού τύπου κομμουνισμού και στη συνέχεια να εισάγουν λαθραία όλο το υπόλοιπο ιδεολογικό φορτίο.

Επειδή λοιπόν οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές τάσσονται υπέρ μεγαλύτερης δημόσιας ιδιοκτησίας και ρύθμισης της αγοράς, οι Ρεπουμπλικάνοι υπαινίσσονται ότι αυτοί (και όλοι οι Δημοκρατικοί) πρέπει επίσης να τάσσονται υπέρ της δικτατορίας, της αθεΐας και της βίαιης επανάστασης. Έτσι φορτώνουν στους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές όλες τις αμαρτίες του κομμουνισμού του παρελθόντος.

Κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση, σύμφωνα με τον καθηγητή.

«Η καθολική πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή υγειονομική περίθαλψη, ένας αξιοπρεπής κατώτατος μισθός, η δημόσια εκπαίδευση και οι κρατικές συνταξιοδοτικές παροχές δεν αποτελούν προετοιμασία για μια δικτατορία του προλεταριάτου. Είναι συνηθισμένα χαρακτηριστικά των μικτών οικονομιών» λέει θυμίζοντας τις σκανδιναβικές χώρες που συνδυάζουν ιδιωτική επιχειρηματικότητα και ανταγωνιστική δημοκρατία με εκτεταμένες δημόσιες υπηρεσίες, σχετικά υψηλή φορολογία και ισχυρά συνδικάτα.

Εξάλλου σημειώνει πως τόσο ο δημοκρατικός σοσιαλιστής δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζόραν Μαμντάνι, με περισσότερες από 50 μεταρρυθμίσεις, όσο και η κυβέρνηση του καπιταλιστή Τραμπ με τη συμμετοχή στο ιδιοκτησιακό κεφάλαιο ιδιωτικών εταιρειών βοηθούν την ιδιωτική επιχειρηματικότητα

«Ποιος είναι λοιπόν ο κομμουνιστής εδώ;» αναρωτιέται και απαντάει: «Κανείς από τους δύο, φυσικά. Και οι δύο τάσσονται υπέρ της κρατικής παρέμβασης σε μια οικονομία της αγοράς – απλώς υπέρ διαφορετικών μορφών παρέμβασης για διαφορετικούς σκοπούς.»

Κρύβει κινδύνους

Όμως, παρότι η προειδοποίηση ότι «άθεοι κομμουνιστές» βρίσκονται έτοιμοι να καταλάβουν την εξουσία μπορεί να αποτελεί κίνηση απελπισίας, δεν είναι ακίνδυνη, προειδοποιεί ο Ζορν.

«Η εξίσωση της εύλογης πολιτικής επιχειρηματολογίας με τον ριζοσπαστικό εξτρεμισμό στιγματίζει τους πολιτικούς αντιπάλους ως επικίνδυνους ξένους αντί για συμπολίτες. Ο ορθολογικός διάλογος καθίσταται αδύνατος», λέει και καταλήγει ότι δεν είναι ο κομμουνισμός που καταλαμβάνει την Αμερική, αλλά ένας ακόμη «Κόκκινος Τρόμος».

ΕΛΑΣ - Η έρευνα χρηματοδοτείται με αποφάσεις και εγγραφές στον προϋπολογισμό – όχι με ανακοινώσεις

Ο Τομέας Παιδείας της ΕΛΑΣ τονίζει πως η κυβέρνηση έκανε δύο εξαγγελίες σε δύο μήνες για το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας, αλλά ακόμη δεν υπάρχει απόφαση με δεσμευμένα ποσά, σημειώνοντας ότι ανακυκλώνει προβλήματα παρουσιάζοντάς τα επικοινωνιακά ως λύσεις.

Την έντονη αντίδρασή της εκφράζει η ΕΛΑΣ αναφορικά με την κυβερνητική αδράνεια στο πεδίο της χρηματοδότησης του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ), παραθέτοντας στοιχεία που φέρουν τη χώρα μας στον πάτο της λίστας μιας σειράς ευρωπαϊκών χωρών ως προς τον ετήσιο προϋπολογισμό τους για τους εθνικούς φορείς έρευνας.

«Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας: Δύο κυβερνητικές εξαγγελίες σε δύο μήνες – και ακόμη καμία απόφαση με δεσμευμένα ποσά», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Τομέας Παιδείας της ΕΛΑΣ και υπενθυμίζει ότι, «στις 5 Αυγούστου 2026, ο υπουργός Ανάπτυξης ανακοίνωσε την ένταξη του προγραμματισμού του ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. στο Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, χωρίς κανένα ποσό και χωρίς χρονοδιάγραμμα», ενώ προσθέτει πως [είχε προηγηθεί, στις 18 Ιουνίου 2026, η εξαγγελία ‘παράτασης της δανειακής σύμβασης με την ΕΤΕπ (ΕΛΙΔΕΚ-2)’ με ‘αποδέσμευση’ πόρων, που ‘μαζί με την εθνική συμμετοχή αγγίζουν τα 286 εκατ. ευρώ’ έως το 2028 – επίσης χωρίς δημοσιευμένη διοικητική πράξη».

Ο Τομέας Παιδείας της ΕΛΑΣ υπογραμμίζει ποια είναι τα επίσημα δεδομένα:

•     «Το ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. (ν. 4429/2016, ΦΕΚ Α΄199) ξεκίνησε εν μέσω μνημονίων με 300 εκατ. € εξασφαλισμένα: 180 εκατ. από τη Σύμβαση της 15.7.2016 με την ΕΤΕπ και 120 εκατ. από το ΠΔΕ (28.12.2016) — όπως αναγράφεται στην επίσημη σελίδα πόρων του Ιδρύματος.

•     »Σύμφωνα με τον δημοσιευμένο απολογισμό της διοίκησής του (Απρίλιος 2026), σε μια δεκαετία δεσμεύτηκαν 348,5 εκατ. € μέσω 28 προκηρύξεων: 1.585 υποτροφίες και 1.610 ερευνητικά έργα. Το 92% των πόρων κατευθύνεται σε δράσεις, καθώς — κατά την ίδια επίσημη πηγή – το Ίδρυμα δεν λαμβάνει τακτική επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.

•     »Το σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης (68,3 εκατ. €, απόφαση ένταξης 22.7.2022) ολοκληρώνεται με τη λήξη του ‘Ελλάδα 2.0’ το 2026.

•     »Η νέα δανειακή σύμβαση 143 εκατ. € με την ΕΤΕπ υπογράφηκε στις 16.2.2024 παρουσία τριών υπουργών. Χρειάστηκαν 28 μήνες για να εξαγγελθεί, στις 18.6.2026, η αξιοποίησή της.

•     »Το ΕΠΑ 2026-2030 (ΠΥΣ 32/27.11.2025) διαθέτει 13,5 δισ. € με δυνατότητα υπερδέσμευσης έως 17,1 δισ. Η σταθερή χρηματοδότηση της έρευνας είναι ζήτημα βούλησης, όχι δημοσιονομικής αδυναμίας.

•     »Όπως δείχνουν τα επίσημα στοιχεία των ιδίων των εθνικών οργανισμών, η σύγκρισή μας με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι αποκαλυπτική».

ΕΛΑΣ: Το ερώτημα που οφείλει να απαντηθεί δημόσια

Ο αρμόδιος Τομέας της Συμπαράταξης διερωτάται – και ζητά απάντηση από την κυβέρνηση – αν «τα ‘286 εκατ.’ του Ιουνίου και η ‘ένταξη στο ΤΠΑ’ του Αυγούστου είναι πρόσθετοι πόροι ή το ίδιο ποσό σε δύο εξαγγελίες;».

Για να επισημάνει πως «το σχήμα των 286 εκατ. αναλύεται σε δάνειο ΕΤΕπ και εθνική συμμετοχή – η οποία εγγράφεται ακριβώς στο ΠΔΕ, εργαλείο προγραμματισμού του οποίου είναι το ΤΠΑ», σχολιάζοντας πως «χωρίς δημοσιευμένη απόφαση με προϋπολογισμό και πηγές, καμία εξαγγελία δεν συνιστά δεσμευμένο ευρώ».

«Η κυβέρνηση ανακυκλώνει προβλήματα παρουσιάζοντάς τα επικοινωνιακά ως λύσεις», καταγγέλλει η ΕΛΑΣ, υπογραμμίζοντας πως «η ανάπτυξη της έρευνας και της καινοτομίας προϋποθέτουν σταθερή ροή χρηματοδότησης και συνέπεια. Η έρευνα χρηματοδοτείται με αποφάσεις και εγγραφές στον προϋπολογισμό – όχι με ανακοινώσεις».

 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ρολόγια κολλημένα στο 2015…

Κάποιοι πιστεύουν ότι οι εκλογές του 2027 θα κριθούν στη βάση των ερωτημάτων του… 2015

Υπάρχει μια κατηγορία πολιτικών και ευρύτερα «δημοσιολόγων» που θεωρούν ότι για κάποιο λόγο στις εκλογές του 2027 οι ψηφοφόροι θα κρίνουν τα πράγματα με βάση το τι έγινε πριν από 10 ή 12 χρόνια.

Ουσιαστικά, οποτεδήποτε ξεμένουν από επιχειρήματα έχουν μια σχεδόν αυτόματη αντίδραση, που λίγο πολύ αναμασά τα ίδια επιχειρήματα, πιο σωστά τις ίδιες «λέξεις κλειδιά» γιατί από ένα σημείο και μετά δεν υπάρχουν καν επιχειρήματα, μόνο λέξεις: «Δημοψήφισμα», «Ποινικός Κώδικας», «Τρίτο Μνημόνιο».

Καμία προσπάθεια αυτά να πάρουν τουλάχιστον τη μορφή επιχειρημάτων για το σήμερα. Απλώς ένα είδος μαγικής σκέψης που θεωρεί ότι αμέσως αυτές οι αναφορές θα κάνουν τους ψηφοφόρους να εγκαταλείψουν κάθε σκέψη να ψηφίσουν κάτι διαφορετικό από τη σημερινή κυβέρνηση.

Στις πιο έναρθρες εκδοχές αυτή η μαγική σκέψη, συνδυάζεται με διάφορους χαρακτηρισμούς, που υποτίθεται ότι «υπογραμμίζουν» το βασικό επιχείρημα.

Ωστόσο, αυτό που δεν απαντά αυτός ο τρόπος σκέψης είναι κάτι πολύ απλό: Γιατί σε μια εκλογική μάχη που θα διεξαχθεί το 2027 θα πρέπει το βασικό κριτήριο να είναι το παρελθόν;

Οι πολίτες όταν ψηφίζουν συνήθως επιλέγουν αυτόν που θα διαχειριστεί τις τύχες τους για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, με βάση τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν εκείνη τη στιγμή.

Δεν αποδίδουν ιστορική δικαιοσύνη, δεν διατυπώνουν συμπεράσματα για το παρελθόν, δεν παίρνουν εκδίκηση για πράγματα που έγιναν πριν από αρκετά χρόνια.

Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι μια κυβέρνηση που θα συγκρατήσει το κόστος ζωής σήμερα και στα επόμενα χρόνια, που θα βελτιώσει το εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα και στα επόμενα χρόνια, που θα ενισχύσει το σύστημα υγείας σήμερα και στα επόμενα χρόνια, και που θα εξασφαλίσει μια αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων, παρέχοντας ταυτόχρονα και ένα αίσθημα ασφάλειας.

Τίποτα από όλα αυτά δεν έχει να κάνει με τα αισθήματα πριν από 10 ή 12 χρόνια.

Και αυτό όχι επειδή οι πολίτες παθαίνουν μετά από λίγο καιρό κάποιου είδους αμνησία.

Το ακριβώς αντίθετο.

Ασφαλώς οι πολίτες μια χαρά θυμούνται τι έγινε εκείνα τα χρόνια. Απλώς, ο τρόπος που θυμούνται δεν είναι αυτός που υποθέτουν όσοι θεωρούν ότι μπορούν να επικαλεστούν αυτή την ανάμνηση ως μπαμπούλα. Σε τελική ανάλυση, ήδη οι εκλογές του 2019 έδειξαν ότι κάθε άλλο παρά ισοπεδωτικά αρνητική ήταν η αποτίμηση για όλα όσα έγιναν τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια. Για να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι οι πολίτες συχνά σε έρευνες αναφέρουν ότι το 2019 ήταν καλύτερα από ό,τι είναι τώρα.

Και ως προς την ανάμνηση ας σταθούμε και σε κάτι άλλο. Εάν κανείς κοιτάξει θα δει προφανώς ότι υπήρξαν στιγμές τραυματικές εκείνα τα χρόνια, όμως δεν θα δει π.χ. μια διάχυτη αίσθηση ότι τότε υπήρξε διαφθορά. Ας το συγκρίνει κανείς με τη διάχυτη αίσθηση για το πόσο διεφθαρμένη είναι η σημερινή κυβέρνηση.

Από την άλλη, οι πολίτες έχουν μια πολύ σαφή πια αποτίμηση της σημερινής κυβέρνησης. Την έχουν ζήσει για πάνω από επτά χρόνια, έχουν εικόνα για την οικονομική τους κατάσταση, έχουν εικόνα για το τι τους προκαλεί ανασφάλεια, έχουν πολύ συγκεκριμένα αιτήματα για το μέλλον.

Οι απαιτήσεις τους είναι πλέον μεγάλες και τα κριτήρια τους αυστηρά. Αλλά βάσει αυτών θα αποφασίσουν και όχι με τις όποιες αναμνήσεις τους.

Επίσης, καλό θα είναι να μην υποτιμάται η ικανότητα των πολιτών να κρίνουν τους πολιτικούς. Μια χαρά μπορούν να αξιολογήσουν το έργο τους, να διακρίνουν την ακεραιότητά τους, αλλά και να εκτιμήσουν εάν πήραν μαθήματα από τη διαδρομή τους, εάν μετέτρεψαν την εμπειρία σε γνώση, εάν επιστρέφουν ωριμότεροι.

Στην πραγματικότητα, η εμμονή ορισμένων με το παρελθόν, είναι απλώς η απόδειξη μιας βαθύτερης πολιτικής αμηχανίας. Η κυβέρνηση επένδυσε για μεγάλο διάστημα στο ότι όσο μεγάλη και εάν ήταν η δυσαρέσκεια απέναντί της, παρ’ όλα αυτά δεν θα είχε αντίπαλο και άρα θα κέρδιζε. Τώρα συνειδητοποιεί ότι έχει αντίπαλο, ότι θα είναι αυτή που θα πρέπει να πείσει ότι τα έκανε καλύτερα και ότι έχει σχέδιο για το μέλλον, την ώρα που θα έχει απέναντί της μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης με συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα απαντηθούν τα επείγοντα αιτήματα της κοινωνίας. Και διαπιστώνει ότι κάθε άλλο παρά προετοιμασμένη ήταν γι’ αυτό…

Πηγή: in