ενημέρωση 4:19, 28 October, 2026

Το κομμένο αυτί του Βαν Γκογκ

Η ιστορία πίσω από έναν πασίγνωστι πίνακα

Αυτοπροσωπογραφία με δεμένο αυτί, 1889    

O Βίνσεντ βαν Γκογκ ζωγράφισε καθ’όλη την διάρκεια της ζωής του, πάνω από τριάντα πορτραίτα του εαυτού του. Αυτός ο πίνακας όμως, είχε ιδιαίτερη σημασία για εκείνον. Ήταν η προσπάθειά του να απεικονίσει την τιμωρία του, να «ξορκίσει το κακό», όπως ο ίδιος έλεγε και να οδηγηθεί στην κάθαρση, στην λύτρωση που τόσο αποζητούσε.Το πορτραίτο του, συμβολίζει το πέρασμα και την κάθοδο του Βαν Γκογκ από την ευδαιμονία της δημιουργίας, στο σκοτάδι της δυστυχίας και της τρέλας.Είναι από τους  πιο αναγνωρίσιμους πίνακες του κόσμου και  η παραφιλολογία που τον συνοδεύει, ανεξάντλητη.  

Όλα ξεκινούν το 1886, όταν ο Βαν Γκογκ σε ηλικία 27 ετών, επισκέπτετεται το  Παρίσι και ζει με τον αδερφό του, επιτυχημένο έμπορο τέχνης και εκπρόσωπο του Πωλ Γκωγκέν. Εκεί, γνωρίζει και συναναστρέφεται τους ιμπρεσιονιστές της εποχής. Αναπτύσσει μία ιδιαίτερα στενή φιλική σχέση με τον Γκωγκέν ο οποίος θα τον επισκεφθεί αργότερα στην Αρλ, μία επαρχία της Προβηγκίας στην οποία αποσύρεται ο Βαν Γκογκ  για να μεγαλουργήσει.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν αυτοτραυματίστηκε, αλλά σε μία έντονη λογομαχία με τον Γκωγκέν για τα μάτια μίας γυναίκας, ο ίδιος ο Γκωγκέν επιτέθηκε στον φίλο του με ένα σπαθί.  

Εκείνη η περίοδος (1888-1889), είναι ίσως η πιο παραγωγική για τον Βαν Γκογκ. Λέγεται πως οι δύο καλλιτέχνες, που ζούσαν μαζί,  ζωγράφιζαν καθημερινά ο ένας δίπλα στον άλλον και οτι η συμβίωσή τους αποτέλεσε πρωτοφανή έμπνευση για τον Φλαμανδό καλλιτέχνη. Εκείνη την περίοδο ζωγράφισε πολλούς από τους πιο διάσημους πίνακές του, όπως η Έναστρη Νύχτα και τα γνωστά σε όλους μας Ηλιοτρόπια.Χαρακτηριστικό είναι οτι το έργο του, Κόκκινο Αμπέλι, εκείνης της περιόδου , ήταν ο μοναδικός πίνακας που κατάφερε να πουλήσει  εν ζωή.  

 

Ο πίνακας «Κόκκινο Αμπέλι» πουλήθηκε για 400 φράγκα το 1890    

Δυστυχώς, η δημιουργική αυτή περίοδος κρατά λίγο για τον μεγάλο ζωγράφο.Πολύ σύντομα, εμφανίζει συμπτώματα κατάθλιψης και έντονης επιθετικότητας και σε μία έντονη διαφωνία του  με τον Γκωγκέν , αυτοτραυματίζεται κόβοντας ένα τμήμα του αριστερού του αυτιού.  

Το τι πραγματικά όμως συνέβη εκείνη την νύχτα, το γνωρίζουν μόνο οι δύο σπουδαίοι ζωγράφοι.124, σχεδόν, χρόνια μετά τον θάνατό του, το κομμένο αυτί του Βαν Γκογκ, βρίσκεται ακόμα στο επίκεντρο διαμάχης των μελετητών της ζωής και του έργου του. Πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν αυτοτραυματίστηκε, αλλά σε μία έντονη λογομαχία με τον Γκωγκέν για τα μάτια μίας γυναίκας, ο ίδιος ο Γκωγκέν επιτέθηκε στον φίλο του με ένα σπαθί. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν πως ο Βαν Γκογκ είχε δεθεί τόσο πολυ με τον Γάλλο ιμπρεσιονιστή, που όταν ο τελευταίος του αποκάλυψε ότι θα φύγει από την Αρλ και θα τον αφήσει μόνο, ο Βαν Γκογκ κατέρρευσε, έπαθε νευρικό κλονισμό και έκοψε τον λοβό του  αυτιού του,με ένα ξυράφι.Η συνέχεια , έχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Λέγεται πως ο Βαν Γκογκ, μέσα στο παραλήρημά του, εμφανίστηκε αιμόφυρτος σε έναν οίκο ανοχής με τον κομμένο λοβό τυλιγμένο σε εφημερίδα, και ζήτησε από τις ιερόδουλες να του τον φυλάξουν.     

Ο Βαν Γκογκ νοσηλεύεται για λίγο, ο Γκωγκέν φεύγει κακήν κακώς για το Παρίσι και ο πίνακας με το μπανταρισμένο αυτί είναι το πρώτο έργο του Βαν Γκογκ μετά το συμβάν.  

Μία ακόμη εκδοχή, θέλει τον  Βαν Γκογκ  να πάσχει από την νόσο Μενιέρ, μία διαταραχή του έσω αυτιού, η οποία συνοδεύεται  από ναυτία, ζαλάδες, απώλεια ακοής και κυρίως έντονες εμβοές (βούισμα) των αυτιών. Υπαρχει η πιθανότητα λοιπόν, ο μεγάλος ζωγράφος να  έκοψε το αυτί του σε μία στιγμή απελπισίας προσπαθώντας να γλιτώσει από το βουητό στα αυτιά του.  

Το 1889 ο Βαν Γκογκ εισάγεται σε ψυχιατρική κλινική με έντονα σημάδια κατάθλιψης , επιληψίας και σχιζοφρένειας. Μέρα με την ημέρα, η κατάσταση της υγείας του χειροτερεύει και από τις επιστολές των γιατρών του προς τον αδερφό του, Theo van Gogh, διαπιστώνουμε πόσο μπορεί να  υπέφερε εκείνη την περίοδο     

Παρά την τόσο κακή κατάστασή του όμως, ακόμα και μέσα στην κλινική , εξακολουθεί να ζωγραφίζει. Εχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον λοιπόν, να δούμε πώς η κατάσταση της υγείας του επηρέασε την δουλειά του.Η ξανθοψία, είναι μία πάθηση κατά την οποία ο ασθενής βλέπει το περιβάλλον του χρωματισμένο κίτρινο.Η ξανθοψία έχει καταγραφεί ως παρενέργεια του φαρμάκου digitalis (φυτικό φάρμακο που καταπολεμά τις επιληπτικές κρίσεις) αλλά και ως συνέπεια της υπερκατανάλωσης αψεντίου. Ο Βαν Γκογκ  δεν έκρυψε ποτέ την αγάπη του για το «απαγορευμένο ποτό» και είναι πολύ πιθανόν να του είχε συνταγογραφηθεί digitalis για να ανακουφιστεί από τις κρίσεις του. Το αποτέλεσμα; Το χαρακτηριστικό «κιτρινωπό» στυλ του, που έκανε τα έργα του τόσο ξεχωριστά και ιδιαίτερα.      

Το κίτρινο χρώμα κυριαρχεί στα περισσότερα έργα του Βαν Γκογκ       

Στις 27 Ιούλιου του 1890, πυροβολείται στο στήθος και πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα .Ακόμα και ο θάνατός του όμως, παραμένει μέχρι και σήμερα ανεξιχνίαστη υπόθεση. Τα τελευταία χρόνια, επικρατεί η εκδοχή  που θέλει τον Βαν Γκογκ  να πυροβολείται  κατά λάθος από δύο αγόρια που έπαιζαν με ένα χαλασμένο όπλο.Ο ίδιος ποτέ δεν τα κατέδωσε στις αρχές, ίσα ίσα δέχτηκε τον τραυματισμό του με ευγνωμοσύνη καθώς οι επερχόμενος θάνατος, θα τον λύτρωνε από μία δυσβάσταχτη ζωή.  

Το πιο πιθανό όμως είναι  να ήθελε να βάλει τέλος στη ζωή του και στην ταλαιπωρία του.Σε ερώτηση που του έκαναν λίγο πριν πεθάνει για το αν έκανε απόπειρα αυτοκτονίας απάντησε: «Tο σώμα μου είναι δικό μου και είμαι ελεύθερος να κάνω με αυτό ό,τι θέλω» . Και όταν ο γιατρός του ,του είπε λίγες ώρες πριν πεθάνει, ότι προσπαθούσε να του σώσει την ζωή, εκείνος του απάντησε: «Tότε θα πρέπει να το ξανακάνω...»    

Εκείνη η στιγμή της ζωής του λοιπόν, με τον επίδεσμο στο αυτί του, με το βλέμμα  της θλίψης και της απόγνωσης, ήταν κάτι που ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ δεν ήθελε να ξεχάσει. Στην αυτοπροσωπογραφία του  απεικονίζει όλα όσα πίστευε οτι ήταν, όλα όσα τον βασάνιζαν, την αιχμαλωσία και την αγωνία του για την ασθένεια που ένιωθε να κυριεύει το μυαλό και το σώμα του, την τρέλα, τον πόνο αλλά και την ιδιοφυΐα του. Και  πάνω από όλα, την αγάπη του για την τέχνη του, που, παρ’όλες τις δυσκολίες της ζωής του, δεν την εγκατέλειψε ποτέ.      

Είπε:   «Εχω βάλει όλη την καρδιά και την ψυχή μου στην δουλειά μου, και κάπου στην πορεία, έχασα το μυαλό μου»   «Όσο πιο πολύ το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ , ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη τέχνη από το να αγαπάς»   «Πρώτα ονειρεύομαι τον πίνακά μου κι έπειτα, απλά  ζωγραφίζω το όνειρό μου»  

«Οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να κάνουν οτιδήποτε, όσο είναι φυλακισμένοι , σε κείνο το φοβερό , μα τόσο φοβερό,κλουβί. Ξέρω ότι μπορεί να υπάρξει απελευθέρωση. Αργοπορημένη απελευθέρωση»  

«Τι είμαι για τα μάτια των περισσοτέρων? Ενας μοναχικός, εκκεντρικός , δυσάρεστος άνθρωπος που δεν έχει, και δεν θα αποκτήσει ποτέ, μία θέση στην κοινωνία» 

  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0

Οι συμφορές του δανεισμού

Ένα αξεπέραστο κείμενο του Πλούταρχου.

O Πλάτωνας στους Νόμους απαγορεύει να παίρνει κανείς νερό από τη γη των γειτόνων του αν δεν έχει πρώτα αποτύχει να βρει νερό στον δικό του τόπο, έχοντας σκάψει μέχρι να συναντήσει τη λεγόμενη κεραμίτιδα, δηλαδή στρώμα αργίλου (η άργιλος είναι λιπαρή και συμπαγής, κατακρατεί το υγρό και δεν το αφήνει να τη διαπεράσει)· επιβάλλει ωστόσο να μοιράζονται το νερό των γειτόνων τους όσοι δεν μπορούν να έχουν δικό τους, καθώς ο νόμος οφείλει, στη δυσπραγία, να παρέχει βοήθεια. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να υπάρχει και για τα χρήματα νόμος, που να απαγορεύει στους ανθρώπους να δανείζονται από άλλους και να καταφεύγουν σε ξένες πηγές, αν πρώτα δεν εξετάσουν τη δική τους περιουσία και τις δικές τους δυνατότητες, και δεν ξεχωρίσουν και συγκεντρώσουν, σταγόνα σταγόνα, ό,τι τους είναι χρήσιμο και αναγκαίο;  

Στις μέρες μας, η τρυφή, η μαλθακότητα και η πολυτέλεια έχουν κάνει τους ανθρώπους να μη χρησιμοποιούν αυτά που έχουν, μολονότι έχουν αρκετά· δανείζονται λοιπόν έναντι υψηλών τόκων, ενώ τίποτα δεν τους αναγκάζει. Περίτρανη απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι κανείς δεν δανείζει σε άνθρωπο που δεν έχει οικονομικούς πόρους· δανείζουν σ’ εκείνους που επιθυμούν να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη άνεση· και φέρνουν μάρτυρες και παρέχουν εγγυήσεις για το ότι είναι άξιοι δανεισμού επειδή έχουν περιουσία, ενώ ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο θα έπρεπε να μη δανείζονται καθόλου. (…)

Θέλω να δείξω σ' όσους σπεύδουν απερίσκεπτα να δανειστούν πόση ντροπή φέρνει αυτό και πόση στέρηση της ελευθερίας, καθώς και ότι ο δανεισμός είναι πράξη υπέρτατης αφροσύνης και μαλθακότητας. Έχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν σου λείπουν. Δεν έχεις; Μη δανείζεσαι, γιατί δεν θα ξεπληρώσεις το χρέος σου.  

Ας τα δούμε αυτά τα δύο, το καθένα ξεχωριστά. Ο Κάτων είπε σ’ έναν μοχθηρό ηλικιωμένο άντρα: «Γιατί, άνθρωπέ μου, στα πολλά κακά των γερατειών προσθέτεις και την ντροπή της μοχθηρίας;». Έτσι κι εσύ, στη φτώχεια, που πολλά κακά φέρνει μαζί της, μην προσθέτεις και τις ταλαιπωρίες του δανεισμού και του χρέους, αλλά και μην της στερείς το μόνο στο οποίο υπερέχει του πλούτου, την ξεγνοιασιά. Γιατί τότε προκύπτει η γελοία κατάσταση της παροιμίας: Δεν μπορώ να κουβαλήσω την κατσίκα, φορτώστε στους ώμους μου το βόδι. Ενώ λοιπόν δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα από τη φτώχεια σου, φορτώνεις στον εαυτό σου και τον δανειστή φορτίο δυσβάσταχτο και για άνθρωπο πλούσιο. Μα, πώς θα ζήσω; ρωτάς, ενώ έχεις χέρια, έχεις πόδια, έχεις φωνή, είσαι άνθρωπος και άρα ικανός να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να προσφέρεις και να εκφράζεις ευγνωμοσύνη για όσα σου προσφέρουν. Γίνε δάσκαλος, παιδαγωγός, θυρωρός, ναυτικός· τίποτε απ’ αυτά δεν είναι πιο επαίσχυντο ούτε και πιο δυσάρεστο από το ν’ ακούς να σου λένε «πλήρωνε».  

Aπ’ αυτό το σημείο και εξής απευθύνομαι στους πιο εύπορους και στους πιο καλομαθημένους, σ’ εκείνους που λένε: «Μα, θα μείνω χωρίς δούλους, χωρίς σπιτικό και χωρίς στέγη;». Σαν να λέει στον γιατρό ένας άρρωστος, με σώμα πρησμένο από την ασθένεια: «Μα, θα γίνω ισχνός και άσαρκος;». Γιατί όχι, αν έτσι θα είσαι υγιής; Μείνε λοιπόν κι εσύ χωρίς δούλους, για να μη γίνεις δούλος ο ίδιος και χωρίς περιουσία, για να μη γίνεις περιουσία άλλου. (…)  

Ο Θηβαίος Κράτης, χωρίς να έχει κανέναν δανειστή να τον πιέζει και χωρίς μάλιστα να χρωστάει σε κανέναν, μη μπορώντας ν’ αντέξει τις καθημερινές ευθύνες, τις έγνοιες και τους περισπασμούς, εγκατέλειψε μια περιουσία οκτώ ταλάντων, φόρεσε έναν φθαρμένο χιτώνα, πήρε κι ένα δερμάτινο σακούλι, και βρήκε καταφύγιο στη φιλο- σοφία και την πενία. Ενώ ο Αναξαγόρας άφησε τη γη του να γίνει βοσκοτόπι. Αλλά γιατί μιλάμε γι’ αυτούς, όταν ο Φιλόξενος, ο λυρικός ποιητής, έχοντας κλήρο σε σικελική αποικία, πολύ άνετη ζωή και πλούσιο σπιτικό, βλέποντας να βασιλεύει γύρω του η τρυφή, η ηδυπάθεια και η αμουσία, είπε: «Μα τους θεούς, απ’ το να χαθώ εγώ εξαιτίας αυτών των αγαθών, προτιμότερο να χάσω εγώ αυτά»· κι αφήνοντας σε άλλους τον κλήρο του, εγκατέλειψε το νησί. Κι όμως ο οφειλέτες ανέχονται τις πιέσεις των δανειστών, ανέχονται να καταβάλλουν φόρο υποτέλειας, να γίνονται σκλάβοι, να εξαπατώνται· και υπομένουν, όπως ο Φινέας, να τους κλέβουν και να τους λεηλατούν φτερωτές Άρπυιες, που τους αρπάζουν την τροφή χωρίς καν να περιμένουν να έρθει η ώρα της· αγοράζουν το σιτάρι πριν θεριστεί και το λάδι πριν πέσει η ελιά, και λένε: «Για το κρασί δίνω τόσο» και σημειώνουν την τιμή· ενώ το σταφύλι κρέμεται ακόμη στο κλήμα, προσμένοντας τον Αρκτούρο.  

ΥΓ.:Αποσπάσματα από ένα σύντομο κείμενο του Πλούταρχου για τις «Συμφορές του Δανεισμού» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη.  

Πέρα από το απολαυστικό, διάφανο ύφος, εκπλήσσεται κανείς από το πόσο ακούραστα και απαράλλαχτα είναι τα βίτσια τωνανθρώπων (και των εθνών) μέσα στους αιώνες. Διαβάζοντάς το, τα βλέπεις όλα: τη φούσκα του ελληνικού χρηματιστηρίου,την πρησμένη Ολυμπιάδα, την επιθετική απληστία των σελέμπριτις, τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που δεν είχαν να φάνε αλλά ήθελαν κάμπριο, τις τράπεζες που πρόθυμα τα έσπρωξαν στον γκρεμό.   

Και βλέπεις και τη λύση (για την οποία ποτέ δεν είναι αργά): παράτησε τα περιττά που σε υποδουλώνουν, αρκέσου στα λίγα και ουσιώδη που σε αφήνουν ελεύθερο.  

Ένα ακόμα εκπληκτικό κείμενο από τον άνθρωπο που έγραψε, μεταξύ άλλων, το αξεπέραστο «Για τη γαλήνη της ψυχής».

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

1 "γίρο" απ' όλα

-βάλε 1 "γίρο"

- έγινε, 

μπάρμπα Ανέστης, ο νταλκαδιάρης να' ούμε.

Κηφισιά 2015

Αρχή της δεδηλωμένης: 140 χρόνια

«Ανθ' ημών, Γουλιμής!»

Η τελευταία πολιτική δήλωση του Χαρίλαου Τρικούπη επαναλαμβανόταν με αυτοσαρκασμό και πικρία, καθώς ο Μεσολογγίτης ηγέτης δεν μπορούσε να χωνέψει την αχαριστία των ψηφοφόρων και την ειρωνεία την τύχης να χάσει τη βουλευτική του έδρα από κάποιον απίθανο. Όσο για τον Μιλτιάδη Γουλιμή, γόνο παλιάς οικογένειας αρματολών της Δυτικής Στερεάς αλλά άσημο πολιτευτή του Μεσολογγίου, δεν γνωρίζουμε αν ποτέ συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν αυτός που νίκησε τον μεγάλο αντίπαλό του αλλά η γενική κατακραυγή κατά της φορολογίας, την οποία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο η δημοκοπία του Δηλιγιάννη. Ο ίδιος ο Τρικούπης, έκπληκτος, ταπεινωμένος και σαν να μην το πίστευε ακόμα, τόνιζε σε όποιον συναντούσε:

«Ανθ' ημών, Γουλιμής!» («αντί για μένα, ο Γουλιμής!»).

Έφυγε στη Γαλλία, απ’ όπου ποτέ δεν ξαναγύρισε.

Καταγόταν από αριστοκρατική γενιά του Μεσολογγίου αλλά γεννήθηκε στο Ναύπλιο (1832). Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι, διορίστηκε ιδιαίτερος γραμματέας του πατέρα του Σπυρίδωνα Τρικούπη (1788 - 1873), πρεσβευτή τότε στο Λονδίνο, κι έγινε επιτετραμμένος το 1862.

Ήταν τα κρίσιμα χρόνια της έξωσης του Όθωνα και της ανάρρησης του Γεωργίου Α’ στον θρόνο της Ελλάδας. Με αριστοτεχνική εκμετάλλευση των συνθηκών που τότε επικρατούσαν στη Βρετανία, ο Τρικούπης πέτυχε ευνοϊκούς για την Ελλάδα όρους στο πρωτόκολλο για την παραχώρηση της Επτανήσου και καταξιώθηκε ως μεγάλος και ικανός διπλωμάτης.

Παραιτήθηκε στα 1865 για να ασχοληθεί με την πολιτική κι αμέσως εκλέχτηκε βουλευτής Μεσολογγίου. Τον επόμενο χρόνο, έγινε υπουργός Εξωτερικών αλλά τον μεθεπόμενο (1867) παραιτήθηκε και στο εξής αρνιόταν να μετάσχει σε οποιαδήποτε κυβέρνηση. Τις κατάγγελνε άλλωστε όλες ως νόθες, επειδή διορίζονταν από τον βασιλιά, ανεξάρτητα από τη δύναμη που ο κάθε πρωθυπουργός διέθετε στη Βουλή. Στα 1872, ίδρυσε το «πέμπτο κόμμα», όπως ονομάστηκε, και βάλθηκε να πολεμά το βασιλικό προνόμιο να διορίζεται πρωθυπουργός μόνον όποιος ήταν αρεστός στον θρόνο.

Στις 26 Ιουνίου του 1874, έγιναν και πάλι εκλογές στην Ελλάδα. Τρεις μέρες αργότερα, στις 29 του μήνα, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Οι Καιροί» το περίφημο άρθρο με τίτλο «Τις πταίει». Με αυτό, καταγγέλλονταν όλες οι κυβερνήσεις, από το 1868 κι έπειτα, ως προσωπικές, νόθες, αποτέλεσμα και μόνο του προνομίου που είχε το στέμμα να διορίζει πρωθυπουργούς. Το άρθρο ήταν ανυπόγραφο κι ο διευθυντής της εφημερίδας, Π. Κανελίδης, κλήθηκε σε απολογία. Ο Τρικούπης ανέλαβε την ευθύνη. Αυτός το είχε γράψει. Τον συνέλαβαν και τον προφυλάκισαν στις 6 Ιουλίου. Στις 9, δημοσιεύτηκε και δεύτερο άρθρο του με τίτλο «Παρελθόν και ενεστώς». Σ' αυτό, εξηγούσε πως ο Όθων έφτασε να εξωστεί, επειδή ανέχτηκε τις εκλογές βίας και νοθείας κι επειδή αδιαφορούσε για τη λαϊκή θέληση.

Την επομένη, 10 Ιουλίου του 1874, ο Χαρίλαος Τρικούπης αποφυλακίστηκε με εγγύηση. Στις 23, απαλλάχτηκε με βούλευμα. Οχτώ μήνες αργότερα, ερχόταν η δική του ώρα:

Ο βασιλιάς κάλεσε τον Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι, Ανδρέα Κουντουριώτη (1820 - 1894), να επιστρέψει στην Αθήνα και να αναλάβει πρωθυπουργός. Ο Κουντουριώτης ήρθε στις 10 Απριλίου του 1875, είδε πώς είχαν τα πράγματα και συμβούλευσε τον Γεώργιο να αναθέσει την εντολή στον Τρικούπη. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε και στις 27 Απριλίου ο Μεσολογγίτης πολιτικός ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.

Ως πρωθυπουργός, ο Χαρίλαος Τρικούπης δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να προετοιμάσει τις πρώτες απόλυτα ελεύθερες και γνήσιες εκλογές, που ως τότε γνώρισε ο τόπος. Έγιναν με απόλυτη τάξη από 18 έως 21 Ιουλίου του 1875. Το κόμμα του Τρικούπη έβγαλε 25 βουλευτές και η κυβέρνησή του παραιτήθηκε. Όμως, όταν, στις 11 Αυγούστου του 1875, άνοιξε η Βουλή, ο βασιλιάς Γεώργιος εκφώνησε τον γραμμένο από τον Τρικούπη λόγο του θρόνου. Με αυτόν, διακήρυσσε την «αρχή της δεδηλωμένης»:

Στο εξής, κυβέρνηση θα σχημάτιζε μόνον όποιος εξασφάλιζε την πλειοψηφία, με την έκφραση εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο. Ουσιαστικά, ο Γεώργιος απεμπολούσε ένα προνόμιό του και καταργούσε το άρθρο του συντάγματος, που προέβλεπε ότι την κυβέρνηση διορίζει ο βασιλιάς. Ήταν ένας σταθμός. Από την ημέρα εκείνη άρχιζε ουσιαστικά η κοινοβουλευτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Στα 1877, σχηματίστηκε μια οικουμενική κυβέρνηση υπό τον γηραιό παλαιό μπουρλοτιέρη, Κωνσταντίνο Κανάρη, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας του ρωσοτουρκικού πολέμου, που τότε είχε ξεσπάσει. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών και ήρθε σε συνεννόηση με τις τότε μεγάλες δυνάμεις, προκειμένου να προωθήσει τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή. Ο μελλοντικός άσπονδος αντίπαλός του, Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ανέλαβε το υπουργείο Παιδείας.

Η Ελλάδα τότε απλωνόταν ως νότια από τη Θεσσαλία, την οποία διεκδικούσε. Ήταν η εποχή που δρούσε στα Βαλκάνια ο Ρώσος πρεσβευτής Ιγνάτιεφ και προωθούσε τα σχέδια του τσάρου για έξοδο στο Αιγαίο. Ο πόλεμος έληξε με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και τη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας, που προκάλεσε σύντομο σερβοβουλγαρικό πόλεμο. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε. Η νέα, του Κουμουνδούρου, έσπευσε με τον υπουργό της των Εξωτερικών Θεόδωρο Δηλιγιάννη ως ικέτιδα στο συνέδριο του Βερολίνου που ανέλαβε να «διορθώσει» τις στρεβλώσεις του Αγίου Στεφάνου. Η Θεσσαλία αποδόθηκε στην Ελλάδα αλλά όχι και η Ήπειρος, όπως αρχικά προβλεπόταν (στην Ελλάδα δόθηκε μόνον η Άρτα). Ο ελληνικός λαός θεώρησε υπεύθυνο της απώλειας το δίδυμο Κουμουνδούρου-Δηλιγιάννη, που έχασε τις εκλογές του 1881.

Θριαμβευτής, ο Τρικούπης ανέλαβε πρωθυπουργός έχοντας στο πλάι του ένα λαμπρό επιτελείο με τους αρίστους των τεχνοκρατών της εποχής. Ξεκίνησε η ηράκλεια προσπάθεια για την αναδιοργάνωση του κράτους και την ανασυγκρότηση της χώρας μέσα από την ανάπτυξη των φυσικών της πόρων και τη δημιουργία σύγχρονου συγκοινωνιακού δικτύου.

Ήταν η λαμπρή οκταετία που διακόπηκε για ένα χρόνο, όταν παρεμβλήθηκε μια κυβέρνηση Δηλιγιάννη που όμως δεν κατάφερε να κρατηθεί στην εξουσία. Ο Τρικούπης έθεσε τη διακίνηση του πετρελαίου σε κρατικό μονοπώλιο (του κόλλησαν γι' αυτό το επίθετο «Πετρέλαιος», 1886), άνοιξε τη διώρυγα της Κορίνθου, ανέπτυξε τους σιδηροδρόμους, εκμεταλλεύτηκε τους φυσικούς πόρους της χώρας, αποξήρανε την Κωπαΐδα, κατασκεύασε δρόμους, αναδιοργάνωσε το στράτευμα, εξόπλισε το ναυτικό με τρία θωρηκτά κι αύξησε τα έσοδα του κράτους.

Για να επιτύχει όλ’ αυτά, αναγκάστηκε ν' αυξήσει τους φόρους δυσαρεστώντας τους ψηφοφόρους, που δεν ήταν συνηθισμένοι σε τέτοια μεταχείριση και τον καταψήφισαν το 1885. Όμως, η πολιτική του νέου πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη οδήγησε στον αποκλεισμό της Ελλάδας (γεγονότα της Ανατολικής Ρωμυλίας, όταν η περιοχή προσαρτήθηκε από τη Βουλγαρία και χάθηκε για πάντα για τη χώρα μας) και η Βουλή τον εγκατέλειψε. Ο Τρικούπης επανήλθε πανίσχυρος (1886), ολοκλήρωσε την οικονομική αναδιοργάνωση της χώρας, έβαλε νέους φόρους και καταψηφίστηκε το 1889/1890. Η νέα κυβέρνηση Δηλιγιάννη ανέτρεψε όλα όσα ο Μεσολογγίτης κατάφερε. Ο πληθωρισμός, που κάλπαζε, την έριξε κι αυτήν.

Το 1892, ο Τρικούπης επανεκλέχτηκε πανηγυρικά. Έμεινε πρωθυπουργός για τρία χρόνια (με ένα μικρό διάλειμμα, όταν σχηματίστηκε η βραχύβια κυβέρνηση Σωτηρόπουλου-Ράλλη) και παραιτήθηκε, επειδή δεν μπόρεσε να συνάψει δάνειο: Οι δανειστές ζητούσαν να επιβάλουν οικονομικό έλεγχο στη χώρα αλλά ο Τρικούπης αρνιόταν. Την 1η Δεκεμβρίου 1893, από το βήμα της Βουλής δήλωσε:
«Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

Επακολούθησε ο διεθνής οικονομικός έλεγχος (ΔΟΕ) που επιβλήθηκε στη χώρα. Στις εκλογές του 1895, ο Τρικούπης δεν κατόρθωσε καν να βγει βουλευτής. Αντ’ αυτού, εκλέχτηκε ο Μιλτιάδης Γουλιμής. Πικραμένος, ο Χαρίλαος Τρικούπης, με συνοδό την αδερφή του Σοφία που τον λάτρευε, έφυγε στις Κάννες, όπου και πέθανε στις 30 Μαρτίου του 1896. Τον επόμενο χρόνο, ο άσπονδος αντίπαλός του, Θεόδωρος Δηλιγιάννης, οδηγούσε την Ελλάδα στην καταστροφική ήττα από την Τουρκία.

Πηγή:protagon