ενημέρωση 4:49, 11 September, 2026

Ζαν-Λικ Νανσί: Ζούμε το τέλος ενός πολιτισμού

Ο γάλλος φιλόσοφος μιλάει για τους προβληματισμούς σχετικά με την Ευρώπη, τη δημοκρατία, τον Διαφωτισμό αλλά και τον ισλαμικό φανατισμό
 
Ζαν-Λικ Νανσί: Ζούμε το τέλος ενός πολιτισμού
 
Ο γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Λικ Νανσί (γεννημένος το 1940), η σκέψη του οποίου γονιμοποιεί τις σύγχρονες ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, επισκέπτεται την Ελλάδα για ένα συνέδριο προς τιμήν του και μοιράζεται με «To Βήμα» τους ανησυχαστικούς προβληματισμούς του για την Ευρώπη, τη δημοκρατία, τον Διαφωτισμό αλλά και τον ισλαμικό φανατισμό.
 
Κύριε Νανσί, ο τίτλος της προσεχούς ομιλίας σας τιτλοφορείται «Παράξενη σκέψη». Θα μπορούσατε να μας εκθέσετε λίγους από τους συλλογισμούς που κομίζετε στην Αθήνα; Επιπλέον σε τι συνίσταται μια «παράξενη σκέψη» στις μέρες μας; Η ίδια η φιλοσοφία δεν μοιάζει σήμερα, δυστυχώς, σαν μια «παράξενη» πνευματική δραστηριότητα; Και εν τέλει ποιoς ακούει τους φιλοσόφους ή τους διανοουμένους;
 
«Σήμερα στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Ολλανδία, στη Σουηδία, στη Βραζιλία, στην Κολομβία, στο Μεξικό - για να περιοριστώ στην απαρίθμηση των χωρών που γνωρίζω καλύτερα και στις οποίες το φαινόμενο είναι περισσότερο εμφανές - υπάρχει μια έντονη δημόσια απαίτηση για φιλοσοφία. Συχνά βεβαίως αυτή η λέξη ενέχει μιαν ασαφή έννοια, αφού είναι πιο κοντά στην ιδεολογία ή στην πνευματικότητα παρά στη φιλοσοφική σκέψη. Αλλά είναι ένα σημάδι. Οι επιθεωρήσεις, τα περιοδικά, τα βιβλία φιλοσοφικών διαλόγων πολλαπλασιάζονται. Η φιλοσοφία φαίνεται λιγότερο παράξενη απ' ό,τι μυστηριώδης, αινιγματική και αξιοπερίεργη. Οσο για το "παράξενο", εκλαμβάνω αυτόν τον όρο με την έννοια του του μη συνηθισμένου, του μη τακτικού. Η σκέψη δεν οφείλει πάντα να ξεφεύγει από τα ειωθότα και να εκτίθεται στο άγνωστο; Ζούμε το τέλος ενός πολιτισμού, μιας μακράς εποχής της Ιστορίας. Το απρόβλεπτο, το ασυνήθιστο, είναι παντού».

Πώς εξηγείται, κατά τη γνώμη σας, αυτή η απόλυτη κυριαρχία ενός μονομερούς οικονομικού λόγου, αλλά και του ηθικού λόγου που τον συνοδεύει, τα τελευταία χρόνια; Τι σας λέει όλη αυτή η οικονομική συζήτηση;
 
«Το γνωρίζουμε όλοι: ο πολιτισμός μας διέπεται από την οικονομία, από το "γενικό ισοδύναμο του εμπορεύματος". Ακόμη και ο Μαρξ ήθελε να βγει από την αλλοτρίωση μέσω της οικονομικής-βιομηχανικής παραγωγής. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας αλλαγής της οποίας το μέλλον δεν μπορούμε φυσικά να προβλέψουμε».
 
Σκέπτομαι τα βιβλία σας «La Communauté désœuvrée» και «Εtre singulier pluriel» και αναρωτιέμαι πώς (υπό το πρίσμα ακριβώς των ιδεών σας γι' αυτό που λέμε κοινωνία ή κοινότητα μέσα σε αυτά) βλέπετε σήμερα τη Γαλλία και την Ευρώπη ευρύτερα. Παρατηρείται, ας πούμε, μια δυσλειτουργία. Φανέρωσαν κάτι τα τελευταία χρόνια της οικονομικής και πολιτικής κρίσης που δεν μας έχει προβληματίσει αρκετά;
 
«Δεν θα το αποκαλούσα "δυσλειτουργία". Κατά μία έννοια, λειτουργεί - στους κόλπους της μεγάλης παγκόσμιας λειτουργίας. Η Ευρώπη άλλαξε θέση και βαρύτητα. Η Ασία έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα σήμερα, μαζί με τη Λατινική Αμερική. Βρισκόμαστε σε μια ευρεία μετατόπιση των οικονομικών ηπείρων. Δεν νομίζω πως δεν δείξαμε προσοχή: ανακαλύψαμε μάλλον εκ νέου πως η Ιστορία προχωρεί ερήμην μας. Μεταξύ του 1850 και του 1950 πιστέψαμε πως μπορούσαμε να προβλέψουμε και να κάνουμε σχέδια... Αλλά ήδη οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι μας είχαν προειδοποιήσει».
 
Εχοντας στον νου το βιβλίο σας «Ο μύθος του ναζισμού» (σ.σ.: γραμμένο από κοινού με τον Φιλίπ Λακού-Λαμπάρτ, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία) με όλη την επιχειρηματολογία περί της απουσίας της ταυτότητας στην τότε Γερμανία και την επίκληση του μύθου, σας προτείνω να κάνουμε μια, καταχρηστική ίσως, αναγωγή και να σκεφθούμε αυτό που λέγεται «ευρωπαϊκή ταυτότητα». Επιπροσθέτως, μπορούμε να εξηγήσουμε την έξαρση εθνικιστικών ή ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη (η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία λ.χ.) μόνο μέσα από τη λιτότητα και τη φτώχεια; Υπάρχουν «μύθοι» που τις θρέφουν;
 
«Η Ευρώπη είχε πολλές ταυτότητες: ελληνική, λατινική, αγγλική, γαλλική, ολλανδική, γερμανική, θρησκευτική, πανεπιστημιακή, του Διαφωτισμού, των εθνών, του εργατικού κινήματος. Υπήρξαν εκατό Ευρώπες, ύστερα η Ευρώπη κατέρρευσε, σπαράχθηκε, ίσως παραγέρασε. Με τις έντονες κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές, το τέλος της γεωργίας, έπειτα το τέλος ενός είδους βιομηχανίας, τα ταυτοτικά αντανακλαστικά παρουσιάστηκαν ως επικλήσεις σε παλιούς, φθαρμένους, διαβρωμένους μύθους... Είναι άθλιοι, άξεστοι, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν και να μας μολύνουν, επειδή δεν έχουμε άλλον "μυθικό" λόγο, δηλαδή έναν λόγο που θα μιλούσε για ένα "εμείς", για την "Ευρώπη", όπως αυτός του Διαφωτισμού και μετέπειτα του ρομαντισμού... Η Δημοκρατία, η Πολιτεία, η Νεωτερικότητα δεν κατάφεραν να γίνουν "μεγάλα αφηγήματα", το αντίθετο. Στους εθνικιστικούς, ρατσιστικούς, υπερταυτοτικούς μύθους, αντιτάσσουμε μόνο την ηθική. Πρέπει να αντιτάξουμε σκέψη και λόγο: πρέπει να μιλάμε για μια άλλη ανθρωπότητα, για μια ανθρωπότητα που πρέπει να γεννηθεί».
 
Πώς είδατε τη μεγάλη συγκέντρωση, εννοώ τα εκατομμύρια πολιτών, στο Παρίσι μετά την τρομοκρατική επίθεση στο «Charlie Hebdo»; Αναδύθηκε κάποιο «νόημα» κατά την άποψή σας; Ή μήπως ήταν απλώς μια ανακλαστική αντίδραση σε ένα σοκαριστικό γεγονός;
 
«Ο κόσμος αισθάνθηκε προσβεβλημένος ή, τουλάχιστον, απειλημένος. Ποτέ στο παρελθόν δεν έλαβε χώρα στο Παρίσι  παρόμοια πράξη. Αυτό που είχε νόημα είναι η δριμύτητα της συζήτησης, η οποία συνδέθηκε αμέσως με την ευρεία συναίνεση της διαδήλωσης. Ακόμη και πριν από αυτήν, είχαμε σφοδρές συζητήσεις για τον κίνδυνο μιας πλαστής εθνικής ενότητας, για την παρουσία του τάδε ή του δείνα αρχηγού κράτους, για την ενθάρρυνση των αστυνομικών μέτρων, για τα βαθύτερα αίτια του "τζιχάντ", κ.τ.λ. Κι αυτό δεν έχει τελειώσει».  
 
Πώς μπορούμε όμως να εξηγήσουμε (ή να ερμηνεύσουμε) τους δολοφόνους του «Charlie Hebdo»; Εννοώ, ευρύτερα, πώς εξηγείτε εσείς όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει σε δυτικές χώρες και στρέφονται προς αυτόν τον ακραίο ισλαμικό ριζοσπαστισμό; Υπάρχει κάποια διάσταση που μας διαφεύγει;
 
«Θα μπορούσαμε να πούμε, με πιο απλά λόγια, πως πρόκειται για μιαν άλλη όψη που εξηγεί το ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία και/ή για τις άλλες μορφές πνευματικότητας. Οι νέοι, κυρίως εκείνοι που μένουν άνεργοι, χωρίς χρήματα, αλλά και χωρίς κάποιο ενδιαφέρον στη ζωή, χωρίς κοινωνικό περιβάλλον ή τρόπο ζωής, χωρίς πατρίδα, τη Γαλλία ή την Ευρώπη, είναι έτοιμοι να καταπέσουν σε μορφές φανατισμού. Συνάμα θεωρώ πως διαισθάνονται το πόσο αδύναμες είναι οι σημερινές κοινωνίες, το πόσο τυπικά είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, το πόσο γερασμένοι είναι οι πολιτισμοί μας... Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι, στα κράτη στα οποία αποτελούν πλειοψηφία αλλά και στα ευρωπαϊκά κράτη, δεν συνειδητοποίησαν αυτό το φαινόμενο και δεν έκαναν αρκετά ώστε να σκεφθούν ένα νέο Ισλάμ. Από την εποχή του Χομεϊνί, κατέστη επιθυμητό ένα ισλαμικό πρότυπο στην εξουσία - βεβαίως ευρύ, ασαφές -, ξεπερνώντας τις αδυναμίες και τις διαιρέσεις του αραβο-ιρανο-αφρικανικού κόσμου, αλλά και ανάβοντας κάποιες εχθρικές εστίες αναμεταξύ τους».
 
Τα βιβλία σας για την «Αποδόμηση του χριστιανισμού» (Déconstruction du Christianisme) προκαλούν κι ένα ερώτημα που απηχεί διάφορες συζητήσεις που γίνονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Πολλοί θεωρούν ότι ο Διαφωτισμός, οι αξίες που κατέλιπε για την πολιτική και κοινωνική οργάνωση, η laïcité για παράδειγμα, τελούν γενικότερα εν κινδύνω στην Ευρώπη ή ότι, εν πάση περιπτώσει, υποχωρούν μπροστά σε μια επάνοδο της θρησκείας. Είναι βάσιμοι αυτοί οι φόβοι;
 
«Ο Διαφωτισμός παραμέλησε έναν ολόκληρο τομέα, αυτόν του "ανορθολογισμού", με λίγα λόγια. Από την εποχή του ρομαντισμού, από την εποχή των μεγάλων πολιτιστικών ανατροπών της αρχής του 20ού αιώνα, η "λογική" έγινε είτε τεχνοκρατική (και οικονομική) είτε έννοια στενή και επισφαλής (δίκαιο, ηθική, ανθρωπισμός). Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι πολλοί την αναζητούν αλλού! Η κατάσταση ήταν παρόμοια στη Ρώμη δύο αιώνες προ Χριστού και είναι ο λόγος για τον οποίο φθάσαμε στη σημερινή εποχή».

Προικοθήρες της εξουσίας

Γράφει ο Περικλής Κοροβέσης

Υπάρχει πολιτικός λόγος εξουσίας που να είναι ειλικρινής; Τα κόμματα που θέλουν να πάρουν την κρατική εξουσία και να κυβερνήσουν για ποιους το κάνουν; Οι επαγγελματίες πολιτικοί που αλλάζουν κόμματα και ιδεολογίες σαν σώβρακα, γιατί το κάνουν; Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ποιον εκπροσωπεί; Ποιο είναι το νόημα της καθολικής ψηφοφορίας και τι δυνατότητα επιλογής έχει ο καθημερινός πολίτης, όταν η πολιτική του συνείδηση διαμορφώνεται από τα σίριαλ ή τις τηλεοπτικές ειδήσεις-θεάματα των οκτώ; Οπως και να έχει η κατάσταση, το κόμμα που θα επιδιώξει την κρατική εξουσία πρέπει να πείσει την πλειοψηφία των ψηφισάντων –η αποχή δεν μετριέται– πως το δικό του κυβερνητικό πρόγραμμα είναι αυτό που θα φέρει την ευημερία στον λαό.

Μια καλή απάντηση δίνουν τρεις δημοσιογράφοι, οι Δημήτρης Μαρούλης, Λεωνίδας Σακλαμπάνης και Βασίλης Κουφόπουλος, στο βιβλίο τους «Μαζί τα είπανε - Ανθολόγιο εξαπάτησης» (εκδόσεις Λιβάνη), που καταγράφουν όλα τα ψέματα και τις αντιφάσεις της πολιτικής ελίτ της χώρας, που κυβέρνησε τη χώρα, είτε ως Ν.Δ. είτε ως ΠΑΣΟΚ. Εντούτοις, αυτά τα δύο κόμματα μπόρεσαν και κυβέρνησαν παραπάνω από τέσσερις δεκαετίες. Που σημαίνει πως η εξαπάτηση αποδίδει. Γιατί να την αμφισβητήσουν; Και φτάσαμε να έχουμε μια αριστερή κυβέρνηση. Αλλά κουτσουρεμένη. Ο λαός δεν της έδωσε αυτοδυναμία. Στηρίζεται σε μια διάσπαση της Ν.Δ. που δεν είναι μνημονιακή. Εντούτοις δεν την είδαμε να αντιδράει στην μπαρούφα που μας έφερε ο κ. Βαρουφάκης με τις διαπραγματεύσεις του.

Αλλά ο κυβερνητικός συνασπισμός της Αριστεράς-Δεξιάς καλά κρατεί. Το κράτος είναι δικό τους, και αυτό είναι αποδεκτό τόσο από τη μεγάλη πλειονότητα αυτού του λαού όσο και από τα διεθνή κέντρα εξουσίας. Ο πρώτος μήνας του μέλιτος πήγε υπέροχα. Να έχουμε έναν καινούργιο πολιτικό λόγο εξουσίας με το ίδιο περιεχόμενο; Ακόμα είναι νωρίς για να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα. Αν και είχαμε δει αναλύσεις αυτού του είδους πριν ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει τις εκλογές. Αλλά εξ όνυχος τον λέοντα. Η Ε.Ε. δεν έχει καμία σχέση με την Ευρώπη των λαών, όσο και αν έχει θεσμούς και νόμους που έχουν δημοκρατικές αναφορές. Είναι η Ευρώπη του μαφιόζικου καπιταλισμού, σε πλήρη αρμονία με όλα τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα με επικεφαλής τις ΗΠΑ, που στηρίζουν την εξουσία τους στο 1% του πλούτου που βρίσκεται σε μετρημένους ολιγάρχες. Η πολιτική εξουσία της κάθε χώρας που έχει δεχτεί αυτό το μοντέλο είναι πιόνι της απόλυτης οικονομικής εξουσίας, που αυτή δεν υποχωρεί, παρά μονάχα αν απειληθεί. Τότε διαπραγματεύεται και δίνει κάτι για να κρατήσει τα περισσότερα.

Η διάλυση της Ελλάδας από τις μνημονιακές κυβερνήσεις δεν ήταν μια απόδειξη της κακής τους διακυβέρνησης. Ηταν ένας ρεαλισμός ενταγμένος στο ευρωπαϊκό και στο κυρίαρχο παγκόσμιο σύστημα που επιβάλλει στους ιθαγενείς: Ψηφίστε μια κυβέρνηση για να κάνουν τη δικιά μας δουλειά, να αυξάνουν τον δικό μας πλούτο και εσείς πολίτες παραμείνετε πρόβατα και περιμένετε τη μοίρα σας. Να μας έχουν φέρει καινούργιο τσοπάνη με τη δικά μας ψήφο; Είναι νωρίς να το πει κανείς αυτό. Αλλά δεν μπορεί κάποιος να αποφύγει αυτές τις σκέψεις. Η Ιστορία μάς έχει δώσει πολλά παραδείγματα. Καλό είναι να τα θυμόμαστε.

Η εξουσία έχει και ένα στοιχείο μεταφυσικής. Διαμορφώνει έναν Μεσσία, που ανάλογα με την εποχή, είτε είναι θεόσταλτος ή κατασκευάζεται από τις συγκυρίες με τη συνεπικουρία των ΜΜΕ (με το αζημίωτο βέβαια). Και δεν είναι λίγοι αυτοί που βρίσκουν νέα ινδάλματα και σωτήρες, ασχέτως αν είναι Μεταξάδες ή Παπαδόπουλοι. Καλό είναι να κριτικάρουμε και να ελέγχουμε την εξουσία. Αλλά με τον γείτονα τι γίνεται; Ψηφίζει ό,τι γυαλίζει και έχει πάντα δίκιο. Και φυσικά σε διορθώνει.

Πηγή: Εφημεριδα των Συντακτών

Ένας χρόνος χωρίς τον σπουδαίο Αλέν Ρενέ

Ήταν Σάββατο 1 Μαρτίου του 2014, όταν επιβεβαιώθηκε η είδηση ότι ο Αλέν Ρενέ έφυγε από τη ζωή. Λίγες μόλις ημέρες πριν και συγκεκριμένα στις 10 Φεβρουαρίου, η τελευταία του ταινία «Να Αγαπάς, να Πίνεις και να Τραγουδάς» (Life of Riley / Aimer, boire et chanter) πραγματοποιούσε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, όπου και τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο, καθώς και με το Βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών (FIPRESCI), για έναν δημιουργό που υπηρέτησε σεμνά και με αγάπη την Έβδομη Τέχνη...

Ο Αλέν Ρενέ γεννήθηκε το 1922, στη Βρετάνη. Αν και δεν ήταν ποτέ «επίσημο» μέλος του Νέου Κύματος, ξεκίνησε τη καριέρα του στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Αντίθετα από τους υπόλοιπους σκηνοθέτες της παρέας των«Cahiers du Cinema», που ασχολήθηκαν με την κάθαρση των κινηματογραφικών ειδών, ο Ρενέ σημάδεψε με τον φακό του το τραυματικό της μνήμης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τις καταστροφικές επιπτώσεις αυτού, στο ασυνείδητο του ανθρώπου με το κλασσικό πλέον αριστούργημα, «Χιροσίμα Αγάπη μου».

Ο Ρενέ ξεκίνησε να δημιουργεί ταινίες ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’40, μόλις αποφοίτησε από την Ανωτάτη σχολή Κινηματογράφου στη Γαλλία, τη θρυλική IDHEC. Γύρισε μια σειρά από μικρού μήκους με πιο ονομαστή την «Γκουέρνικα» (1950) εμπνευσμένη από τον αντίστοιχο πίνακα ζωγραφικής και τον βομβαρδισμό της πόλης από την αεροπορία των ναζί. Ωστόσο, ήταν η μεσαίου μήκους ταινία «Night and fog» (1955) που έστρεψε την προσοχή των ανθρώπων του σινεμά στο πρόσωπό του. Ο νεαρός Ρενέ δείχνει τις δυνατότητές του προσεγγίζοντας έμμεσα, υπαινικτικά και αντί-ηρωικά το Ολοκαύτωμα.

Τα χρόνια που έρχονται ο Ρενέ μελετά με εμβρίθεια το λεξιλόγιο του μοντάζ, διαβάζει μανιωδώς ποίηση και εξελίσσει τεχνικές που ερευνούν την υποκειμενικότητα της μνήμης σε σχέση με τη βία της Ιστορίας. Το «Χιροσίμα Αγάπη μου» είναι αποτέλεσμα της μελέτης αυτής, σε σενάριο της Μαργκερίτ Ντυράς.

Οι συνεργασίες του περιελάμβαναν λογοτέχνες και δοκιμιογράφους του ανθισμένου γαλλικού πνεύματος του ’50, που μαζί με άλλους σκηνοθέτες ανήκαν στο αριστερό ρεύμα, που ονομάζονταν χαρακτηριστικά: La rive gauche. Έτσι ονομάζεται η νότια πλευρά του Σηκουάνα, όπου λεγόταν ως η γειτονιά των διανοουμένων.

Η σκέψη του Ρενέ επηρεάζεται και εμπλουτίζεται από τη ζωγραφική και τις επιστήμες του ανθρώπου. Το έργο του ριζοσπάστη ανθρωπολόγου Μαρσέλ Ντετιέν, που στοχάζεται πάνω στη δημιουργία της γραμματικής της μυθολογίας τον επηρεάζει βαθιά, όπως και οι πίνακες του Ματίς.

Ο σκηνοθέτης ανά περιόδους προκαλούσε τα όρια και τα συμπεράσματα, του τι μπορεί να είναι ο κινηματογράφος, αλλά και πως μπορεί να εξελιχθεί. Ιδιοσυγκρασιακός και τολμηρός, δεν παρέλειπε να κατεδαφίσει μοτίβα της κοινότοπης αναπαράστασης και να εφεύρει καινούργια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το φιλμ «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ», όπου αναδιατάσσει τον χρόνο όπως ο Μαρσέλ Προυστ και φτάνει στις αβύσσους της δισυπόστατης μνήμης. Μια ασταθής πραγματικότητα διατρέχει την φιλμική επιφάνεια, που μετασχηματίζεται ανάλογα με την εκάστοτε προοπτική των πρωταγωνιστών του.

Ο Αλέν Ρενέ, αν και ηλικιακά συνδέεται με τους σκηνοθέτες, οι οποίοι δέχθηκαν έντονη κριτική από τους αρθρογράφους των Cahiers du Cinema, ωστόσο έρχεται σε ρήξη με το λεγόμενο cinema du papa (σινεμά του μπαμπά) καθώς χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερη μέθοδο κινηματογράφησης, με αποτέλεσμα να συγκαλείται κι αυτός δικαίως στους δημιουργούς του "Νέου Κύματος" (Nouvelle Vague).

Γεγονός το οποίο γίνεται εμφανές τόσο στην ταινία "Hiroshima mon Amour" (Χιροσίμα Αγάπη μου - 1959), όπου μέσα από μια ερωτική ιστορία διαπραγματεύεται την επιρροή που ασκεί η ιστορική μνήμη στη διαμόρφωση της ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας, όσο και στις υπόλοιπες ταινίες της περιόδου αυτής. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά: L’ Annee Derniere a Marienbad (Πέρυσι, στο Μαρίενμπαντ, 1961), Muriel (Ο Γυρισμός του Αγαπημένου, 1963), La Guerre est Finie (Ο Πόλεμος Τελείωσε, 1966), Loin du Vietnam (Μακριά από το Βιετνάμ, 1967) και Je t’ aime, je t’ aime (Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, 1968).

Χιροσίμα αγάπη μου / Hiroshima mon amour
Παραγωγή: Γαλλία - Ιαπωνία / 1959 / Ασπρόμαυρη, 90 λεπτά

Μια Γαλλίδα ηθοποιός φτάνει στη Χιροσίμα για τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ με θέμα την ειρήνη. Περνά τη νύχτα της με έναν Γιαπωνέζο αρχιτέκτονα και περιστασιακό εραστή. Οι μνήμες του πυρηνικού ολέθρου που έπληξε την πόλη, συναντούν τις προσωπικές της αναμνήσεις από τον δικό της γενέθλιο τόπο, το Νεβέρ, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εφηβικού της έρωτα μ' έναν Γερμανό στρατιώτη που δολοφονήθηκε μπροστά στα μάτια της.

Παρόν και παρελθόν εναλλάσσονται συνεχώς μέσα από την (αν)έφικτη ερωτική επαφή και τη δύσκολη επικοινωνία (δεν μιλούν ο ένας την γλώσσα του άλλου), καθώς και τις περιπλανήσεις τους σε διάφορες τοποθεσίες της Χιροσίμα. Όλα συμβαίνουν στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, γιατί η γυναίκα - που δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά της, όπως ούτε και του Ιάπωνα εραστή της - θα πρέπει να επιστρέψει στη Γαλλία. Θα γυρίσει όμως;

To 1959, με το "Χιροσίμα Αγάπη μου", σε σενάριο της Μαργκερίτ Ντυράς, πραγματοποιείται το πέρασμα του Αλέν Ρενέ από το ντοκιμαντέρ στη μυθοπλασία. Η ταινία βασίζεται εξ ολοκλήρου πάνω στην ανάκληση της μνήμης, ακολουθώντας τα δαιδαλώδη μονοπάτια της και σε αυτό ακριβώς οφείλεται η μορφική της ανακολουθία και οι αφηγηματικές της παρεκκλίσεις.

Με κλειδί τη λέξη «θυμάμαι», η οποία ανοίγει τις πύλες της μνήμης και του παρελθόντος χρόνου, η ταινία επαναφέρει στο παρόν, μέσα από τη εφήμερη ερωτική συνάντηση της Γαλλίδας με τον Ιάπωνα. Ανασύρονται με τον τρόπο αυτό, επώδυνες αναμνήσεις από την εποχή του πολέμου: από τη δική της τραυματική εμπειρία στο Νεβέρ και από το πυρηνικό ολοκαύτωμα της Χιροσίμα, με τη χρήση επικαίρων της εποχής.

Η αφήγηση εξελίσσεται με λυρισμό μεγάλης έντασης και δραματική δύναμη, η οποία μετακινείται διαρκώς από το ατομικό στο συλλογικό δράμα, σε μια συγκλονιστική οπτικο-ακουστική σύνθεση. Ο έρωτας απελευθερώνει βαθιά κρυμμένες εικόνες και συναισθήματα, φέρνοντας κοντά τους δύο εραστές και ταυτόχρονα αναδεικνύοντας την υπαρξιακή και πολιτισμική απόσταση που τους χωρίζει.

Η ρευστότητα του χρόνου και η υποκειμενικότητα της μνήμης, αποτελούν τον δραματικό άξονα αυτής της αριστουργηματικής ταινίας, καθιστώντας τη θέασή της, μία ανεπανάληπτη κινηματογραφική εμπειρία, μαγνητίζοντας τον θεατή όσες φορές κι αν την παρακολουθήσει. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι το φιλμ κέρδισε το Βραβείο Fipresci στο Φεστιβάλ των Καννών το 1959.

Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ (Last Year at Marienbad / L'année dernière à Marienbad)

Παραγωγή: Γαλλία / 1961 / Ασπρόμαυρη, 94 λεπτά

Το φιλμ «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ» του Αλέν Ρενέ -βραβευμένο με Χρυσό Λέοντα στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας, το 1963- αποτελεί το απόλυτο κινηματογραφικό παζλ, για ευφυείς λύτες. Μία ταινία με μεθυστικά χρονικά άλματα και αλλεπάλληλα φλάσμπακς, στον χρόνο αλλά και στο υποσυνείδητο. Μία τέλεια εικονογράφηση της ψυχαναλυτικής διαδικασίας, μεταφερόμενη ιδανικά στην μεγάλη οθόνη.

Σ' ένα πολυτελές ξενοδοχείο στην εξοχή, ένας άντρας (Χ) χρησιμοποιεί όλα τα θεμιτά μέσα για να πείσει μια παντρεμένη γυναίκα (Α) να φύγει μαζί του. Η γυναίκα μόλις και μετά βίας μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη της την ερωτική ιστορία που είχαν - ή μήπως δεν είχαν - τον προηγούμενο χρόνο στο Μαρίενμπαντ.

Ο σύζυγος ή συνοδός (Μ), παραμένει σταθερά και διακριτικά στο πλευρό της, ρωτώντας κάθε λίγο για την υγεία της, αδιαφορώντας για τα αισθήματά της. Δυσοίωνοι οργανικοί ήχοι επαναλαμβάνονται καθώς το προοπτικό πεδίο της κάμερας ανιχνεύει ανάμεσα στους απέραντους διαδρόμους, ενός μπαρόκ ξενοδοχείου.

Σκορπισμένα πλήθη με βραδινές ενδυμασίες, εγκαταλειμμένα μέσα σ' έναν αντίλαλο. Ο άντρας προσπαθεί να πείσει την καχυποψία της γυναίκας, ότι έχουν ξαναβρεθεί εδώ ή μήπως όχι. Η μνήμη ξεγλιστρά, η αμφισημία προτίθεται να υποτάξει τον φιλμικό χώρο. Ο άντρας της γυναίκας - ή μήπως είναι κάτι άλλο; - γυροφέρνει με ένα πένθιμο ύφος, ενώ παίζει ένα περίεργο παιχνίδι κρουστών στις γωνίες των χώρων.

Ο Χ επαναλαμβάνει συνεχώς σαν σύνθημα τη λέξη «πέρυσι», μαζί με κάθε συνάντηση του με τη γυναίκα, που κάθε φορά λαμβάνει χώρα σε διαφορετική τοποθεσία, μέσα σε διαφορετικά κουστούμια. Πλάνο το πλάνο, καρέ το καρέ, η απορία παραμένει μετέωρη και το μυστήριο φαίνεται άλυτο. Αλήθεια η περυσινή τους επαφή υφίσταται κι αν ναι, ήταν επιφανειακό ή κάτι πολύ περισσότερο;

Το θρυλικό φιλμ του Αλέν Ρενέ «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ», γυρισμένο στις αρχές του κινήματος της Νουβέλ Βαγκ, μας μεταφέρει σ' ένα δυστοπικό σύμπαν όπου οι ήρωες μας, Χ και Α, αποτελούν τις μεταβαλλόμενες σταθερές μιας διαφορικής, κινηματογραφικής εξίσωσης. Μίας εξίσωσης, όπου το καλό και το κακό, η εξαπάτηση και η αλήθεια παίζουν κρυφτό πίσω από την αυλαία των θαυμάτων του σπουδαίου Ρενέ.

Το φιλμ είναι προϊόν της σπουδαίας συνεργασίας του σκηνοθέτη μ' έναν από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του νέου μυθιστορήματος, τον Αλέν-Ρομπ Γκριγιέ. Ενώ στο καστ, συναντάμε τους ηθοποιούς:Ντελφίν Σιρίγκ, Τζιόρτζιο Αλμπερτάτζι, Σασά Πιτέφ κ.α.

«Αγαπώντας, Πίνοντας και Τραγουδώντας» (Aimer, Boire et Chanter / Life of Riley)

Παραγωγή: Γαλλία / 2014 / Έγχρωμη, 108 λεπτά

Στην εξοχή του Γιορκσάιρ η ζωή τριών ζευγαριών αναστατώνεται για λίγους μήνες, λόγω της αινιγματικής συμπεριφοράς του κοινού τους φίλου Τζωρτζ Ράιλι. Ο Δρ. Κόλιν (Ιπολίτ Ζιραρντό - Hippolyte Girardot) αναφέρει κατά λάθος στη γυναίκα του Κάθριν (Σαμπίν Αζεμά - Sabine Azéma), ότι ο ασθενής του Τζορτζ Ράιλι, έχει μονάχα λίγους μήνες ζωής. Όμως δεν γνωρίζει ότι ο Τζορτζ ήταν η πρώτη της αγάπη.

Το ζευγάρι θεωρεί καλή ιδέα να πείσουν τον Τζορτζ να συμμετάσχει στο έργο που ανεβάζουν με την ερασιτεχνική τοπική θεατρική τους ομάδα. Κάτι τέτοιο όμως συνεπάγεται έναν ρόλο που περιλαμβάνει ερωτικές σκηνές με την Ταμάρα (Καρολίν Σιλόλ - Caroline Sihol), σύζυγο του Τζακ (Μισέλ Βιγερμόζ - Michel Vuillermoz), κολλητού φίλου του Κόλιν και πλούσιου επιχειρηματία, αλλά κάπως άστατου συζύγου.

Από την μεριά του, ο Τζακ προσπαθεί να πείσει τη Μόνικα (Σαντρίν Κιμπερλέν - Sandrine Kiberlain), γυναίκα του Τζορτζ που πλέον όμως τον έχει εγκαταλείψει για έναν αγρότη, τον Σιμεόν (Αντρέ Ντισολιέ - André Dussollier), να επιστρέψει στον άνδρα της για να τον υποστηρίξει, τους τελευταίους μήνες της ζωής του.

Αυτοί είναι οι έξι βασικοί χαρακτήρες της ιστορίας μας και κάπως έτσι ο Τζορτζ - που δεν εμφανίζεται ποτέ στο κοινό -  ασκεί μια παράδοξη γοητεία στις τρεις γυναίκες της παρέας, γεγονός που δεν περνά απαρατήρητο από τους συζύγους τους... Εν τέλει ο Τζορτζ Ράιλι ετοιμάζεται για τις διακοπές του στην Τενερίφη, αλλά ποια τελικά από τις τρεις γυναίκες της ιδιόμορφης αυτής συντροφιάς, θα τον συνοδεύσει;

Αγέραστος και αεικίνητος ο Αλέν Ρενέ, συνεχίζει να μας χαρίζει απλόχερα τις κινηματογραφικές του δημιουργίες, μένοντας πάντα σταθερός στις αρχές και στα ιδανικά του.Η τελευταία του δημιουργία, το φιλμ «Να Αγαπάς, να Πίνεις και να Τραγουδάς», βραβεύτηκε στο 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, με το Βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών (FIPRESCI), για την καλύτερη ταινία του διαγωνιστικού τμήματος του Φεστιβάλ.

Η ταινία πραγματοποίησε την πρεμιέρα της στη χώρα μας, στο πλαίσιο του 20ού Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας, όπου και είχαμε την ευκαιρία να την απολαύσουμε, ενώ μετά από μερικούς μήνες έλαβε διανομή και για τις Κινηματογραφικές Αίθουσες.

Η ταινία «Να Αγαπάς, να Πίνεις και να Τραγουδάς»,αποτελεί μεταφορά του θεατρικού έργου «Η ζωή του Ράιλι» του Βρετανού συγγραφέα Άλαν Έϊκμπερν (Alan Ayckbourn). Το σενάριο εξελίσσεται γύρω από τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη τριών φιλικών ζευγαριών, με τους άντρες να ανακαλύπτουν πως οι γυναίκες τους είχαν σχέση μ' έναν φίλο τους. Αυτή είναι και η τρίτη κινηματογραφική μεταφορά θεατρικού έργου του Άλαν Έικμπορν, από τον Αλέν Ρενέ. Είχαν προηγηθεί το «Smoking/No Smoking» του 1993 και το «Coeurs» (Private Fears in Public Places) του 2006.

Παράλληλα η χρήση κόμικς, του Γάλλου καλλιτέχνη Blutch και θεατρικών σκηνικών, του Jacques Saulnier συντελούν σ' ένα παιχνίδι μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Όπως είχε πει και ο ίδιος ο Ρενέ χαρακτηριστικά: «Αυτό που ονειρεύομαι είναι το εξής: ο θεατής μέσα στην αίθουσα να πει «εντάξει έχει γυριστεί θεατρικά» και ξαφνικά να αλλάζει γνώμη «ναι αλλά στο θέατρο δεν μπορείς να το κάνεις αυτό». Και κάπως έτσι να πηγαίνει διαρκώς από το θέατρο στο φιλμ και αντίστροφα ενώ ορισμένες φορές να πέφτει πάνω στα κόμικς του Blutch... Αυτό που θέλω να πετύχω καταργώντας τα όρια ανάμεσα στο σινεμά και το θέατρο είναι να καταλήξω ολοκληρωτικά ελεύθερος. Το λέω για κάθε ταινία μου: αυτό που με ενδιαφέρει είναι η φόρμα κι αν δεν υπάρχει φόρμα δεν υπάρχει συναίσθημα.»

Ένας πραγματικός δάσκαλος της τέχνης του σινεμά, ο Αλέν Ρενέ, συνέδεσε τον όνομά του με το κινηματογραφικό ρεύμα του "Νέου Κύματος" (Nouvelle Vague) και μας χάρισε ανεξίτηλα στον χρόνο φιλμ, όπως το "Χιροσίμα Αγάπη μου" (1959) και το "Πέρυσι στο Μάριενμπαντ" (1961). Αγέραστος και αεικίνητος ο Αλέν Ρενέ, συνέχιζε για πολλά χρόνια να μας προσφέρει απλόχερα τις κινηματογραφικές του δημιουργίες, μένοντας πάντα σταθερός στις αρχές και στα ιδανικά του.Υπηρέτησε τον κινηματογράφο για πάνω από έξι δεκαετίες, καταθέτοντας διαχρονικά αριστουργήματα και έφυγε σε ηλικία 92 ετών.

Ο Αλέν Ρενέ, ανήκει στους ελάχιστους εκείνους δημιουργούς, που μας έμαθαν πως να βλέπουμε σινεμά, χωρίς να μένουμε μόνο στο πρώτο εκείνο λάγνο επίπεδο της εικόνας, αλλά εντρυφώντας βαθύτερα. Η τελευταία του δημιουργία «Να Αγαπάς, να Πίνεις και να Τραγουδάς», μπορεί να μην φθάνει στο επίπεδο παλαιότερων ταινιών του καλλιτέχνη, αποτελεί όμως ένα αξιοπρεπές έργο, ενός σκηνοθέτη που έγραψε τη δική του σημαντική ιστορία στον χώρο του Σινεμά. Και είναι σκηνοθέτες όπως ο Ρενέ, για τους οποίους αξίζει πραγματικά ο Κινηματογράφος να λογίζεται ως η Έβδομη Τέχνη...

Διυλίζοντας την συμφωνία, καταπίνοντας το πραξικόπημα.

Γράφει ο Στέλιος Κούλογλου

Ήταν σίγουρα προς όφελος της δημοκρατίας ότι τα ελληνικά ΜΜΕ, τα πολιτικά κόμματα και ο ΣΥΡΙΖΑ συζήτησαν για τα υπέρ και τα κατά της τετράμηνης εκεχειρίας, που έκλεισε πρόσφατα η κυβέρνηση με τους δανειστές. Μήπως όμως ήρθε η στιγμή να συζητήσουμε για το πραξικόπημα;

Από απειλές μέχρι ανοικτούς εκβιασμούς, οι πρόσφατες δηλώσεις Σόιμπλε δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πιθανότατα της σύγχρονης διπλωματίας: ακόμη και ο Χένρι Κίσινγκερ τις δεκαετίες 60-70, την εποχή της αμερικανικής παντοδυναμίας, φρόντιζε να ωραιοποιεί την πολιτική του με φιοριτούρες για την δυτικού τύπου δημοκρατία. Εδώ έχουμε έναν υπουργό Οικονομικών που όταν δεν κατηγορεί δημοσίως την ελληνική κυβέρνηση για ανευθυνότητα ή  ειρωνεύεται τον Έλληνα συνάδελφο του, φτάνει να δηλώνει ότι  «αν δεν κάνει την πρώτη αποπληρωμή(των δόσεων) έγκαιρα, τότε θα πρόκειται για το λεγόμενο πιστωτικό γεγονός, και δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση του (του Γιάννη Βαρουφάκη) και να φέρω την ευθύνη για όσα θα συνέβαιναν σε αυτή την περίπτωση στην Ελλάδα».

Είμαστε σε ιστορική καμπή.  Όπως και το 2010, το φόβητρο είναι η χρεοκοπία και η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι και το γεγονός ότι όχι μόνο τα ίδια μέσα αλλά και οι ίδιοι άνθρωποι χρησιμοποιούνται στο εκβιασμό, όπως άλλωστε συμβαίνει τις μαφίες που σέβονται τον εαυτό τους. Όπως το 2015 με το «ΟΧΙ», έτσι και το  2010 η ναυαρχίδα των επιθέσεων ήταν η κίτρινη Bild και ο αναπληρωτής διευθυντής της Nikolaus Blome, που έγραφε τότε: «Αποχωρήστε, Έλληνες ...Μετά τα πρώτα δισεκατομμύρια, θα χρειαστούν κι άλλα. Αυτό δεν μπορεί να γίνεται συνέχεια». Το 2011 η Bild κέρδισε το Βραβείο Γαϊδουράγκαθου για την ανθελληνική  της εκστρατεία. Το ατιμωτικό για κάθε δημοσιογράφο βραβείο παρέλαβε ο ίδιος ο Blome, υπερασπιζόμενος τις προτάσεις της Bild να πουλήσει η Ελλάδα τα νησιά της  και υπερηφανευόμενος ότι είναι η εφημερίδα του που επηρεάζει την Μέρκελ.

Την προηγούμενη εβδομάδα, λοιπόν, δημοσιεύθηκε στο Spiegel ένα άρθρο για την «βασανιστική σχέση μεταξύ Βαρουφάκη και Σόιμπλε». Όπως συμβαίνει συχνά τελευταία με το γερμανικό περιοδικό, το άρθρο περιέχει, προφανώς κατασκευασμένες, ανακρίβειες. Για να δείξει ότι, παραδείγματος χάριν, τον Σόιμπλε δεν τον πειράζει το ντύσιμο του Βαρουφάκη, γράφει ότι ο Γερμανός υπουργός δεν είχε κανένα πρόβλημα όταν ο υπουργός Οικονομικών της Σουηδίας ερχόταν «στις συνεδριάσεις του eurogroup με τα μαλλιά του πιασμένα κοτσίδα». Λεπτομέρεια: η Σουηδία δεν είναι μέλος της ευρωζώνης για να παίρνει μέρος στις συνεδριάσεις του eurogroup.

Το άρθρο παρουσιάζει τον Σόιμπλε σαν τον Σίσυφο που είναι λυπημένος γιατί η Ελλάδα μάλλον δεν θα τα καταφέρει και θα φύγει από το ευρώ. Ο μύθος του Σισύφου δεν εξηγείται, αλλά αυτό έχει... την εξήγηση του: ένας από τους τρεις συντάκτες του άρθρου είναι ο Nikolaus Blome, που με το βραβείο του γαϊδουράγκαθου στο λαιμό του πήρε μεταγραφή από την κίτρινη Bild στο σοβαροφανές Spiegel!

To ενδιαφέρον στο άρθρο είναι ότι εξηγεί τις αιτίες της αντιπάθειας του Σόιμπλε για τον Bαρουφάκη: επαναλαμβάνει ότι ο τελευταίος προσπάθησε να απομονώσει την Γερμανία, κάτι που δεν επιτρεπόταν ποτέ να συμβεί, από την στιγμή μάλιστα που ο Σίσυφος (καλύτερα ο θεός της λιτότητας) Σόιμπλε έχει εφαρμόσει την σωστή πολιτική. Όπως έχει από πολλές πλευρές διαπιστωθεί, η αιτία για την άτεγκτη στάση του Βερολίνου απέναντι στην Αθήνα δεν είναι οικονομική αλλά πολιτική: αν το 1973 η κυβέρνηση του Αλιέντε στη Χιλή απειλούσε να παρασύρει όλη την Λατινική Αμερική προς τα αριστερά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ απειλεί να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων στην Ευρώπη του 2015. Και για αυτό πρέπει να ανατραπεί με όλα τα μέσα.

Το ερώτημα είναι πως μπορούμε να αντιδράσουμε στο πρώτο μεταμοντέρνο πραξικόπημα της ιστορίας, στο οποίο δεν χρησιμοποιούνται τανκς αλλά οικονομικά μέσα.

Πρώτον, αφού έγινε εξαντλητική (κυριολεκτικά) ενημέρωση και ζύμωση για την συμφωνία, πρέπει να ενημερωθεί η ελληνική κοινή γνώμη για το σχέδιο ανατροπής της κυβέρνησης. Και να κινητοποιηθεί για να υπερασπίσει την εθνική κυριαρχία, όχι για να πάρει κανένα ψηφουλάκι ή την ρεβάνς, όπως το θλιβερό ΚΚΕ.

Δεύτερο, αφού οι Έλληνες δηλώνουν ότι αισθάνονται υπερήφανοι και θέλουν να βοηθήσουν, να γίνει έκκληση στον πατριωτισμό τους: να επαναφέρουν τις καταθέσεις τους στην Ελλάδα και τις τράπεζες.

Τρίτον, ανάλογες προσπάθειες θα πρέπει να κάνουν οι Έλληνες του εξωτερικού-και ιδιαίτερα της Γερμανίας- πληροφορώντας την κοινή γνώμη για την πραγματικότητα, την οποία δεν γνωρίζουν ούτε οι περισσότεροι Γερμανοί.

Tέταρτον, θα πρέπει να διαβάσουμε και αυτά που έγραψε ο Γερμανός δημοσιογράφος Thorsten Denkler στη σοβαρή Süddeutsche Zeitung, στο άρθρο του με τίτλο «τα καμώματα ενός ανίσχυρου». Ο ανίσχυρος είναι λοιπόν ο Σόιμπλε γιατί «η μη συνέχιση της «βοήθειας» δεν είναι καμία επιλογή για το γερμανικό τραπεζικό σύστημα, για  λόγους αυτοπροστασίας. Για αυτό δε θα πρέπει καθόλου να περνά από το κεφάλι των Γερμανών πολιτικών ιθυνόντων η ιδέα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να κάνει στάση πληρωμών. Είναι ζήτημα αυτοπροστασίας για τη γερμανική ελίτ». Δεν χρειάζεται να πάρουμε κατά γράμμα τον αρθρογράφο, αλλά στη μάχη για να μην περάσει ο ωμός εκβιασμός, θα πρέπει να τον πάρουμε στα σοβαρά.

Πηγή: tvxs

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0