ενημέρωση 1:29, 17 August, 2026

Η Ανθούλα και η Άννα

O Γιάνης Βαρουφάκης μιλά για τα δύο πρόσωπα της «μεταρρυθμιζόμενης» Ελλάδας

Γράφει ο Γιάννης Βαρουφάκης

Κοινός τόπος ήταν ανέκαθεν για όλους μας η ανάγκη να αφεθούν οι άνθρωποι που πονάνε τον τόπο να δημιουργήσουν, να δουλέψουν, να απελευθερωθούν από τους φαύλους, τους οχαδερφιστές, τους τεμπέληδες που δεν τους αφήνουν να χτίσουν κάτι καλό καγαθό, μπας και «χαλάσει η πιάτσα». Ιδίως στον δημόσιο τομέα, όπου η αδράνεια και η μίζερη διαφθορά καλά κρατούσαν.

Όλοι μας θέλαμε να πιστέψουμε ότι η κρίση θα δημιουργούσε, τουλάχιστον, συνθήκες απελευθέρωσης εκείνων που ήθελαν και μπορούσαν να υπηρετήσουν το «κοινό καλό». Ότι αν ήταν κάποιοι να εκδιωχθούν από το Δημόσιο, αυτοί θα ήταν τα παράσιτα, οι κηφήνες, όσοι κρατούν πίσω τους αποτελεσματικούς, τους δουλευταράδες. Πού, όμως, τέτοια τύχη...  

Η Ανθούλα

Όταν το 2000 επέστρεψα στην Ελλάδα και άρχισα να διδάσκω στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πολύ σύντομα καταπιάστηκα με τη δημιουργία ενός νέου διδακτορικού προγράμματος στις Οικονομικές Επιστήμες. Στο κτίριο όπου στεγαζόταν το εν λόγω πρόγραμμα προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε, εντός του ασφυκτικού πλαισίου του Δημοσίου, νέα «ήθη» δουλειάς, μακριά από τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Οι διδακτορικοί φοιτητές παρακολουθούσαν καθημερινά πολλές ώρες μαθημάτων (ανήκουστο έως τότε), εμείς οι καθηγητές τούς διδάσκαμε πολλές επιπλέον (των συμβατικών μας υποχρεώσεων) ώρες, χωρίς ούτε ένα ευρώ παραπάνω, συχνά μέχρι τις 9 μ.μ. Ξένοι καθηγητές έρχονταν να συνεισφέρουν με ελάχιστα χρήματα μόνο και μόνο επειδή συνέπασχαν μ' εμάς.  

Δεν χρειάζονται πολλά λόγια, αγαπητέ αναγνώστη. Μπορείς να φανταστείς τι θα σου μεταφέρω. Ναι, πράγματι, η Ανθούλα ήταν στους υπαλλήλους που μπήκαν στην περιβόητη διαθεσιμότητα. Την έστειλαν σπίτι της με μειωμένο μισθό και την προοπτική της απόλυσης κάποια στιγμή στο μέλλον.

Στο πλαίσιο εκείνης της ακαδημαϊκής κοινότητας που χτίζαμε το πιο δύσκολο ήταν να καταφέρουμε να έχουμε τη συνδρομή του υπαλληλικού προσωπικού, που είχε συνηθίσει στο γνωστό ωράριο 8 π.μ.-1:30 μ.μ. Η Ανθούλα, η καθαρίστρια, ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους που θέλησε να βοηθήσει την προσπάθειά μας. Συμφώνησε να ξεκινά τη βάρδιά της λίγο πιο αργά, αλλά να μένει στο κτίριο μέχρι τις 9 μ.μ., ως καθαρίστρια, φύλακας και αρωγός της κάθε προσπάθειας ή οποιουδήποτε προβλήματος προέκυπτε. Χωρίς ούτε ένα ευρώ υπερωρίας.

Μετά από πολλά χρόνια που δούλευε με σύμβαση έργου, ήρθε η ώρα της μονιμοποίησής της από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνάδελφοί μου εξέφρασαν τον φόβο τους ότι τώρα που θα γινόταν μόνιμη, «θα δεις που δεν θα έρχεται τα βράδια και θα το γυρίσει στο δημοσιοϋπαλληλίκι». Η Ανθούλα, όμως, τους διέψευσε. Αν μη τι άλλο, η μονιμοποίησή της τής έδωσε φτερά και την έκανε να νιώθει ακόμα μεγαλύτερη υπερηφάνεια για τη συνεισφορά της στα μεταπτυχιακά μας προγράμματα. Βράδια, καμιά φορά και Σάββατα, η Ανθούλα ήταν εκεί να υποδέχεται φοιτητές και καθηγητές, να ανοίγει και να κλειδώνει τις αίθουσες, να φροντίζει να είναι καθαρές οι τουαλέτες, ακόμα και να βάζει μπροστά τους προβολείς όταν υπήρχε κάποια ομιλία ή σεμινάριο.

Όταν ήρθε η κρίση και μειώθηκαν όλοι οι μισθοί, ο πενιχρός μισθός της Ανθούλας μειώθηκε ακριβώς το ίδιο όσο και άλλων υπαλλήλων που πήγαιναν στα σπίτια τους στις 1.30 μ.μ. Αυτό δεν πτόησε την Ανθούλα. Παρά το γεγονός ότι πλέον τα έβγαζε πολύ δύσκολα πέρα, συνέχισε να προσφέρει στο Τμήμα, στο πρόγραμμα, στους φοιτητές και στους συναδέλφους μου σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Και τότε ήρθε η διαθεσιμότητα!

Δεν χρειάζονται πολλά λόγια, αγαπητέ αναγνώστη. Μπορείς να φανταστείς τι θα σου μεταφέρω. Ναι, πράγματι, η Ανθούλα ήταν στους υπαλλήλους που μπήκαν στην περιβόητη διαθεσιμότητα.Την έστειλαν σπίτι της με μειωμένο μισθό και την προοπτική της απόλυσης κάποια στιγμή στο μέλλον. Όμως, η Ανθούλα δεν κάθεται σπίτι της. Παρά την «ασέλγεια» του ελληνικού Δημοσίου απέναντι σε αυτό τον άνθρωπο, εξακολουθεί να πηγαίνει κάθε μέρα στη Σχολή και να βοηθά σαν να μην είναι σε διαθεσιμότητα, με μισθό που δεν της φτάνει ούτε για το νοίκι και υπό την απειλή της απόλυσης.

«Δεν μπορώ να αφήσω το Τμήμα έτσι, χωρίς κανέναν να προσέχει το κτίριο, τα παιδιά, τους καθηγητές» μου είπε μόλις πριν από λίγο στο τηλέφωνο όταν την πήρα (από την Αμερική όπου βρίσκομαι) να μάθω νέα της.  

Η Άννα Καφέτση έγινε η πρώτη διευθύντρια του ΕΜΣΤ, χωρίς κτίριο, κονδύλια ή συλλογή, αλλά με τεράστια αποθέματα αποφασιστικότητας, ενέργειας, γνώσης για τα περί σύγχρονης τέχνης και αγάπης ώστε να υπάρξει ένα «στίγμα» της ελληνικής «ματιάς» στον παγκόσμιο χάρτη της σύγχρονης τέχνης...

Η Άννα

Την Άννα Καφέτση δεν τη γνωρίζω ιδιαίτερα καλά. Τη γνωρίζω αρκετά για να έχω προσωπική εμπειρία του «καημού» της να δημιουργηθεί ένα πραγματικό, διεθνούς βεληνεκούς μουσείο σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα. Η Άννα, σε ανύποπτο χρόνο, από τα τέλη της δεκαετίας του '90, έβαλε λυτούς και δεμένους, χρησιμοποίησε ό,τι γνωριμίες είχε, για να ιδρύσει, έστω και στα χαρτιά, το ΕΜΣΤ (το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης) – του οποίου έγινε η πρώτη διευθύντρια, χωρίς κτίριο, κονδύλια ή συλλογή, αλλά με τεράστια αποθέματα αποφασιστικότητας, ενέργειας, γνώσης για τα περί σύγχρονης τέχνης και αγάπης ώστε να υπάρξει ένα «στίγμα» της ελληνικής «ματιάς» στον παγκόσμιο χάρτη της σύγχρονης τέχνης.  

Όμως η άρνηση της «εξουσίας» να αφήσει την Άννα να ανοίξει το μουσείο που εκείνη δημιούργησε από το τίποτα, παράλληλα με τον κυνισμό με τον οποίο έθεσε σε διαθεσιμότητα την Ανθούλα, καταδεικνύει το ποιόν των μεταρρυθμίσεων για τις οποίες το πολιτικό κατεστημένο μάς ζητά να είμαστε... περήφανοι.

Το θέμα, όπως έλεγε, δεν ήταν ότι στην Ελλάδα δεν γίνονταν ενδιαφέρουσες εκθέσεις σύγχρονης τέχνης. Γινόντουσαν. Το θέμα ήταν να υπάρξει το ΕΜΣΤ για να δημιουργήσει νέο κοινό μέσα από οργανωμένο σχέδιο που θα υλοποιούνταν από έκθεση σε έκθεση, και με ένα κτίριο-μαγνήτη για τους νέους, κυρίως, ανθρώπους που χρειάζονται ένα σημείο αναφοράς (όπως το Μέγαρο για την κλασική μουσική ή, παλαιότερα, το Ρόδον για τη ροκ). Γι' αυτόν το λόγο, η Άννα άρχισε να δημιουργεί δημόσια συλλογή από το πουθενά, με λιγοστά χρήματα (του υπουργείου Πολιτισμού και χορηγών) και πολλή πίεση σε καλλιτέχνες να δημιουργούν ή να δωρίζουν στη συλλογή έργα κάτω του κόστους. Όσο για τον χώρο, εντελώς πραξικοπηματικά «κατέλαβε» το ισόγειο του υπό κατάρρευση ΦΙΞ και επέβαλε στην κυβέρνηση Σημίτη να αποδεχτεί την απαίτησή της να δοθεί ο χώρος, ανακαινισμένος, στο ΕΜΣΤ. Κι όταν συνέβη αυτό, με πολλές γκρίνιες από τους κυβερνώντες, και χρειάστηκε να μεταφερθεί η συλλογή από το ισόγειο του ΦΙΞ για να αρχίσει η ανακατασκευή του κτιρίου, η Άννα παρακάλεσε, απείλησε, διαπραγματεύτηκε την προσωρινή στέγαση των εκθέσεων πρώτα στο Μέγαρο και κατόπιν στο Ωδείο. Παράλληλα, πάλευε με νύχια και με δόντια να βρεθούν τα χρήματα από τις Βρυξέλλες για την ολοκλήρωση του ΦΙΞ και, την ίδια στιγμή, να βρεθούν χρήματα ιδιωτών ώστε να συνεχίζονται οι εκθέσεις, να προσληφθεί προσωπικό κ.λπ.

Ο αγώνας της να τελειώσει επιτέλους το ΕΜΣΤ και να γίνει μέρος της πόλης μας έγινε ακόμα πιο άνισος και σκληρός μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2010. Με την ελληνική κοινωνία να καταρρέει υπό το βάρος της γενικευμένης μιζέριας, ο αγώνας της Άννας να ανοίξει το μουσείο γινόταν όλο και πιο μοναχικός. Παρ' όλα αυτά, υπό τις συνεχείς της πιέσεις και την εξασφάλιση πόρων από την Ε.Ε. και ιδιώτες, το μουσείο τελείωσε και ήταν έτοιμο να ανοίξει. Όμως δεν άνοιξε. Και δεν άνοιξε γιατί «κάποιοι» αποφάσισαν ότι η Άννα πρέπει να εκδιωχθεί από τη διεύθυνση του θεσμού, του μουσείου, που ήταν το έργο ζωής της, ώστε στα εγκαίνια να κόψουν «άλλοι» την κορδέλα. Κι έτσι, η συγκυβέρνηση, με μια ακολουθία υπουργικών αποφάσεων που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα ΦΕΚ, αποκεφάλισε το ΕΜΣΤ κι έστειλε την Άννα στο σπίτι της. Ούτε ο υπουργός Πολιτισμού ούτε η υφυπουργός του τόλμησαν να παρουσιαστούν στη Βουλή για να υποστηρίξουν αυτήν τη βάναυση κίνηση.

Ουδείς, βέβαια, αναντικατάστατος. Όμως η άρνηση της «εξουσίας» να αφήσει την Άννα να ανοίξει το μουσείο που εκείνη δημιούργησε από το τίποτα, παράλληλα με τον κυνισμό με τον οποίο έθεσε σε διαθεσιμότητα την Ανθούλα, καταδεικνύει το ποιόν των μεταρρυθμίσεων για τις οποίες το πολιτικό κατεστημένο μάς ζητά να είμαστε... περήφανοι.

Πηγή: lifo

Ο Γιώργος Θωμάκος, απάντησε τραγουδώντας την «Άπονη Ζωή»

Με μια σειρά από προσεκτικά επιλεγμένα τραγούδια, ο Δήμαρχος κατά τη διάρκεια της χθεσινής του, καθιερωμένης πλέον υποβολής μηνύσεων, στο Αστυνομικό τμήμα, θέλησε να στείλει ένα δραματικό μήνυμα προς τους πολίτες της Κηφισιάς μας

Στιγμές γεμάτες ένταση και συγκίνηση έζησαν όσοι παρακολούθησαν τον Γιώργο Θωμάκο να απευθύνεται στους πολίτες της Κηφισιάς, χρησιμοποιώντας ένα ρεπερτόριο, πλούσιο σε πόνο και καημό, για τις αδικίες της ζωής.

Εγκαταλείποντας εντελώς τη γραμμή «αγαπημένος των Nird», ή «ο τζιτζιφιόγκος» που ακολουθούσε μέχρι τώρα, ο Δήμαρχος Γ. Θωμάκος υιοθέτησε την επικοινωνιακή τακτική «Λεβεντόπαιδο Αρίστο», όπως την ονόμασαν οι στενοί του συνεργάτες.

Μιλώντας με υπόκρουση τον ήχο ενός μπουζουκιού που έκλαιγε, ο Γιώργος Θωμάκος, απευθύνθηκε στους ανάλγητους που κάνουν τις αξιολογήσεις, θυμίζοντάς τους ότι είναι άλλο να συμφωνείς και να ψηφίζεις έναν κανονισμό προκειμένου να πάρεις τη Δημαρχία και, άλλο να απαιτούν κάποιοι να τον εφαρμόσεις κιόλας.

«Εμείς εδώ εφαρμόζουμε μόνο τους νόμους που δεν θίγουν τα δικά μας παιδιά», τόνισε με συγκίνηση κάτω από τους ήχους μιας πενιάς. Και συνέχισε: «Κάναμε ότι μπορούσαμε. Μέχρι και τον Χρ. Καλό και τον Βαγγέλη Αυλίτη θα στέλναμε στις μηνύσεις για να δείξουμε πόσο στα σοβαρά παίρνουμε την προσπάθειά μας να τους πουλήσουμε φίδια!

«Δεν έχουν δικαίωμα να μας φέρονται έτσι, επειδή καταθέσαμε καμιά διακοσαριά ψευτομηνύσεις! Αυτό δείχνει απονιά, και θυμίζει τους σκληρούς εφοπλιστές Ρίχτερ, στην ταινία όπου ο Κούρκουλος φωνάζει “όχι άλλο κάρβουνο"», κατέληξε.

Ο Δήμαρχος Γ. Θωμάκος, ολοκλήρωσε την ομιλία του με ένα ποτ-πουρί γνωστών τραγουδιών, όπως «Το μερτικό μου απ’ τη χαρά» (αφιερωμένο στον Γ. Γρηγοράκο), το «Παρ' το γεράνι μας – παρ' το στεφάνι μας» (αφιερωμένο στον Χρ. Καλό) και το «Φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι» (αφιερωμένο στους πολίτες  της Κηφισιάς) που βλέπουν τη παράταξη που ψήφισε για Διοίκηση στην Κηφισιά να είναι ίδια και απαράκλητη από την Διοίκηση Χιωτάκη-Βάρσου.

Ιδιαίτερα επικριτικός ήταν εναντίον του πρώην Δημάρχου Ν. Χιωτάκη λέγοντας ότι όλες τις ώρες την ημέρας καταθέτουμε μηνύσεις, για να επανέλθουμε στον δρόμο του Θεού. Εμείς δεν πουλάμε φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο και η φωτογραφία είναι όλο προϊόν φαντασίας με στόχο τη σάτιρα και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μπορείτε να το καταναλώσετε άφοβα

 

O θάνατος του Tύπου

Μην βάζετε στοίχημα ότι πέθανε...oι προφητείες διαψεύδονται

Ο Τύπος εκδικείται , εκεί ακριβώς που εντοπιζόταν η ισχυρότερη αδυναμία του: είναι «μονοδιάστατος» δεν μπορείς να δεις «συνδέσμους» (links) να πας σε μεγαλύτερο βάθος όταν διαβάζεις ένα άρθρο.  

Το “Print isn’t dead” είναι ένα τριμηνιαίο περιοδικό που πρωτοεκδόθηκε τον περασμένο Αύγουστο και μάλιστα με χρήματα που συγκεντρώθηκαν από το κοινό (crowdfunding).  Δεν είναι τυχαίο ότι είχε μεγάλη επιτυχία, ούτε ότι του προσφέρθηκαν αρκετά περισσότερα χρήματα απ’ όσα είχε στόχο να συγκεντρώσει.   Είμαι συνδρομητής του έντυπου Economist εδώ και πολλά χρόνια, παρότι διαβάζω και χρησιμοποιώ συχνά άρθρα από το site του. Η οικογένειά μου «καταπίνει» πάρα πολλή ιντερνετική ενημέρωση , αλλά κάθε μέρα μπαίνει εφημερίδα στο σπίτι. Διαβάζω πολλά βιβλία, δοκίμια κλπ, αλλά ό,τι θέλει μελέτη το πιάνω μόνο σε έντυπη μορφή, παρότι «καταναλώνω» άπειρα κείμενα μέσα από τις τρεις συσκευές μου (υπολογιστή, κινητό,tablet).   Το βίντεο «καλπάζει», η φωτογραφία «απογειώνεται», αλλά η γραφή δεν πάει πίσω. Η ανθρωπότητα γράφει και διαβάζει κείμενα όσο ποτέ, είτε για ευκαιριακή επικοινωνία, είτε για απόλαυση και επαγγελματική καταξίωση.  

Τι «κρύβεται» πίσω από όλα αυτά;  Εκείνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα  είναι τούτο: η έντυπη μορφή ενός Μέσου είναι απόλαυση. Η ανάπτυξη ενός επιτυχημένου site είναι κάτι αρκετά διαφορετικό, κάτι που δείχνει χαρακτηριστικά η LiFO. Κάποιοι θα πουν ότι αυτό είναι η κουλτούρα παλιότερων γενεών. Προσωπικά, θα δεχόμουν αυτήν την πρόκληση για συζήτηση.  

Δεν έχουν επιτύχει πολλά Μέσα αυτό που έχει καταφέρει η LiFO: να εκδίδει ένα υψηλής ποιότητας έντυπο και να αναπτύσσει (περί ανάπτυξης πρόκειται, όχι διατήρησης/συντήρησης) ένα εξαιρετικά δυναμικό site με πολύ πλούσια πληροφορία και αδιάκοπη ενημέρωση.  Η LiFO γιόρτασε τα εννέα της χρόνια, με μια επίδοση σε ένα τομέα που αποτελεί ζητούμενο (και αιτία οικονομικών προβλημάτων) των ισχυρότερων media του κόσμου. Όλα αυτά σε μια περίοδο που κορυφαίες εφημερίδες όπως οι New York Times προχωρούν σε απομάκρυνση ομάδων σημαντικών συντακτών τους.   Έντυπο,  η κρυφή γοητεία...

Ο Τύπος εκδικείται , εκεί ακριβώς που εντοπιζόταν η ισχυρότερη αδυναμία του: είναι «μονοδιάστατος» δεν μπορείς να δεις «συνδέσμους» (links) να πας σε μεγαλύτερο βάθος όταν διαβάζεις ένα άρθρο. Αυτό όμως  αναδεικνύεται πλέον σε αρετή, καθώς η ψηφιακή «κατανάλωση» έχει οδηγήσει σε κορεσμό και διάσπαση προσοχής. Η ανάγνωση ενός εντύπου βοηθά στην εστίαση. Πολύ γνωστά και επιτυχημένα sites προχώρησαν πρόσφατα σε έκδοση περιοδικών.  

Ας μην γελιόμαστε...Η ψηφιακή ενημέρωση είναι αρκετά εκτεταμένη και έχει με το μέρος της τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει συνολικά η αγορά των media, παγκοσμίως, συν τις τεχνικές δυνατότητες και –κυρίως- την  ανάγνωση από το κινητό.   Οι τάσεις δείχνουν ότι ο Τύπος –και γενικότερα η έντυπη ενημέρωση- θα διατηρήσει έναν περιορισμένο χώρο, αλλά δεν θα «πεθάνει». Αντίθετα θα γίνει πιο premium, στον τομέα της αισθητικής, όχι τόσο ως προς το κόστος.  

H γραφή τον 21ο αιώνα, συν το design Το βίντεο «καλπάζει», η φωτογραφία «απογειώνεται», αλλά η γραφή δεν πάει πίσω. Η ανθρωπότητα γράφει και διαβάζει κείμενα όσο ποτέ, είτε για ευκαιριακή επικοινωνία, είτε για απόλαυση και επαγγελματική καταξίωση. Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να γράψουν ικανοποιητικά, έχουν μειωμένες πιθανότητες επαγγελματικής επιτυχίας.  

Ο ψυχολόγος, γλωσσολόγος του Harvard  Steven Pinker σε πρόσφατο, επιτυχημένο βιβλίο του αναφέρεται στην αξία της γραφής τον 21ο αιώνα. Σημειώνει μάλιστα, καθότι του αρέσει και η μαγειρική, ότι ένα καλό κείμενο είναι κάτι σαν ένα γευστικό σουφλέ: βλέπεις το όμορφο, ελκυστικό αποτέλεσμα , χωρίς να γνωρίζεις τι μάχη και τι ακαταστασία προηγήθηκε.   Εκείνοι που γράφουν για λόγους επαγγελματικούς, κάτι που έχει αυξηθεί με την επέλαση του Internet και των Social Networks, μπορούν να ξεφυλλίσουν ένα πρόσφατο βιβλίο με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Everybody writes”.  

Ο Τύπος και τα έντυπα που θα επιβιώσουν ή θα θριαμβεύσουν παρά το ψηφιακό «τσουνάμι», είναι εκείνα που θα διαθέτουν εξαιρετικά κείμενα, σε συνδυασμό με υψηλής ποιότητας εικαστική υποστήριξη (συν ένα δυναμικό site και ισχυρή παρουσία στα Social Networks).   Έχει αυξηθεί η κατανάλωση βιομηχανικού φαγητού, αλλά όπως γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν τις ενδιαφέρουσες τάσεις στη διατροφή, το εκκρεμές κλίνει προς την πλευρά του αυθεντικού, «χειρωνακτικού», γευστικού φαγητού. Σε αυτήν την περίπτωση, όπως και στον Τύπο, οι καταναλωτές βρίσκουν τον τρόπο να «ψηφίσουν» υπέρ του αυθεντικού. Έχει κάποιο κόστος παραπάνω, αλλά η απόλαυση εμπειριών, είναι από τις υψηλότερες αξίες στην σημερινή εποχή.

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Περί ηγεμονικής κουλτούρας, ήθους και συμπεριφοράς

Γράφει η Σώτη Τριαναφύλλου

Παρατηρώ τη στάση των περισσοτέρων Ελλήνων (είναι άραγε αυτό που φαίνεται «πλειοψηφία» ή μήπως πλειοψηφία είναι ό,τι δεν φαίνεται;) μπροστά στα καθημερινά και χρόνια προβλήματά μας. Κυρίως, παρατηρώ τις μορφές συμπεριφοράς που θεωρούνται σωστές και δίκαιες, καθώς και όσες θεωρούνται «απαράδεκτες». Το σίγουρο είναι ότι ο πολιτισμός μας δεν περιλαμβάνει κοινό όραμα, αξίες, κανόνες, σύμβολα – είμαστε διχασμένοι ακόμα και ως προς την ίδια τη γλώσσα, πέρα από τις παραδοχές και τις πεποιθήσεις.

Στην Ελλάδα (και στη Γαλλία, αλλά πουθενά αλλού), ο κύριος κοινωνικός κορμός χαρακτηρίζεται από ερμηνείες, ψυχικές υποθέσεις και συλλογικές αξίες που αντιστοιχούν σ’ ένα πρώην πολιτιστικό περιθώριο. Ό,τι εκτυλίσσεται στο περιθώριο του ευρωπαϊκού πολιτισμού έχει καταλάβει κεντρική θέση στη σημερινή Ελλάδα. Επικρατεί μια κουλτούρα –όχι μόνον στον χώρο του πολιτισμού, αλλά σε όλους τους θεσμούς συμπεριλαμβανομένης της παιδείας, της πολιτικής, των ΜΜΕ– παραδοσιακή και, ταυτοχρόνως, δήθεν ανατρεπτική. Τα αξιακά και πολιτιστικά σκουπίδια εκτίθενται ως επιτεύγματα. Και η «κοινωνική ανατροπή» έχει γίνει το σύνθημα του βαθιά συντηρητικού κοινωνικού κομφορμιστή, του μικροαστού που προκύπτει από μια γραφειοκρατική, αντιπαραγωγική, κοινωνική οργάνωση.

Αντιμετωπίζουμε τον πολιτισμό μας με παραδοσιακό τρόπο, πλην όμως η ιστορική αφήγηση, οι τελετουργίες και τα σύμβολα είναι, θα λέγαμε, «αναθεωρητικά», υποκειμενικά και αντίστοιχα συγκεκριμένων, ανταγωνιστικών ιδεολογιών. Και παρότι η ερμηνεία και η αποτίμηση της ιστορίας μας παρουσιάζει ριζικές διαφορές εφόσον διϋλίζεται από αντίθετες ιδεολογίες, οι Έλληνες έλκονται από τα πολιτικά και πολιτιστικά άκρα με αποτέλεσμα να μοιάζουν μεταξύ τους – να εκδηλώνουν τις ίδιες ψυχικές και συμπεριφορικές ιδιότητες, παρόμοια αισθητική και ήθος.

Πρωταρχική τάση είναι η προσκόλληση είτε σε μια θρησκεία, είτε σε μια ιδεολογία, είτε και στα δύο. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει εκκοσμισκευθεί, υπό την έννοια ότι δεν έχει αποκτήσει την ικανότητα της ορθολογικής αντίληψης του κόσμου: είναι επιρρεπής σε θυματολογία, ηρωολογία, μαρτυρολογία (σύμφωνα με τα θρησκευτικά πρότυπα: σταυρώσεις, αναστάσεις, αγιοποιήσεις κτλ), σε συνωμοσιολογία, σε μεταφυσικές ερμηνείες, σε περιφρόνηση της αστικής κοινωνίας (του νόμου, του πλαισίου κοινωνικής συμπεριφοράς, του εργασιακού ήθους) και σε υπερσυναισθηματική αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η «ανδροκρατική» μας κοινωνία, που παραβάλλει την ανατολίτικη αρρενωπότητα στη θηλυκότητα, έχει υπονομευθεί από εκθήλυνση των πολιτιστικών αξιών: για να το εκφράσω σχηματικά, όπως η αριστερά (η κάποτε διωκόμενη) επικράτησε στο κοινωνικό εποικοδόμημα –πολιτισμό, συνδικαλισμό, γλώσσα– η ελληνική ανδροκρατία υποχώρησε υιοθετώντας τον υπερσυναισθηματισμό που μας διακρίνει. Περάσαμε, τρόπον τινά, από μια νοσηρή κατάσταση σε μια άλλη.

Οι θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες –καινοτομία, σταθερότητα, σεβασμός για τους ανθρώπους, αποδοτικότητα στην εργασία, ομαδικό πνεύμα, πίστη στην πρόοδο– μας διαφεύγουν. Και η ψυχολογία μας, όχι μόνο τα τελευταία χρόνια της κρίσης, χαρακτηρίζεται από αυτοκαταστροφικότητα, υπαρξιακό άγχος, παρανοειδείς ιδέες («μας επιβουλεύονται») και ανάγκη για «άμεση» ψυχαγωγία. Για όλα αυτά δεν ευθύνεται η κρίση, αν και έχει εντείνει τα φαινόμενα.

Αν δούμε τη χώρα μας μέσα από τη θεωρία των συστημάτων –ένα ενδιαφέρον πείραμα– θα εξηγήσουμε πώς αναπτύξαμε τη γραφειοκρατία και όλα τα συμπαρομαρτούντα για τη διατήρηση του status quo: για τους Έλληνες, πρώτιστης σημασίας είναι ασφάλεια του παρελθόντος και του μέλλοντος. Απορρίπτεται οτιδήποτε διαταράσσει το παρελθόν όπως το έχουμε φανταστεί και κατασκευάσει, καθώς και το μέλλον όπως μας βολεύει.

Η κοινωνία μας αποκτά λοιπόν μια (φαντασματική) συνοχή μέσω της απόρριψης των αξιών, όχι μέσω της ανάδειξής τους. Κοινές αξίες δεν φαίνεται να υπάρχουν: υπάρχουν ιδεολογικές αξίες, κομματικές κοσμοαντιλήψεις. Οι Έλληνες τείνουν να βλέπουν τον κόσμο όπως υπαγορεύει το ιδεολογικό τους «στρατόπεδο»: η ηθική των κομμουνιστικών κομμάτων σύμφωνα με την οποία το άτομο υποτάσσεται στην κομματική γραμμή έχει διαποτίσει ολόκληρη την κοινωνία. Επικρατεί οργανωτικό μοντέλο που περιλαμβάνει συναινετική σιωπή και συγκάλυψη για τα αρνητικά ενός ιδεολογικού χώρου, συστήματα ελέγχου εναντίον όποιων διαρρηγνύουν αυτή τη σιωπή (δυσφήμιση, character assassination), διαδικασίες παρακολούθησης, ιεραρχικές σχέσεις, τελετουργίες, ιστορίες και μύθους. Για παράδειγμα, όσα διαδραματίζονται στα ελληνικά πανεπιστήμια από το 1974 αποτελούν μια κουλτούρα μέσα στην ευρύτερη κουλτούρα, τη μικρογραφία μιας κοινωνικής δυστοπίας η οποία περιφράσσεται από τον νόμο περί ασύλου. Στην περίπτωση αυτή, μολονότι δεν πιστεύουμε στους νόμους και τους παραβιάζουμε με το επαναστατικό μας πνεύμα και τη διάθεσή μας για «πολιτική ανυπακοή», έχουμε προσκολληθεί στον νόμο περί ασύλου και τον ερμηνεύουμε στην κυριολεξία του, όχι ως προς το αληθινό του περιεχόμενο.

Αυτή η κοινωνική συγκόλληση είναι ευκαιριακή και εμπεριέχει τον κίνδυνο της ενδόρρηξης: όταν μας ενώνει η διαρκής παρόρμηση για επιδείνωση του κοινωνικού κλίματος –για εκδηλώσεις κοινωνικού μίσους, καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, ανάδειξη ηρώων από τον εγκληματικό πληθυσμό– βρισκόμαστε μπροστά σε μια αυταπάτη αλληλεγγύης και “togetherness”. Οι άνθρωποι που κινητοποιούνται στην κατεύθυνση της κοινωνικής διάλυσης δεν έχουν όραμα συνοχής, ούτε διαθέτουν τα μέσα για να επιτύχουν οποιοδήποτε όραμα: οι Έλληνες έχουν μάθει να ζουν σε περιβάλλον ασθενούς πολιτισμού χωρίς ευθυγράμμιση σε κοινές ηθικές και οργανωτικές αξίες. Όταν ο πολιτισμός είναι ισχυρός, οι άνθρωποι κάνουν αποτελεσματικά πράγματα, επειδή πιστεύουν ότι κάνουν το σωστό: αντιθέτως, όταν οι πολιτισμός είναι ασθενής, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος της αγελαίας σκέψης και πράξης με αποτέλεσμα (και αιτία) να καταδικάζονται σε σιωπή ή ιδιωτικό ψίθυρο όσοι δεν τις υιοθετούν. Ο ασθενής αυτός πολιτισμός έχει χαρακτηριστικά “tribal”: οι Έλληνες χωρίζουν τους άλλους σε «δικούς τους» και σε «εχθρούς τους», με παράλληλο εκφοβισμό της δεύτερης «φυλής» και επιστρατεύοντας τυραννικό ύφος ηθικού πλεονεκτήματος.

Για πολύ καιρό, η επιθυμία για κοινωνική αποδοχή έκανε τους Έλληνες να ψευτο-συμφωνούν ή να σιωπούν μπροστά σε μια απαράδεκτη πραγματικότητα. Με τα χρόνια, αμβλύνθηκε –αν υπήρχε ποτέ – το κριτήριο μεταξύ καλού και κακού, προόδου και αναχρονισμού, ρεαλισμού και ανεδαφικότητας. Όταν διαφωνούμε στην ερμηνεία βασικών εννοιών –τι είναι καλό, τι είναι κακό, τι είναι πρόοδος κτλ– επικρατεί έξαλλος υποκειμενισμός και, φυσικά, διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Όταν η κοινωνική συνοχή δεν αποτελεί κοινή αξία, παύει να υπάρχει. Όταν η εποικοδομητική κουλτούρα δεν αναγνωρίζεται ως αξία αλλά ως επαίσχυντος συμβιβασμός, δεν υπάρχει πνεύμα συνεργασίας, δεν υπάρχει καταμερισμός ρόλων, νόμιμος ανταγωνισμός, πρότυπα αριστείας: υπάρχει μετριότητα κι ό,τι βρίσκεται κάτω από τη μετριότητα.

Πηγή:athensvoice