ενημέρωση 1:43, 16 August, 2026

Το νέο υδρογονοκίνητο Honda FCV Concept προσφέρει αυτονομία 700 χλμ.

Στην Ιαπωνία κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα του το νέο, πρωτοποριακό Honda FCV Concept, το οποίο εξελίχθηκε σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο (που το είδαμε πριν από μερικά χρόνια σε αρκετές εκθέσεις) και διαθέτει νέα εμφάνιση και φυσικά μεγαλύτερα πλεονεκτήματα ως προς την τεχνολογία του που φέρει κάτω από το καπό. Το νέο υδρογονοκίνητο μοντέλο διαθέτει μια συστοιχία των κυψελών καυσίμου που είναι κατά 33% μικρότερη από την προγενέστερη αλλά έχει αυξημένη κατά 60% ισχύ σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο – ήτοι 130 ίπποι! 

Το νέο FVC Concept είναι εξοπλισμένο με ένα ρεζερβουάρ αποθήκευσης υδρογόνου το οποίο όταν φουλάρει, του εξασφαλίζει αυτονομία άνω των 700 χιλιομέτρων. Πάντως, το μεγάλο του πλεονέκτημα σε σχέση πχ με τα ηλεκτρικά είναι ότι η δεξαμενή υδρογόνου μπορεί να γεμίσει σε περίπου τρία λεπτά.

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Η γυμνή βασίλισσα

Το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά «Η γυμνή βασίλισσα - Εργα και ημέρες του οικονομικού λόγου» κυκλοφορεί την 1η Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Η δύναμη της αντίστασης είναι το πολιτιστικό πλεονέκτημα της Δύσης

Στηλιτεύει τον αναποτελεσματικό παραλογισμό του κυρίαρχου πολιτικοοικονομικού λόγου, ο οποίος «φαίνεται να εξελίσσεται σε κυριολεκτικά ολοκληρωτική δοξασία»

Το νέο βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, ομότιμου καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το διατρέχει μια «απορία», μια διερώτηση καλύτερα. «Εις πείσμα της προϊούσας εξαθλίωσης, της έρπουσας ανθρωπιστικής κρίσης και της ραγδαίας ανισοκατανομής του πλούτου και της ευζωίας υπέρ των προνομιούχων, η εμβέλεια του μονοδιάστατου οικονομιστικού παραδείγματος όχι μόνο δεν κλονίστηκε αλλά αντιθέτως ενισχύθηκε», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ίδιος. Το παράδοξο μπορεί να είναι εξωφρενικό αλλά δεν είναι ανεξήγητο και το βιβλίο συνιστά ακριβώς μια προσπάθεια να εξειδικευθεί ο αναποτελεσματικός παραλογισμός του κυρίαρχου πολιτικοοικονομικού λόγου, του λόγου «του κυρίαρχου πλέον παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού», ο οποίος «φαίνεται να εξελίσσεται σε κυριολεκτικά ολοκληρωτική δοξασία». Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς μιλώντας στο «Βήμα» υπογράμμισε ότι δεν υπεισέρχεται σε μια συζήτηση επί των θεωριών ή των πρακτικών της οικονομικής επιστήμης, «δεν είναι η δουλειά μου αυτή, εγώ προσπαθώ να κατανοήσω την επιστημολογική προϋπόθεση που έχει στέψει την οικονομία ως την αναμφισβήτητη και μοναδική θεμελίωση της κοινωνίας» εξήγησε. «Η νέα πολιτική οικονομία που εκλογικεύει την αθλιότητα αντανακλά και την ηθική αθλιότητα του ορθόδοξου πολιτικοοικονομικού λόγου» υπογράμμισε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ο οποίος αρέσκεται να επαναλαμβάνει ότι «η πανούργα, εκδικητική και ενδεχομενική Ιστορία» ελλοχεύει πάντα στη γωνία. «Κανείς άλλωστε δεν μπορεί να μας εμποδίσει να ελπίζουμε ότι η Ιστορία μπορεί να αποδειχθεί πιο πονηρή από εκείνους που νομίζουν πως την ελέγχουν». Ο τίτλος του βιβλίου του «Γυμνή βασίλισσα - Εργα και ημέρες του οικονομικού λόγου» (εκδόσεις Καστανιώτη) είναι προδήλως ειρωνικός και παραπέμπει στην οικονομική επιστήμη που καμώνεται τις τελευταίες δεκαετίες ότι έχει περισσότερη σχέση με τις θετικές παρά με τις κοινωνικές επιστήμες. Για να το πούμε αλλιώς: η βασίλισσα είναι μεν γυμνή, πλην όμως ζήτω η βασίλισσα!

Αντιμετωπίζουμε σήμερα πρωτόγνωρα φαινόμενα, υποστηρίζετε, κύριε Τσουκαλά, στο επίπεδο της πολιτικής και της οικονομίας. Δεν έχει ιστορικό «προηγούμενο» η εν εξελίξει κρίση;

«Η ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν είναι ριζική. Νομίζω ότι ποτέ πριν οι δυνάμεις που κινούν τον κόσμο, οι δυνάμεις οι οποίες διαμορφώνουν από κοινού το ιστορικό "γίγνεσθαι" που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας, δεν εμφανίζονταν τόσο απρόβλεπτες και τόσο ανεξέλεγκτες. Για πρώτη φορά η μεγέθυνση του συνολικού λογιστικού όγκου του κοινωνικού πλούτου συνοδεύεται από την κατολίσθηση του επιπέδου διαβίωσης της πλειονότητας των ανθρώπων: οι πλούσιοι γίνονται συνεχώς πλουσιότεροι, ενώ πληθύνονται συνεχώς εκείνοι που παλεύουν με τα φαντάσματα της στέρησης ή της απόλυτης ανέχειας. Θέλω να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι δεν αναφέρομαι στην Ελλάδα - γιατί αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι και βίαιο και εξόφθαλμο. Αναφέρομαι στον δυτικό, τακτοποιημένο και "ανεπτυγμένο" κόσμο κατά κύριο λόγο. Αναφέρομαι πιο συγκεκριμένα στην εγγενή από ένα ιστορικό σημείο και μετά αισιοδοξία της καπιταλιστικής Δύσης ότι δικαιώνεται και θα δικαιώνεται εσαεί το αγοραίο πείραμα. Ελπίζουμε ακόμη ενάντια στα ίδια τα πράγματα, ενάντια στην ίδια την εμπειρία μας, ότι αυτό το αποτυχημένο νεοφιλελεύθερο οικονομιστικό μοντέλο θα βρει τελικά τις λύσεις. Ε, λοιπόν, δεν θα τις βρει!».

Διαβλέπετε, δηλαδή, μια ημερομηνία λήξεως σε αυτό που συμβαίνει;  

«Προφήτες δεν υπάρχουν. Η βαθιά μου πεποίθηση ωστόσο είναι ότι το σύστημα, ως έχει, έχει φθάσει στα έσχατα ιστορικά του όρια, αυτός είναι και ο κεντρικός άξονας του βιβλίου. Πέρα και ανεξάρτητα από τις άμεσες προεκτάσεις της, η κρίση που διαπερνά τις δυτικές κοινωνίες θέτει σε αμφισβήτηση ολόκληρο το κυρίαρχο σύστημα ιδεών. Υπό την έννοια αυτή η κρίση που βιώνουμε δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι ταυτοχρόνως και ιδεολογική και πολιτική και αξιακή και σημασιολογική και κοσμοθεωρητική και κοσμοϊστορική. Είναι εν τέλει η κρίση ενός πολιτισμού που έχει εθιστεί στην ιδέα μιας συλλογικής προόδου, κοινής για όλους, αλλά και για τον καθένα χωριστά. Ο πολιτισμός αυτός, όμως, δεν υπάρχει πια. 'Η τουλάχιστον παραπαίει κινούμενος με αυτοκτονικές τάσεις. Η Δύση, η οποία μπλέχτηκε με τη θέλησή της στα δόκανα της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης - στην οποία προσχώρησαν ψυχή τε και σώματι οι σοσιαλδημοκράτες -, πρέπει να συνέλθει και να αυτοπροστατευθεί ως γεωπολιτιστικός χώρος από την ξέφραγη παγκοσμιοποίηση, όπου τα πάντα διακινούνται άκριτα και στην οποία θριαμβεύουν μοντέλα τύπου Κίνας, ακραίου καπιταλιστικού παραγωγισμού και πολιτικοκοινωνικού αυταρχισμού».

Εχει ενσκήψει, γράφετε, μια «γενικευμένη ιστορική απαισιοδοξία». Τι εννοείτε με αυτό;

«Εννοώ ότι έχουν αναστραφεί πλέον τόσο οι βιοτικές προοπτικές των ανθρώπων όσο και οι όροι αναπαράστασης της γενικής δυναμικής του ιστορικού "γίγνεσθαι". Εχουμε περάσει, για να το πω πιο απλά, από τη φάση της "ιστορικής αισιοδοξίας" στη φάση της "ιστορικής απαισιοδοξίας". Διαπραγματευόμαστε ένα μέλλον που αρκείται πλέον μόνο στο να μας απειλεί και να μας τρομοκρατεί, οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης είναι διαβρωτικές. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τουλάχιστον στην "ανεπτυγμένη" Δύση όλοι είχαμε εθιστεί στην ιδέα πως κάθε νέα γενιά μπορεί και πρέπει να ζει "καλύτερα" από την προηγούμενη, να ικανοποιεί περισσότερες ανάγκες και να προσβλέπει σε μια συνεχή βελτίωση της μοίρας της. Σήμερα, αντιθέτως, όλα δείχνουν πως η ερχόμενη γενιά θα ζήσει "χειρότερα" από τη δική μας. Αντί να προσβλέπουν στο καλύτερο, οι άνθρωποι άγονται στο να ελπίζουν απλώς ότι θα αποφύγουν το χειρότερο».

Αναφέρεστε, υποθέτω, στην ιδέα της προόδου…

«Σαφώς πρόκειται για μια νεωτερική και κατ' εξοχήν δυτική ιδέα. Αυτή η εσωτερικευμένη, θα έλεγα, ιστορική αισιοδοξία, η αντίληψη δηλαδή ότι η πρόοδός μας είναι νομοτελειακά δεδομένη αν αφήσουμε τα πράγματα να προχωρήσουν κατά τη "φύση" τους, είναι η πεμπτουσία του δόγματος laissez-faire. Είναι η παρωχημένη νεοφιλελεύθερη συνταγή, αυτός ο υπεριστορικός "ορθολογισμός", αυτός ο φετιχοποιημένος "αντικειμενισμός". Αυτή η εσωτερικευμένη πεποίθηση ήταν που επέτρεπε στον οικονομικό λόγο, έστω υπό τας γραμμάς, να υποστηρίζει ότι τα προβλήματά μας λύνονται, ότι η ιστορία έχει βρει τον αγύριστο δρόμο της - εκεί άλλωστε αναφέρονται όλα τα ιδεολογήματα του "τέλους", του τέλους της ιστορίας, της ιδεολογίας, της πολιτικής, των πάντων! Επομένως εμείς, ως άνθρωποι και ως πολίτες, ως συλλογικότητες και ως κράτη, δεν έχουμε τίποτ' άλλο να κάνουμε παρά να διαχειριζόμαστε μια προδιαγεγραμμένη - με τις κρίσεις και τις ανακάμψεις της - ιστορική δυναμική η οποία μας πηγαίνει αναπότρεπτα προς το καλύτερο. Επρόκειτο για μια συλλογική υπνοβασία από την οποία πρέπει γρήγορα να απαλλαγούμε. Το ευρύτερο πρόβλημα είναι ότι, έπειτα από μισό αιώνα συνεχών κοινωνικοπολιτικών διαπραγματεύσεων για τα ανεκτά όρια της αθλιότητας και της αδικίας, η δυναμική της κοινωνίας ταυτίζεται ακόμη με τη μεγιστοποίηση μιας κεφαλαιακής συσσώρευσης δίχως όρια και ανεξάρτητα από τις κοινωνικές της συνέπειες. Αυτές οι τάσεις δεν γίνεται να συνεχιστούν επ' αόριστον κατά τη γνώμη μου, τίθεται, αν θέλετε, και ένα ζήτημα αναπαραγωγής του ίδιου του συστήματος εκτός των άλλων...».

Των δυτικών αξιών, ας πούμε…

«Είναι, νομίζω, προφανές ότι ο δεσπόζων οικονομικός και πολιτικός λόγος - ο αποκαλούμενος νεοφιλελευθερισμός - έχει αποσυνδεθεί από τις ιστορικές του ρίζες και ότι έχει πάρει επεισοδιακό διαζύγιο από τον Διαφωτισμό. Για πρώτη φορά, κάτι που πρέπει να τονίσω, η πρόσληψη της προόδου απαγκιστρώνεται από την ιδέα της κοινωνικής συναίνεσης και αποδεσμεύεται από την ιδέα της δικαιοσύνης. Και της αλληλεγγύης. Ετσι όμως στρεβλώνονται ανεπανόρθωτα οι θεμελιώδεις ιδεολογικές και αξιακές προϋποθέσεις του νεωτερικού "κοινωνικού συμβολαίου"...».

Και ακρωτηριάζεται η δημοκρατία…

«Η δημοκρατία είναι, κατά τη γνώμη μου, το μόνο αναπαλλοτρίωτο κεκτημένο της ανθρώπινης ιστορίας. Υπάρχει, όμως, πέραν της δημοκρατίας, και ένα κεκτημένο του δυτικού πολιτισμού που δεν αφορά μονάχα τους φιλοσόφους αλλά μας αφορά όλους: είναι η παράδοση της κριτικής αποστασιοποίησης και της συνεχούς αμφισβήτησης απέναντι στις κυρίαρχες νόρμες. Αυτό φωλιάζει μέσα στον δυτικό άνθρωπο. Η δύναμη της αντίστασης, για να το κάνω σαφές, είναι το πολιτιστικό πλεονέκτημα της Δύσης σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Γι' αυτό πιστεύω ότι τα σημερινά αδιέξοδα είναι δυνατόν κάποτε να αρθούν. Πράγμα που δεν γίνεται να ξεκινήσει πουθενά αλλού παρά μόνο στις δυτικές κοινωνίες που είναι ριζικά, υπαρξιακά δημοκρατικές».

Πηγή:Το Βήμα 

 

 

κουραμπιέδες χιονάτοι για ευαίσθητες μύτες

Γιατί δεν φτιάχνονται οι κουραμπιέδες όλο το χρόνο θάχει μοναδική εξήγηση στην αποφυγή της πλήξης μας. Τους προστατεύουμε για να παραμένουν αιωνίως θελκτικοί. Αν όλο το χρόνο υπάρχουν χιονισμένα γλυκά, ποιά θάναι η αξία του σύννεφου της βελούδινης άχνης που τους καλύπτει;
Πιο μαγικό μπισκοτογλυκό, που μυρίζει βούτυρο, αμύγδαλο και ροδόνερο, δεν υπάρχει. Όταν οι κουραμπιέδες ψήνονται, ντρινννν, χτυπάει ο φούρνος άρωμα Χριστουγέννων και η πιατέλα τους ετοιμάζεται να πάρει το χιονάτο σκήπτρο των γλυκών του Δεκεμβρίου. Εκείνοι πάλι, ντυμένοι στα κάτασπρα, καμαρώνουν για τα “ελαφρά” μας χέρια που τους κλέβουν όσο σκουπιζόμαστε, μην τυχόν και μας προδώσει το ξέφτι της άχνης γύρω απ” τα χείλια. Τραγανοί, εύθρυπτοι, μ” αυτή την υποτονική εσωτερική γλύκα να ισορροπεί το ζαχαρένιο κάλυμμά τους, είναι η 24/7 εγγυημένη εφεύρευση κατά της υπογλυκαιμίας που η διάθεση των ημερών υιοθετεί.

Υπάρχουν δύο ειδών κουραμπιέδες, με αυγό ή χωρίς. Αυτή είναι η βασική διαφοροποίηση, μιας και κατά τα λοιπά οι διαφορές παίζουν με τις αναλογίες λιπαρής ουσίας και αλεύρου, το είδος του αλκοόλ (μπράντι, κονιάκ, ρούμι, ούζο), το ανθόνερο-ροδόνερο και αν τα αμύγδαλα θάναι με τη φλούδα ή ασπρισμένα.
Στους κουραμπιέδες είθισται να χρησιμοποιείται βούτυρο γάλακτος, δηλαδή πρόβειο, υλικό που τους δίνει το χαρακτηριστικό άρωμα και έναν ιδιαίτερο τόνο στη γεύση. Σε νησιώτικη μάλιστα παλιά συνταγή της Αγλαΐας Κρεμέζη στους Bostanistas, διάβασα και την μόνη παραλλαγή με γλίνα (όπερ χοιρινό λίπος) και λάδι. Είναι προφανές ότι τις επιλογές στα νησιά και όπου αλλού καθόριζαν τα υλικά που κάθε τόπος παρήγαγε και διέθετε, και όχι γιατί οι μαγειρικές-ζαχαροπλαστικές προτιμήσεις ανάμεσα στα διαφορετικά λιπαρά ήταν τόσο ξεκάθαρα βουκολικές. Παρότι λοιπόν το βούτυρο γάλακτος προσδιορίζει ιστορικά την παρασκευή του κουραμπιέ και η ελληνικότητά του αποπνέει εσάνς αιγοπρόβεια, αποδυθήκαμε φέτος την παράδοση και μοιράσαμε σχεδόν την ποσότητα με αγελαδινό, αποφασίζοντας πως το συγκεκριμένο παρφέμ και στην ευγενέστερη ποιοτικά μορφή του, πέφτει ενίοτε κάπως βαρύτερο του επιθυμητού. Για να ενισχύσουμε μάλιστα αυτή την νεότερη θέση στις οικογενειακές γεύσεις, καθαρίσαμε πλήρως το βουτυράτο μείγμα από τα υπολείμματα γάλακτος. Το αποτέλεσμα δικαίωσε τις προσδοκίες -παρά μια μικρή ατυχία χρονισμού. Οι κουραμπιέδες και ειδικά κάποιοι μικροί-μπουκίτσες όχι μόνον εξαφανίστηκαν απ” την πιατέλα, αλλά εκτιμήθηκαν ιδιαιτέρως από τους προκατειλημένους ως τώρα μικρότερους.

Μεταφέρω λοιπόν την συνταγή επακριβώς για όσους διαθέτουν πιο ευαίσθητη μύτη. Οι λοιποί, μπορούν απλώς να χρησιμοποιήσουν μόνον το γνωστό βούτυρο γάλακτος στο σύνολο της ποσότητας.

Προετοιμασία: 1 ώρα και 30 λεπτά, συν ο χρόνος αναμονής στο ψυγείο, αν καθαρίσετε το βούτυρο και πρέπει να παγώσει. Αν δεν κάνετε αυτή τη διαδικασία, χρησιμοποιείστε 350 γραμ. βούτυρο συνολικά και μοιράστε το ανάλογα. Εύκολη συνταγή.

Υλικά (για 40 μικρούς κουραμπιέδες)

250 γραμ. βούτυρο αγελάδος
150 γραμ. βούτυρο γάλακτος
30 γραμ. ζάχαρη
1 κρόκους αυγού
140 γραμ. αμύγδαλα ανάλατα με την φλούδα
1 κ.γ. μπέικιν πάουντερ
1/2 κ.γ. βανίλια
30 ml κονιάκ
500-530 γραμ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
30 ml ροδόνερο
άχνη αρκετή για να καθίσουν και για το πασπάλισμα

Ετοιμάζετε το καθαρό βούτυρο: Σε μπεν μαρί (μπολ σε κατσαρόλι με νερό στο όριο του σημείου βρασμού) βάζετε τα δύο είδη βουτύρου να λιώσουν. Δεν τα ανακατεύετε. Μόλις λιώσουν (στα 3 λεπτά περίπου), παίρνετε με κουτάλα μόνον το κίτρινο υγρό που είναι το καθαρό βούτυρο, αφήνοντας τη λευκή μάζα. Το βάζετε σε άλλο μπολ και ακολούθως πρώτα στο ψυγείο και μετά στην κατάψυξη, για 30-45 λεπτά συνολικά, ώστε η ρευστή μάζα να σταθεροποιηθεί.
Ετοιμάζετε τα αμύγδαλα: Τα βάζετε σε τηγάνι και μέτρια φωτιά να ζεσταθούν και ν” αρχίσουν να παίρνουν χρώμα (5 λεπτά). Τα ανακατεύετε γυρίζοντάς τα. Αποσύρετε, αφήνετε να κρυώσουν λίγο και τα χοντροσπάζετε με τον πλάστη ή τα χοντροκόβετε με το μαχαίρι -όχι στο μπλέντερ. Θα πρέπει τα κομμάτια να έχουν κάποια υπόσταση και να τα καταλαβαίνεις.
Προθερμαίνετε το φούρνο στους 180 βαθμούς C.
κουραμπιέδες - καβουρδισμένα αμύγδαλα

Κάνετε τους κουραμπιέδες: Βάζετε στον κάδο του μίξερ το καθαρό βούτυρο και το χτυπάτε σε δυνατή ταχύτητα μέχρι να ασπρίσει και να είναι κρεμώδες και αφράτο σαν αλοιφή (ανάλογα με το μίξερ από 5 λεπτά μέχρι και 10-15 λεπτά). Προσθέτετε την άχνη (30 γραμ.) και χτυπάτε να ενσωματωθεί (1 λεπτό). Χαμηλώνετε την ταχύτητα και ρίχνετε πρώτα το μισό αλεύρι ανακατεμένο με το μπέικιν πάουντερ και την βανίλια, μετά το αυγό, το κονιάκ και σταδιακά το υπόλοιπο αλεύρι. Ανακατεύετε να ενσωματωθούν τα υλικά. Σε πολύ χαμηλή ταχύτητα ή ανακατεύοντας με σπάτουλα ενσωματώνετε τελευταία τα αμύγδαλα.

Σημείωση: Αν χρησιμοποιήσετε μίξερ χειρός, ανάλογα με την δύναμή του, μπορεί ο απαιτούμενος χρόνος να πρέπει να γίνει λίγο περισσότερος.
Στρώνετε το ταψί του φούρνου με λαδόχαρτο.
Παίρνετε ζύμη και πλάθετε με το χέρι στρογγυλούς κουραμπιέδες και μισοφέγγαρα μεγέθους 5 εκατ. περίπου και ύψος γύρω στα 2 εκατ. Τους τακτοποιείτε εν σειρά στο ταψί αφήνοντας κενό μεταξύ τους και στη συνέχεια τους ψήνετε στον προθερμασμένο φούρνο για 30-40 λεπτά (ανάλογα με τον φούρνο και το μέγεθος). Όταν αρχίσουν να παίρνουν χρώμα, ροδίζοντας ελαφρά όμως, είναι έτοιμοι.
Βγάγετε το ταψί και όπως είναι τους ραντίζετε με το χέρι ή χρησιμοποιώντας βαποριζατέρ με ροδόνερο ή ανθόνερο. Ακολούθως τους βάζετε σε μπολ με άχνη και τους τακτοποιείτε σε πιατέλα ρίχνοντας με το σουρωτήρι επιπλέον άχνη επάνω τους.
Σημείωση: Οι κουραμπιέδες γίνονται πιο σφιχτοί όταν κρυώσουν εντελώς. Μπορείτε την επόμενη μέρα, να τους βάλετε σε κουτί, να τους πασπαλίσετε ξανά με άχνη και να τους προσφέρετε.

λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Στις 12 Ιουνίου του 52 π.Χ., στους Ποτιόλους, ο Κικέρων επιδιδόταν στη συγγραφή του έργου του «περί δημοκρατίας». Είχε επιστρέψει θριαμβευτικά στην Ιταλία απ΄ τη Θεσσαλονίκη και σκεφτόταν σοβαρά την πρόταση να αναλάβει την ανθυπατεία της Κιλικίας. Παρά του ότι είχε προωθήσει στη Σύγκλητο τον Πομπήιο, οι
σχέσεις μαζί του πήγαιναν χάλια. Κι ο λόγος που είχε βγάλει για τον Μίλωνα δεν είχε ειπωθεί με το σθένος που έπρεπε. Το ήξερε καλά αυτό. Την ώρα που είχε καθίσει να απολαύσει τα αγαπημένα του λαζάνια, η σκέψη πολιορκούσε το μυαλό του και ανταγωνιζόταν τη διάθεσή του να χαθεί μέσα στην ευχαρίστηση που του πρόσφεραν η όσφρηση και η γεύση τους. Η Πουβλιλία είχε διαβάσει τις ανησυχία στις ρυτίδες του και είχε ζητήσει να ετοιμάσουν τα λαζάνια ειδικά γι” αυτό το δείπνο και μάλιστα να τα φέρουν στη μεγάλη ασημένια πιατέλα την ώρα που ακόμη άχνιζαν. Η μυρωδιά τους και μόνον ήταν ικανή για θαύματα.
- «Πουβλιλία αμόρε μίο, αυτά τα λαζάνια απόψε είναι εξαιρετικά. Η γεύση τους εκτοπίζει και τη Σύγκλητο…» είπε ο Κικέρων στη γυναίκα του σχεδόν με ευγνωμοσύνη και την κοίταξε ρουφώντας με πάθος τη μυρωδιά του φαγητού στον αέρα.
Η δεύτερη σύζυγός του τον είχε σώσει πολλές φορές. Πρώτα με τα λεφτά της και κάθε τόσο με την αστείρευτη επινοητικότητα που είχε στις κολακείες της. Καμία σύγκριση με την Τερεντία, την πρώτη σύζυγο, που συν τοις άλλοις ήταν αντιρρησίας, τζόρας και αλανιάρα.
- Μα αμόρε μίο, μόνον εσύ μπορείς να εκτιμάς όλα τα υπέροχα …..» του αντιπρόσφερε μια εύκολη κολακεία που ήξερε πως είχε ανάγκη το πεσμένο του ηθικό.
- «Φοβάμαι πως ο Μίλων θα εξοριστεί» είπε στην Πουβλιλία, σκεπτικός. «Το ακροατήριο ήταν πολύ εχθρικό, αμόρε» πρόσθεσε και έφαγε με βουλιμία μια μεγάλη μπουκιά, που τον έκανε να αισθανθεί αμέσως καλύτερα…
- Μην σκέφτεσαι άλλο αμόρε μίο. Η Σύγκλητος είναι πάντα περίεργη… Ο λόγος σου ήταν σπουδαίος. Ας απολαύσουμε απόψε το δείπνο μας….»

lazania

Σύμφωνα με τους ιστορικούς τα λαζάνια (μακριές επίπεδες λωρίδες αποξηραμένης σταρένιας ζύμης) ήταν ίσως η πρώτη μορφή ζυμαρικών. Τα άπλωναν να σκληρύνουν στον καυτό μεσογειακό ήλιο και τα έκοβαν με ειδικούς κυλίνδρους σχεδιασμένους να δημιουργούν σγουρές άκρες. Οι οδηγίες για το ψήσιμο ήταν σαν του ψωμιού. Μαγειρεμένα έμοιαζαν με τα σημερινά: αρκετά επίπεδα φύλλα ζυμαρικών με στρώσεις αλμυρού μείγματος και ψημένα στο φούρνο. Ορισμένοι διατείνονται ότι ο μακρινός τους πρόγονος ήταν το ελληνικό λάγανον, ένα είδος άζυμου ψωμιού ή τηγανίτας. Και κάποιοι άλλοι ότι η λέξη «λαζάνια» προέρχεται από την λατινικήlasania (κατσαρόλα).

Στην κλασική Ρώμη, τα λαζάνια ήταν κομμένα σε λωρίδες και γνωστά ως lagani (πληθυντικός, laganum ενικός). Επειδή τα λαζάνια απαιτούν φούρνο, που για την ιταλική ιστορία μπορούσε να βρεθεί μόνο στις κουζίνες των εύπορων οικογενειών, το πιάτο θεωρήθηκε πλουσιοπάροχο…(Dictionary of Italian Food and Drink, John Mariani, Broadway Books, 1998). Ο Κικέρων τα λάτρευε, το ίδιο και ο ποιητής Οράτιος (για τον Βιργίλιο δεν ξέρω, αν το γνωρίζετε παρακαλώ να μου το πείτε… μ” ενδιαφέρει), που τα προτιμούσε με πράσα και ρεβύθια. Ο Οράτιος λοιπόν, τα πρόβαλε σαν παράδειγμα της απλής αγροτικής διατροφής όσο προωθούσε τη δική του απλή ζωή μάλλον στην έπαυλη του αγροκτήματος που του είχε χαρίσει ο Αύγουστος κοντά στο Τίβολι. Όπερ τα λαζάνια στον 1ο αιώνα μ.Χ  είχαν σουξέ στους διανοούμενους της εποχής ενώ με τη σύγχρονη έννοια του όρου είχαν εμφανιστεί στην Ιταλία από τον 13ο αιώνα. Στον μεσαίωνα ανήκαν στα δημοφιλή ζυμαρικά και ήταν συνήθως κρεμώδη γλυκά πιάτα με πολλές στρώσεις. (Oxford Companion to Food, Alan Davidson).

μεσαιωνική χειρόγραφη συνταγή

Συνταγή του 1390 από το Forme of Cury και τους αρχιμάγειρες του βασιλιά Ριχάρδου ΙΙ

λαζάνια φούρνου με κιμά: η συνταγή

Προετοιμασία: Διαλέξτε ένα συμπαθές σκεύος, πήλινο ή πυρέξ που να μπορείτε να το φέρετε στο τραπέζι – έτσι κι αλλιώς τα λαζάνια με κιμά θα «σπάσουν» σε όλους την μύτη! Η συνταγή δεν είναι δύσκολη, αλλά όπως πολλά ωραία πράγματα είναι κάπως σύνθετη, άρα θέλει το χρόνο της. Μπορείτε να ολοκληρώσετε το μαγείρεμα από την προηγουμένη, να σκεπάσετε τα έτοιμα λαζάνια με διαφανή μεμβράνη και να τα βάλετε στο ψυγείο, όπως επίσης μπορείτε και να τα καταψύξετε. Αφήστε τα να έρθουν σε θερμοκρασία δωματίου, πριν τα ψήσετε.

Υλικά (για 8-10 άτομα – σκεύος 29Χ37 εκ.)
σάλτσα Μπολονιέζε από κιμά 350-400 γραμ. 1.2 κιλά η σάλτσα
1 πακέτο έτοιμα λαζάνια αβγού, που δεν χρειάζονται βράσιμο-θα χρειαστούν περί τα 2/3 του πακέτου
1 φλυτζ. τσαγιού παρμεζάνα τριμμένη
3 κ.σ. βούτυρο

Για την μπεσαμέλ
1 lt γάλα
1 φύλλο δάφνης
3 πρέζες μοσχοκάρυδο τριμμένο
1/2 φλυτζ. βούτυρο (100-120 γραμ.)
3/4 φλυτζ. αλεύρι
αλάτι και λευκό πιπέρι
έξτρα μοσχοκάρυδο

Κάνετε τη σάλτσα μπολονιέζε: Ετοιμάζετε τον κιμά σύμφωνα με τη συνταγή για τη συνταγή Bolgnese

λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Eτοιμάζετε την μπεσαμέλ: Zεσταίνετε καλά το γάλα με τη δάφνη και το μοσχοκάρυδο σε μικρό κατσαρόλι – να μην βράσει.Σε μεσαίου μεγέθους κατσαρόλα λιώνετε το βούτυρο. Αποσύρετε από τη φωτιά και προσθέτετε το αλεύρι ανακατεύοντας με σύρμα συνεχώς. Ρίχνετε λίγο-λίγο το γάλα, φιλτράροντάς το μέσα από σουρωτήρι, ανακατεύοντας παράλληλα σε όλη τη διάρκεια.λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Επαναφέρετε την κατσαρόλα στη φωτιά, πάντα ανακατεύοντας σε σημείο που η σάλτσα βράζει και δένει (πήζει), περίπου 6-10 λεπτά. Προσθέτετε αλάτι, πιπέρι και μοσχοκάρυδο (2-3 πρέζες, γιατί προσοχή: αν πέσει πολύ, θα πικρίσει!). Tην αφήνετε στην άκρη, σκεπάζοντας την κατσαρόλα με διαφανή μεμβράνη για να μην κάνει πέτσα στην επιφάνεια.C.λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Στρώνετε τα λαζάνια: Έχετε όλα τα υλικά δίπλα σας: τον κιμά, την μπεσαμέλ, τα λαζάνια, την παρμεζάνα και το βούτυρο. Απλώστε 1-1,5 μεγάλη κουταλιά της σάλτσας μπολονιέζε στο σκεύος και τοποθετείστε πάνω του με τάξη, μια σειρά από λαζάνια, το ένα δίπλα στο άλλο, κόβοντάς τα αν χρειάζεται, ώστε να έρθουν στα τοιχώματα ακριβώς.Χωρίστε την ποσότητα της μπολονιέζε νοητά στα 3 ή στα 4 ανάλογα με τις στρώσεις που  θέλετε. Σκεπάζετε με ένα λεπτό στρώμα σάλτσας κιμά, το 1/4 ή 1/5 της ποσότητας, ανάλογα με τον αριθμό των στρώσεων που θα κάνετε. (Προσοχή! σε κάθε στρώση δεν καλύπτεται όλη η επιφάνεια, ο κιμάς διαχέεται σποραδικά πάνω στα λαζάνια). Μετά βάζετε με μια στρώση μπεσαμέλ και πασπαλίζετε με τυρί. Συνεχίζετε τις στρώσεις με την ίδια σειρά, τελειώντας με λαζάνια σκεπασμένα με μπεσαμέλ.
Σημείωση: Mην κάνετε περισσότερες από 5 στρώσεις. Συστήνω τις 3, το πολύ 4. Είναι προτιμότερο να κάνετε ένα άλλο μικρότερο σκεύος με λαζάνια. Χρησιμοποιείστε τα κομματάκια του ζυμαρικού που δημιουργούνται για να καλύπτετε τα κενά.λαζάνια φούρνου με κιμά και μπεσαμέλ

Πασπαλίζετε την επιφάνεια της μπεσαμέλ με παρμεζάνα και σκορπίζετε ομοιόμορφα μικρά κομματάκια βούτυρου.Ψήνετε τα λαζάνια στον προθερμασμένο φούρνο για 25-30 λεπτά ή μέχρι να ροδίσει ωραία η επιφάνεια. Βγάλτε τα από το φούρνο και αφήστε τα για 5 λεπτά (10′ το καλοκαίρι) πριν σερβίρετε.
Σερβίρισμα: Φέρνετε το σκεύος με τα λαζάνια φούρνου με κιμά στο τραπέζι και κόβετε τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα κομμάτια.