ενημέρωση 1:03, 30 July, 2026

Κομπλάροντας απ’ την αγένεια...

«- Ναι, καλημέρα σας και καλό μήνα. Λέγομαι Έτσι και θα ήθελα να μιλήσω με τον κ. Τάδε».

«- ...»

«- Ναι;»

«- Δεν είναι εδώ»

«- Θα μπορούσα να αφήσω ένα μήν...»

«- ...(κλικ)...».

Είναι η αμήχανη στιγμή της εβδομάδας. Εκεί που αισθάνεσαι λίγο βλάκας, λίγο εξωγήινος, κάτι σα να «δουλεύεις» με άλλο λογισμικό, λίγο παλιό. Ξαναπαίρνω.

«- Τον κύριο Τάδε».

«- Δεν είναι εδώ».

«- Γνωρίζετε τι ώρα θα επιστρέψει;»

«- Ποιά είσαι;» «- Γαλανοπούλου»

«- Περίμενε».  

Μη συνεχίσω. Έκοψα τις ευγένειες, η δουλειά έγινε, ο κύριος Τάδε βρέθηκε, αλλά αυτό το αμήχανο «τσακ», κάθε φορά που σκάει στα μούτρα η λαστιχιά του χοντροκομμένου, δεν συνηθίζεται.  

Ναι, ναι, υπάρχουν κι οι ενοχλητικοί. Ναι, ναι, έχουμε ντράβαλα, προβλήματα, απλήρωτους λογαριασμούς, σκοτούρες, δεν είμαστε για ευγένειες και κορδελίτσες.  

Ναι, ο πληθυντικός, κάποιους τους μπερδεύει, τους φέρνει ανακάτεμα στα στομάχια και, ναι, δεν υπάρχει μεγαλύτερο παραμύθι ότι με την ευγένεια και ένα χαμόγελο, κερδίζεις.  

Τρίχες. Στις πολύ «βάρβαρες» περιπτώσεις (δημόσιες υπηρεσίες, γκισέ τραπεζών και εφορίας, νοσοκομεία, οπουδήποτε βασιλεύει χάρβαλο τελοσπάντων), κερδίζεις βλέμματα συμπάθειας, στην καλύτερη, περιφρονητικό «άδειασμα» στη μέτρια και ελαφρύ σατραπιλίκι στη χειρότερη.   Και ειλικρινά δεν είναι ο πληθυντικός το θέμα.  

Ειδικά, αν δεν συνοδεύεται από χαμόγελο (που το ακούς και στο τηλέφωνο ή το ραδιόφωνο) ή από γελαστά μάτια στις «από-κοντά» συναλλαγές, βράστα. Η γλίτσα περιβάλλει τους εμπλεκόμενους και τα αποτελέσματα είναι για γέλια. Ή για σφαλιάρες.  

Το θέμα είναι στο πόσο έτοιμοι, διατεθειμένοι, πρόθυμοι είμαστε να είμαστε θρασείς. Να πούμε (και να γράψουμε) μία χοντράδα, επειδή... μπορούμε.

Το πόσο βολικό μας έρχεται να σούρνουμε την παντόφλα, την κακή μας διάθεση, το λυτό μας ζωνάρι, στο τηλέφωνο, στο εκδοτήριο εισιτηρίων (σχεδόν κανείς μας δεν λέει «καλημέρα» στον δόλιο υπάλληλο), στο ταξί, στη σύσκεψη.  

Το πόσο ορεξάτα θα διακόψουμε τον άλλο για να πούμε (μια βλακεία, συνήθως), το πόσο χαϊλίδικα θα αποφασίσουμε ότι το τελευταίο μας όπλο για να μπούμε ή να βγούμε από κάπου είναι η σπρωξιά, το πόσο δεν θέλουμε να είμαστε ευχάριστοι, για να μην μας πουν φλώρους, να μη μας πάρουν τον «αέρα», να μην μας πιάσουν τον κώλο (συγνώμη).  

Το πόσο σίγουροι είμαστε ότι για να μας ακούσουν, πρέπει να γκαρίξουμε, να τραμπουκίσουμε, να «σκίσουμε τη γάτα» (το βλέπεις σε όλο το ζωντανό κοινωνικό δίκτυο: από τους security των νοσοκομείων, μέχρι τις συζητήσεις στα κανάλια).  

Το πόσο μεγάλη ιδέα έχουμε για τον εαυτό μας. Το «ξέρεις ποιός είμαι εγώ, ρε;», μπορεί να μας εγκατέλειψε ως ατάκα – αξεσουάρ, αλλά έχει τόσο «γράψει» μέσα μας, που ξεχύνεται γαϊδουρινά, όταν τα πράγματα ζορίζουν σε μια ουρά, ας είναι και θερινού σινεμά.  

Ας είναι και σ’ ένα γραφείο, όπου μεταξύ ίσων, πάντα θα πεταχτεί ο πιο ανεπαρκής για να πουλήσει μούρη. Πήζουμε από τέλειους και τέλειες, που δεν λένε «καλημέρα». Και που την ίδια στιγμή, έχει έρθει ο κόσμος τόσο κοντά τους – ας όψεται η ψευδαίσθηση που δημιουργούν τα social media – που θεωρούν ότι η «απόσταση» καταργήθηκε και μπορούν να πουν και να γράψουν τα πάντα, με την ίδια άνεση, αγνοώντας την «απόσταση» που υπάρχει για κάποιο λόγο.  

Και το πόσο φανερό έχουμε πλέον το «κεντρί» μας. Δεν είμαστε μέλισσες να το χάσουμε, θα είναι πάντα εκεί να μας εξυπηρετεί, οπότε ας το χρησιμοποιήσουμε.  

Θα απαντάμε με ειρωνεία, θα διακόπτουμε, θα τσιρίζουμε στο κινητό σε δημόσιους χώρους, δεν θα χτυπάμε ποτέ τις ρημάδες τις πόρτες πριν μπούμε κάπου, θα χαρακτηρίζουμε, απλώς, γιατί μπορούμε, γιατί βγαίνει πιο εύκολα, πιο αυθεντικά, χωρίς κόπο, τόσο κόπο, όσο χρειάζεται μια καλή κουβέντα και το να μην είσαι δυσάρεστος. Μεγαλειώδες.   Εξαιρέσεις; Ευτυχώς, είναι πολλές, υπάρχουν.  

Αλλά, εκείνο το πράμα, που στο τέλος της ημέρας νιώθεις αδύναμος, χαζούλης, από άλλο πλανήτη στη χειρότερη περίπτωση, ή σαν τη Μιράντα Μυράτ στη «Βίλλα των Οργίων» (- «Μιλάτε μου στον πληθυντικό θα με υποχρεώσετε, είμαι κόρη ναυάρχου») στην καλύτερη, ειλικρινά; Δεν αντέχεται.

Πηγή:lifo

Tο 2000 πεθαίνει ο Βασίλης Ραφαηλίδης

Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, μετά από μάχη με τον καρκίνο, στην Αθήνα. Μεγάλος διανοητής, με αιχμηρή πένα, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, και κριτικός κινηματογράφου, ενώ έγραψε σπουδαία βιβλία. Εκρηκτικός, ισοπεδωτικός με πηγαίο χιούμορ, ήταν ένας από τους ανθρώπους που η εμβληματική του μορφή σημάδεψε όχι μόνο τον κινηματογράφο, αλλά και την τηλεόραση, αφού ο ίδιος εμφανιζόταν συχνά στη μικρή οθόνη και γινόταν ο λόγος να παρακολουθήσει κανείς τις πολιτικές (κυρίως) εκπομπές του 90.  

Αυτό είναι ένα απόσπασμα από την Ιστορία (κωμικοτραγική) του Nεοελληνικού Kράτους όπου «καταγράφει την ιστορία της Ελλάδας από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους το 1830 έως και την πτώση της χούντας»:  

Ο φασισμός δεν αγαπά το μεγάλο κεφάλαιο (εκτός από το πάρα πολύ μεγάλο που τον γεννάει) και λατρεύει το μικρομεσαίο. Ο φασισμός είναι κοινωνικό καθεστώς σπέσιαλ για μικροαστούς. Όχι για αστούς, ούτε για προλετάριους. Οι αστοί και οι προλετάριοι βρέθηκαν αντίπαλοί του εξ αρχής. Και δεδομένου ότι στη λεγόμενη αστική κοινωνία δεν κυριαρχούν οι αστοί αλλά οι μικροαστοί, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την απήχηση που είχαν στο λαό τα φασιστικά καθεστώτα.  

Άλλωστε, οι στολές, οι παρελάσεις, οι λαμπαδηδρομίες, τα κολοσσιαία θεάματα αρένας, τα συνθήματα, το προγονικό μεγαλείο απ' το οποίο ο χάλιας μικροαστός αντλεί δύναμη για να υποφέρει την ασημαντότητά του, όλα αυτά τα εκμεταλλεύτηκαν τέλεια όλοι οι φασίστες δικτάτορες. Και τα πλήθη ουρλιάζουν "ζήτω! Είσαι ο μπαμπάς μας"! Ο χάλιας μικροαστός πάντα έχει ανάγκη από έναν σούπερ πατέρα του έθνους, που να τον προστατεύει απ' τους παμφάγους καπιταλιστές, αλλά και από τους κομμουνιστές που απειλούν το όνειρό του για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη".  

Κάθε μικροαστός ονειρεύεται τον αστό που ζεσταίνει μέσα του, που τον μεγαλώνει στο θερμοκήπιο της μεγάλης ελπίδας για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη". Κάθε ψιλικατζής ονειρεύεται ένα σούπερ μάρκετ. Και επειδή το όνειρο για μερικούς πραγματοποιείται, όλοι οι χάχες πιστεύουν πως θα βγει αληθινό και γι αυτούς. Δεν έχει σημασία που οι περισσότεροι πεθαίνουν φτωχοί. Σημασία έχει που ο καπιταλισμός τους επιτρέπει να ονειρεύονται το δικό τους πλούτο. Και ο φασισμός, που είναι η ακραία μορφή καπιταλισμού, είναι μια εγγύηση για τη διατήρηση του ονείρου για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη".  

Το Φολκσβάγκεν ( το Λαϊκό Όχημα) είναι δημιούργημα του Χίτλερ. Αλλά υπάρχει ακόμα. Και ο αγκυλωτός σταυρός (η σβάστικα), αυτό το εκπληχτικής ψυχολογικής αποτελεσματικότητας λαϊκό σύμβολο, που δίνει φτερά στο σταυρό και τον κάνει να γυρίζει και να αλέθει, θα δώσει και στο χριστιανισμό τη δυναμική που του λείπει. Τώρα πια δεν είναι αμαρτία να σκοτώνει ο καλός χριστιανός. Και ο Μεταξάς, όπως και ο Μουσολίνι άλλωστε, ξέρουν καλά τι κάνουν όταν υιοθετούν σα σύμβολο το διπλό πέλεκυ. Που κόβει κεφάλια και από τα δεξιά και από τ' αριστερά.  

Κάτω απ' αυτές τις ιδιάζουσες στο φασισμό συνθήκες ψυχολογίας της μάζας, και με το πρόσθετο πραγματικό κίνητρο της απειλής της περιουσίας απ' τον καταχτητή που, βέβαια, δεν καταχτά μια χώρα για να κάνει περίπατο υπό το σεληνόφως στις ακρογιαλιές αλλά για να επωφεληθεί υλικά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι Έλληνες έτρεξαν με τέτοια προθυμία στο μέτωπο και πολέμησαν τόσο καλά τους Ιταλούς. Όχι όμως και τους Γερμανούς. Που είχαν ισχυρότερα σύμβολα, ισχυρότερα κίνητρα και κυρίως ισχυρότερη μικροαστική τάξη απ' αυτή των μεσογειακών λαών. Που ακόμα και τον πόλεμο τον αντιλαμβάνονται σαν λαϊκή γιορτή ."  

Πηγή:lifo

Μια φθινοπωρινή μπόρα

Γράφει ο Γιάννης Γ. Κατσίμπας

Σεπτέμβρης, όπως κάθε χρόνο της ίδια εποχή τα πρωτοβρόχια είναι κάτι αναμενόμενο, φυσιολογικό.

Έπιασε λοιπόν μια φθινοπωρινή μπόρα και στην Κηφισιά και μας πήρε και μας σήκωσε, αυτό είναι τα συμπέρασμα. Οι δρόμοι πλημμύρισαν, έγιναν για μια ακόμη φορά σαν τους δρόμους της Βενετίας. Οι δρόμοι κατέβαζαν ότι βρώμικο υπήρχε πεταμένο στους δρόμους, τα φύλλα ήταν –αναμενόμενο και ως ένα σημείο φυσιολογικό- πολλά, η κατάσταση από πλευράς συνήθειας φυσιολογική. Υπάρχει όμως και η πλευρά της πραγματικότητας, Τα υπόγεια –για μια ακόμη φορά- πλημμύρησαν, οι δρόμοι αδιάβατοι, όχι για τους πεζούς αυτή την κατηγορία την ξεχνάμε, προς το παρόν. Για τα αυτοκίνητα, οι περιουσίες των άτυχων κατοίκων της Κηφισιάς για μια ακόμη φορά χάθηκαν μαζί με τους κόπους μιας ζωής. Μέχρι και στα χθεσινά δελτία ειδήσεων, έγινε αναφορά για την Κηφισιά-Ν. Ερυθραία.

Ας Θυμηθούμε λίγο τι έχει γίνει τα τελευταία 16 χρόνια στην πόλη από πλευράς υποδομών. Ουσίας. Θα μιλήσω για την Όθωνος ειδικότερα, Δήμαρχος Ν. Χιωτάκης, αρχικά είχε αναλάβει η κ. Κορογιαννάκη να στενέψει τους δρόμους. Στην οδό Όθωνος οι παλιοί Κηφισιώτες γνωρίζουμε ότι υπήρχαν οι αμπολές, που χρησίμευαν για την μεταφορά νερού στην Κάτω Κηφισιά μέχρι την Εθνική οδό, στη Μεταμόρφωση. Θα τους καταργήσω, απεφάνθη η «ειδήμων- δεν θα υπάρχουν, τι χρειάζονται; Κατόπιν παρεμβάσεων –πιο ψύχραιμων- δεν απομακρύνθηκαν, αλλά στην πράξη καταργήθηκαν.

Αναλαμβάνει μετά το έργο ο άλλος «ειδήμων-ειδικός», ο αρχιτέκτων, κ. Βάρδας. Η μόνη παρέμβαση που κάνει είναι μια μικρή σχάρα, γελοίων μικρών διαστάσεων, που έριχνε τα νερά του δρόμου –όταν αυτή ήταν καθαρή- στις αμπολές.

Φέτος, η περιφέρεια έκανε αντιπλημμυρικά έργα στην πόλη. Καλά και αναγκαία στο σημείο που έγιναν. Το πρόβλημα όμως παραμένει, οι δρόμοι όλοι πλημυρίζουν, οι περιουσίες υποβαθμίζονται, οι κάτοικοι δικαίως εξοργίζονται. Τα κοινωνικά δίκτυα γεμάτα από φωτο με την κατάσταση στους δρόμους της πόλης.

Στην πόλη πριν μόλις 1 εβδομάδα παρέδωσε η απερχόμενη διοίκηση τη «σκυτάλη» στη νέα. Πριν παραδώσει έκανε –εικονικά, στους ιθαγενείς- εγκαίνια σε παρκινγκ που δεν είναι έτοιμο, σε παιδικό σταθμό, εξαγγελίες για αθλητικό κέντρο, για επέκταση του ηλεκτρικού προς τον Αγ. Στέφανο.

Αυτή είναι μια μικρή περιγραφή της ζοφερής πραγματικότητας, που σύμφωνα με το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών δεν το ενστερνίζονται 4 και πλέον πολίτες αυτής της πόλης. Η νέα διοίκηση ας τα λάβει καλά υπ’ όψιν της.-    

Υ.Γ. Είναι λίγο άσχετο αλλά το θυμήθηκα και ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας. Σήμερα διαβάζω άρθρο με τίτλο «δουλέψτε μας κι’ άλλο αντέχουμε». Δημοσιογράφος, μεγάλος ατακαδόρος είχε πει για την περίπτωση των ψεκασμένων ότι «το γεγονός ότι το1/3 των Ελλήνων πιστεύουν ότι μας ψεκάζουν είναι απόδειξη ότι μας ψεκάζουν, απλά πιάνει μία στις τρεις φορές». Οργιάστε τώρα… 

Μοναχικό κοτσύφι

Γράφει ο Νίκος Δήμου

Στη φωτογραφία δεν είναι ο φοβερός κόρακας Nevermore του Edgar Allan Poe, το  νυχτερινό πουλί του «Ποτέ πια». Ένα κοτσύφι είναι, μόνο του σε άσπρο φόντο, στην πράσινη χλόη. Όμως κι αυτό αποπνέει μελαγχολία.

Μελαγχολία που νιώθω όπως κι αν σκέπτομαι τον κόσμο. Με τόσους ανθρώπους να είναι πρόσφυγες (διαβάζω: «ο μισός πληθυσμός της Συρίας έχει εγκαταλείψει το σπίτι του») ή άνεργοι (διαβάζω: «πρώτη και πάλι στην ανεργία η Ελλάδα»), ή φτωχοί.

Με τόσους φανατικούς να βασανίζουν τους απλούς ανθρώπους για να επιβάλλουν την τρέλα τους. Τζιχαντιστές, Μπόκο Χαράμ – περιπτώσεις ψυχοπάθειας σε παγκόσμιο πλαίσιο.

Κι εμείς, ούτε πρόσφυγες, ούτε άνεργοι, ούτε αιχμάλωτοι, ασχολούμαστε με ασημαντότητες. 

Θυμήθηκα την Κατοχή. Γκρίνιαζα για το φαγητό και η μάνα μου μουρμούριζε: «δεν λες που βρέθηκε κάτι για σήμερα. Αύριο τι θα σας φτιάξω;»

Κάθομαι σε ένα πολύ ήσυχο δωμάτιο. Από το παράθυρο βλέπω ένα δέντρο κι ένα κοτσύφι. Θα έπρεπε να νιώθω προνομιούχος. Η μισή Ελλάδα καταδυναστεύεται ηχητικά από βροντώδεις τρύπιες εξατμίσεις – και η άλλη μισή βλέπει σκέτο μπετόν.

Κι ακόμα πιο προνομιούχος πρέπει να αισθάνομαι, που είμαι στην Ελλάδα, όπου εκπυρσοκροτούν μόνον οι εξατμίσεις, κι όχι π. χ. στην Λιβύη…

Τι έχουν πάθει οι άνθρωποι, κι ενώ θα μπορούσε η Γη να είναι Παράδεισος, την κάνουνε Κόλαση; Τόση πια η διαφορά ανάμεσα σε ρωσόφωνους και ουκρανόφωνους Ουκρανούς, που να σκοτώνει ο ένας τον άλλο;

Ζούμε σε ένα κόσμο παραφροσύνης. Οι άνθρωποι φανατίζονται, διαπληκτίζονται και σφάζονται για ασήμαντες αφορμές. Κι από πίσω είναι τα δύο σκουλήκια που μας τρώνε: η θρησκεία και το έθνος. Τι είσαι; Ρωσόφονος; Θάνατος! Σιίτης και όχι Σουνίτης; Θάνατος!

Θάνατος, επειδή πιστεύεις στον ίδιο Θεό, την ίδια θρησκεία, τον ίδιο προφήτη, το ίδιο ιερό βιβλίο, αλλά όχι στον ίδιο εξάδελφο του Μωάμεθ. Έλεος!

Στο ήσυχο δωμάτιο, παρατηρώντας το μοναχικό κοτσύφι, αναρωτιέμαι αν (και πότε) σε αυτόν τον κόσμο θα κυριαρχήσουν η λογική και η αγάπη.

Το μόνο βέβαιο: αν – θα είναι πολύ μετά από μας...

Πηγή : protagon
 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0