ενημέρωση 2:38, 26 July, 2026

Νέο LADA 4x4 Urban (VIDEO)

Το LADA 4x4 Urban είναι μια νέα έκδοση του LADA 4x4 (πρώην LADA Niva), του διασημότερου μοντέλου της LADA αλλά και της Ρωσικής αυτοκινητοβιομηχανίας γενικότερα.

To LADA 4x4 παράγεται τα τελευταία 38 χρόνια και έχει πολλούς πιστούς φίλους ανά τον κόσμο και φυσικά στη χώρα μας.

  • Θεωρείται ο πρωτοπόρος των SUV αφού είναι το πρώτο μοντέλο της κατηγορίας με αυτοφερόμενο αμάξωμα, εξελιγμένη ανάρτηση με ελικοειδή ελατήρια, αλλά και μόνιμη τετρακίνηση με τρία διαφορικά, με δυνατότητα κλειδώματος του κεντρικού. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν αμέσως καθιερώθηκε στους αγώνες αντοχής τύπου Dakar πριν ακόμα καθιερωθεί η τετρακίνηση στον κόσμο των αγώνων ράλι.

Το LADA 4x4 Urban αποτελεί σύγχρονη, αστική άποψη του μοντέλου, η οποία προσφέρεται για καθημερινή χρήση στην πόλη. Η βελτιωμένη ηχομόνωση, το αναβαθμισμένο εσωτερικό με τις ηλεκτρικές ευκολίες αλλά και η μοντέρνα εμφάνιση συνηγορούν σε αυτό.

Από την άλλη, η μόνιμη τετρακίνηση, η δυνατότητα κλειδώματος του κεντρικού διαφορικού, αλλά και η μεγάλη απόσταση από το έδαφος παραμένουν ο απόλυτος σύμμαχος όταν η άσφαλτος τελειώνει.

Δείτε στο βίντεο που ακολουθεί (με διαθέσιμους υπότιτλους στα ελληνικά), την πρώτη παρουσίαση του LADA 4x4 Urban λίγες μέρες πριν την επίσημη πρεμιέρα του μοντέλου που θα πραγματοποιηθεί στο Διεθνές Σαλόνι Αυτοκινήτου της Μόσχας (27 Αυγούστου έως και τις 7 Σεπτεμβρίου).

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Λόρκα: Κάθε αληθινός ποιητής είναι επαναστάτης

Τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου του 1936, ήρθε το τέλος για τον κορυφαίο ποιητή, ζωγράφο, δραματουργό και θεατρικό σκηνοθέτη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελέστηκε στο Βίθναρ της Ισπανίας από παραστρατιωτικούς οπαδούς του Φράνκο που έθαψαν τη σορό του, μαζί με άλλα τρία άτομα που εκτέλεσαν εκείνη την αυγή σε ομαδικό τάφο. 

Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Λόρκα εκτελέστηκε στο Αλφακάρ και πολλοί πίστευαν ότι είχε ταφεί στην περιοχή αυτή, μαζί με άλλους εκτελεσθέντες. Οι αρχές της Ανδαλουσίας διέταξαν το άνοιγμα του συγκεκριμένου τάφου, κατόπιν αιτήματος των οικογενειών των άλλων πέντε ανθρώπων που πιθανολογείτο ότι είχαν ταφεί εκεί. Από την ανασκαφή και την έρευνα που έγινε στο χώρο όμως δεν βρέθηκε τίποτα.

Το τέλος του πολέμου έφερε μαζί του και την «Συμφωνία για Λήθη», μια συμφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και το στρατό, η οποία άνοιξε την πόρτα για τη Δημοκρατία με αντάλλαγμα γενική αμνηστία για το καθεστώς του Φράνκο. Πρόσφατα όμως εμφανίστηκαν ρωγμές στη συμφωνία. Η κυβέρνηση των σοσιαλιστών, το 2007, ψήφισε το Νόμο της Ιστορικής Μνήμης, η οποία για πρώτη φορά αναγνώριζε επίσημα τα θύματα της δικτατορίας του Φράνκο. Ο νόμος επιτρέπει σε όποιον έχει αποδείξεις για ομαδικό τάφο να ζητήσει την βοήθεια του κράτους για την εκταφή και την ταυτοποίηση των λειψάνων.

Τον Οκτώβριο του 2008, μετά από μια δεκαετία προσπαθειών από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ισπανίας, ο δικαστής Μπαλτάσαρ Γκαρθόν διέταξε την εκταφή και αναγνώριση των θυμάτων από 19 ομαδικούς τάφους, μεταξύ των οποίων και αυτός όπου θεωρείται του Λόρκα. Ωστόσο, 73 χρόνια μετά το θάνατο του Λόρκα, η αντίσταση στην εκταφή της καταπιεσμένης μνήμης της χώρας παρέμενε ισχυρή. Μια εβδομάδα μετά την έκδοση της απόφασης του Γκαρθόν, ο ανώτατος εισαγγελέας της χώρας, Χαβιέρ Θαραγόθα, την αμφισβήτησε με το σκεπτικό ότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του Γκαρθόν η υπόθεση.

Ο δικαστής Γκαρθόν, πιθανόν φοβούμενος την περίπτωση σύμπνοιας του Ανώτατου Δικαστηρίου με τον Θαραγόθα, έστειλε την υπόθεση στα κατά τόπους δικαστήρια, επιχειρώντας έτσι να κρατήσει την υπόθεση ανοιχτή. Τελικά δόθηκε το «πράσινο φως» και η οικογένεια του Λόρκα που είχε αρχικά αντιρρήσεις, στο τέλος έδωσε τη συγκατάθεσή της και οι εργασίες ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2009. Αλλά δεν βρέθηκε τίποτε που να αποδεικνύει ότι εκεί είχε ταφεί ο συγγραφέας του «Ματωμένου γάμου».

Φ. Γκ. Λόρκα: «Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης»

Ο Φεντερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1898 στο χωριό Φουέντε Βακέρος της Γρανάδα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας φιλοσοφία και λογοτεχνία ενώ έλαβε πτυχίο Νομικής. Από το 1919 μετακομίζει στην Μαδρίτη και συχνάζει στη φοιτητική εστία (Residencia de Estudiantes) όπου γνωρίζει και αναπτύσσει φιλία με πολλούς από τους διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής, όπως είναι ο Λουί Μπουνιουέλ, ο Σαλβαδόρ Νταλί κ.α. Τον επόμενο χρόνο ανεβαίνει στο σανίδι το έργο του «Μάγια της Πεταλούδας» και κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίου με ποιήματα.

Το 1922 δημοσιεύεται το «Κάντε Χόντο» (Cante Jondo, παλιό λαϊκό είδος τραγουδιού, στο ύφος του φλαμένκο). Το 1925 διαβάζει στο Σαλβαδόρ Νταλί το θεατρικό του έργο «Μαριάνα Πινιέδα» ενώ το 1928 δημοσιεύει το «Ρομανθέρο Χιτάνο» , άλλη μια σημαντική ποιητική συλλογή του. Γράφει πλέον διαρκώς ενώ εκτός από το θέατρο, γράφει έργα και για κουκλοθέατρο, σχεδιάζει, ζωγραφίζει, δίνει διαλέξεις, γράφει εργασίες.

Το 1929, χάρη σε μια υποτροφία, επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα ταξίδι που σημάδεψε το έργο του. Εντυπωσιάζεται από τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, την παντοδυναμία του χρήματος και την παντελή έλλειψη πνευματικής ζωής. «Το εντυπωσιακό για το κρύο και τη σκληρότητα είναι η Wall Street. Σε κανένα μέρος του κόσμου δε γίνεται αισθητή όπως εκεί η ολική απουσία του πνεύματος: περιφρούρηση της καθαρής επιστήμης και δαιμονιακός σεβασμός του παρόντος», γράφει ο ίδιος. Οι μόνες ευχάριστες εντυπώσεις που αποκομίζει είναι οι αφροαμερικανοί, το Χάρλεμ και η μουσική τζαζ. Καταγράφει τις εμπειρίες του από το ταξίδι στη συλλογή «Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη».

Μέσα στα επόμενα χρόνια ταξιδεύει στην Κούβα, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Σκωτία, σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής ενώ δημοσιεύονται έργα του που έμελε να μείνουν στην ιστορία του θεάτρου και της ποίησης, όπως η «Γέρμα», ο «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» , ο «Ματωμένος Γάμος».

Ταυτόχρονα ιδρύει τον θίασο «La Barraca» και ανεβάζει έργα κλασικών Ισπανών δραματουργών. Τελευταίο του έργο που δημοσιεύεται είναι «η Συλλογή του Ταμαρίτ».
 

Στις 16 Ιουλίου, μόλις τρεις μέρες πριν την έναρξη του Εμφυλίου, ο ποιητής φεύγει από τη Μαδρίτη για τη Γρανάδα, την πιο συντηρητική πόλη της Ανδαλουσίας. Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη χώρα είναι πλέον εκρηκτική. Στις 19 του μήνα γίνεται αντικυβερνητική επανάσταση στη Γρανάδα (στις πρόσφατες εκλογές πρώτο είχε αναδειχθεί το Λαϊκό Κόμμα) και στις 3 Αυγούστου τουφεκίζεται από τους φαλαγγίτες ο κουνιάδος του και δήμαρχος της Γρανάδα, δρ. Μοντεσίνος. Ο Λόρκα καταφεύγει στο σπίτι του φίλου του Λουίς Ροσάλες, όπου συλλαμβάνεται τη νύχτα της 17ης Αυγούστου.

Κρατείται επίσημα στο Κυβερνείο όλη τη μέρα και το βράδυ μεταφέρεται στο Βιθνάρ. Τουφεκίζεται από παραστρατιωτικούς του Φράνκο στις 19 Αυγούστου του 1936 και το πτώμα του σωριάζεται σε ομαδικό τάφο, μαζί με άλλα τρία θύματα της φασιστικής κτηνωδίας, ένα δάσκαλο και δυο αναρχικούς. Το όνομα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα εμφανίζεται την επόμενη μέρα μεταξύ των εκτελεσμένων.

Πηγές: The Nation, LosTiempos.com, margaritaxirgu.es, ElPaís.com, «Federico Garcia Lorca: Ποιήματα» εκδ. Κοροντζή, «Λόρκα – Ποιήματα της Ανδαλουσίας» Χ. Γουδή

Εύκαμπτο υλικό μιμείται το χταπόδι στο καμουφλάζ

Ουάσινγκτον 

Ένα νέο εύκαμπτο υλικό ικανό να αλλάζει χρώμα και να γίνεται ένα με το περιβάλλον, όπως ακριβώς και το χταπόδι, ανέπτυξαν αμερικανοί ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόι.

Το καινοτόμο υλικό, που μοιάζει με κόλλα χαρτί, αποτελείται από κυψέλες μόλις ενός χιλιοστού, οι οποίες περιέχουν μια ειδική βαφή. Ενεργοποιούνται από την θερμοκρασία του περιβάλλοντος με αποτέλεσμα να αλλάζουν χρώμα. Για την ώρα, η εκδοχή που έχουν αναπτύξει οι επιστήμονες ανταποκρίνεται σε τόνους του άσπρου και του μαύρου. Οι ίδιοι ωστόσο στοχεύουν στη βελτίωσή του ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά τόσο για εμπορικούς, όσο και για στρατιωτικούς σκοπούς.

Όπως εξηγούν οι ειδικοί με δημοσίευσή τους στην επιθεώρηση «PNAS», το «ζωντανό» υλικό αποτελεί τον καρπό της συνεργασίας ερευνητών από τους τομείς της βιολογίας, των έξυπνων υλικών, της πληροφορικής και της μηχανικής.

«Τα ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον – και κυρίως τα κεφαλόποδα όπως π.χ. το χταπόδι, το καλαμάρι και η σουπιά – έχουν πολλές φορές εντυπωσιακές ικανότητες εναλλαγής χρώματος» εξηγεί ο κύριος συγγραφέας της μελέτης δρ Τζον Ρότζερς. 

Το χταπόδι έχει την ικανότητα να «χάνεται» μέσα στο περιβάλλον το οποίο επισκέπτεται κάθε φορά

Κάντο όπως το χταπόδι

Με πυρήνα το καμουφλάρισμα του χταποδιού, οι επιστήμονες δημιούργησαν ένα υλικό αποτελούμενο από τρεις επιστρώσεις. Ο τρόπος λειτουργίας του έχει ως εξής: η τρίτη επίστρωση στο χαμηλότερο σημείο με τη βοήθεια φωτοαισθητήρων εντόπιζε το χρώμα του περιβάλλοντος, το οποίο αντέγραφε και έστελνε στην δεύτερη, στους λεγόμενους ενεργοποιητές. Εκείνοι με τη σειρά τους, μετέδιδαν μια συγκεκριμένη θερμοκρασία στις θερμοευαίσθητες χρωστικές της ειδικής βαφής της πρώτης επίστρωσης, με αποτέλεσμα εκείνη να αλλάζει χρώμα. Στους 47 βαθμούς Κελσίου, το υλικό από μαύρο γινόταν διάφανο.

«Πρόκειται για το πρώτο πλήρως λειτουργικό σύστημα του είδους – μοιάζει με μια λεπτή κόλλα χαρτί» αναφέρει ο δρ Ρότζερς. «Ακόμα βέβαια βρίσκεται σε πειραματικό στάδιο. Είναι δηλαδή ένα σημείο εκκίνησης ώστε να μπορέσουμε να εστιάσουμε στην επιστήμη της μηχανικής γύρω από το πώς να δημιουργούμε συστήματα που να λειτουργούν καθ’ αυτόν τον τρόπο».

 

Ολα για την επιβίωση

Στην υποψήφια για Βραβείο Καλύτερης Ξένης Ταινίας το 1961 και δεύτερη ταινία του Τζίλο Ποντεκόρβο που από την ερχόμενη Πέμπτη θα προβάλλεται αποκλειστικά στον Ζέφυρο η Σούζαν Στράσμπεργκ υποδύεται την Εντιθ, μια έφηβη εβραία που θα κάνει τα πάντα για να επιβιώσει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου στέλνεται κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη βοήθεια ενός γιατρού, η Εντιθ «ξαναγεννιέται» ως Νικόλ και δεν είναι πλέον εβραία - τουλάχιστον όχι στα χαρτιά.

Στην αρχή βιώνει αβάστακτη λύπη για τον χαμό των γονιών της, καθώς όμως ο καιρός περνά συνειδητοποιεί πως αυτή η στάση δεν θα τη βοηθήσει να επιβιώσει. Ετσι, εμπλέκεται σε ερωτική σχέση με έναν γερμανό αξιωματικό παρ' όλο που είναι μόλις 14 χρόνων και αρχίζει να αποκτά προνόμια ώσπου στο τέλος αποκτά την ιδιότητα της Καπό, αποκτώντας εξουσία πάνω στις άλλες αιχμάλωτες γυναίκες, ακόμη στο πλευρό του εχθρού, ως μέλος της Καμεραντενπολιτσάι, του σώματος στην ουσία των καταδοτών-εποπτών των υπόλοιπων αιχμαλώτων. Προσδοκά προνόμια και εξουσίες, όπως η απαλλαγή από την καταναγκαστική εργασία και φυσικά η ασυλία και η προστασία από τον ίδιο τον μαρτυρικό θάνατο.

Σε αυτή την ταινία ο Ποντεκόρβο, που πολέμησε στην Ιταλική Αντίσταση ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, επιτυγχάνει να παρουσιάσει μια ρεαλιστική εικόνα της πραγματικότητας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κάτι που φυσικά καμία ταινία δεν μπορεί πλήρως να αποδώσει χωρίς να αγγίζει τα όρια του μελοδράματος.

Γεννημένος τον Νοέμβριο του 1919 στην Πίζα της Ιταλίας και στους κόλπους μιας ευκατάστατης εβραϊκής οικογένειας (ο πατέρας του Μπρούνο ήταν διάσημος πυρηνικός φυσικός), ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Τζίλο Ποντεκόρβο, παρότι γύρισε λιγότερες από 20 ταινίες, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ιταλούς σκηνοθέτες όλων των εποχών κατέχοντας ξεχωριστή θέση στο παγκόσμιο σκηνοθετικό πάνθεον. Είναι περισσότερο γνωστός για την ταινία «Η μάχη του Αλγερίου» (1966), αν και το «Κapό» θεωρείται το υποτιμημένο αριστούργημά του.

Από την αντίσταση στη σκηνοθεσία
Ο Τζίλο Ποντεκόρβο μετακόμισε στη Γαλλία το 1938 για να ξεφύγει από τους φασιστικούς νόμους της Ιταλίας της εποχής και στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με προσωπικότητες όπως ο Σαρτρ και ο Στραβίνσκι. Από εκεί άρχισε να αναπτύσσει τα πολιτικά ιδανικά του με τα οποία εμπλούτισε το έργο του και όταν επέστρεψε στην Ιταλία ηγήθηκε μιας ταξιαρχίας ως μέλος της Αντίστασης κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά το τέλος του πολέμου, σπούδασε χημεία και εργάστηκε ως δημοσιογράφος προτού γίνει τελικά σκηνοθέτης, ξεκινώντας την καριέρα του με ντοκιμαντέρ. Συχνά επέλεγε να συμπεριλάβει ερασιτέχνες ηθοποιούς στις ταινίες του, όποτε κατά περίπτωση κάποιο άτομο είχε κατά τη γνώμη του το «σωστό» πρόσωπο ώστε να αποδώσει καλύτερα τον χαρακτήρα του ρόλου.

O Ποντεκόρβο, που πέθανε το 2006, ξόδευε μήνες - και μερικές φορές χρόνια - προκειμένου να μαζέψει το υλικό των ταινιών του. Δύο χρόνια χρειάστηκε για την προετοιμασία του «Κapό», το οποίο εν τέλει κέρδισε μια υποψηφιότητα για το Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Ωστόσο, η «Μάχη του Αλγερίου» ήταν η ταινία του που κατάφερε να προβληθεί ευρύτατα στις Ηνωμένες Πολιτείες κερδίζοντας υποψηφιότητες στα Οσκαρ δυο διαφορετικών ετών: το 1967 στην κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και το 1969 για καλύτερη σκηνοθεσία και καλύτερο σενάριο.