Φοιτητική ζωή στην πιο ιστορική εστία της Ιαπωνίας
Ένα μοναδικό, αυτοδιοικούμενο σύμπαν στεγάζεται στο πανεπιστήμιο του Κιότο.
Πηγή: NOWNESS
- Κατηγορία ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- 0
Ένα μοναδικό, αυτοδιοικούμενο σύμπαν στεγάζεται στο πανεπιστήμιο του Κιότο.
Πηγή: NOWNESS
Η τελευταία ταινία του Πολωνού Πάβελ Παβλικόφσκι που προβάλλεται από σήμερα με τις ταινίες της εβδομάδας, εξετάζει την επιστροφή του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα Τόμας Μαν στην πατρίδα του τη Γερμανία
Βαθμολογία
5: εξαιρετική
3: καλή
2: ενδιαφέρουσα
0: απαράδεκτη
Παραγωγή: Πολωνία/ Γερμανία. Γαλλία/ Ιταλία, 2026
Σκηνοθεσία: Πάβελ Παβλικόφσκι
Ηθοποιοί: Χανς Τσίσχλερ, Σάντρα Χούλερ, Αουγκουστ Ντιλ κ.α.
Λίγα χρόνια πριν πεθάνει το 1955, ο Γερμανός συγγραφέας Τόμας Μαν επέστρεψε για λίγο στην πατρίδα του την οποία είχε εγκαταλείψει μετά την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία την οποία είχε προβλέψει από το 1929. Ποια ήταν όμως η αληθινή πατρίδα του Τόμας Μαν; Ποια ήταν η πατρίδα στην οποία ανήκε η καρδιά του; Ερωτήματα σαν τα παραπάνω διαπερνούν την τελευταία δημιουργία του Πάβελ Παβλικόφσκι, του σπουδαίου Πολωνού σκηνοθέτη ταινιών όπως η «Ida» και ο «Ψυχρός πόλεμος».
Όμως ο Παβλικόφσκι ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο Τόμας Μαν γενικότερα, όχι μόνο σε σχέση με την χώρα πατρίδα του αλλά και με την οικογένεια πατρίδα. Ο Μαν που υποδύεται ο έξοχος Γερμανός ηθοποιός Χανς Τσίσχλερ, λατρεύει την κόρη του (Σάντρα Χούλερ) την οποία έχει ανάγκη. Συγχρόνως δείχνει εντελώς αποξενωμένος από τον γιό του, επίσης συγγραφέα Κλάους Μαν (Ογκαστ Ντιλ), με τον οποίο ποτέ δεν κατάφερε να επικοινωνήσει. Τα αισθήματα από πλευράς Κλάους, είναι αμοιβαία.
Τελικά όλη η συγκίνηση που πηγάζει από την ανάγνωση των γραπτών του Τόμας Μαν, βλέπουμε να αποτυπώνεται σε ένα έυφυές «απολείθωμα της μπουρζουαζίας» όπως αποκαλεί τον Τόμας Μαν η ίδια η κόρη του όταν βλέπει την ψυχρή και κυνική αντιμετώπισή του απέναντι σε μια ανείπωτη τραγωδία. «Η αυτοκτονία ένός τοξικομανούς είναι ασήμαντη μπροστά στην μοίρα του κόσμου» θα πει ο Μαν και θα ακούσει ότι τελικά, δεν είναι το κέντρο του κόσμου.
Και όλα τα παραπάνω είναι ενταγμένα σε μια ταινία γεμάτη «μικρές» αλλά χαρακτηριστικές σκηνές μέσω των οποίων ο Παβλικόφσκι μεταφέρει με υπέροχο (και αρκετά χιουμοριστικό) τρόπο, το ηλεκτρισμένο, ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής της ιστορίας της ταινίας όταν η Αμερική και την Ρωσία βρίσκονταν σε σύγκρουση ενώ καθόριζαν την μοίρα του υπόλοιπου κόσμου (στην ταινία ο Μαν δηλώνει αντίθετος και στα δύο μοντέλα, πιστεύοντας, ειρωνικά, στον άνθρωπο).
Βαθμολογία: 4
ΑΘΗΝΑ: ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ – ΡΙΒΙΕΡΑ – ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – CINE PARIS – ΑΝΕΣΙΣ – ΨΥΧΙΚΟ – ΔΙΑΝΑ – ΧΛΟΗ – ΛΙΛΑ – ΤΡΙΑΝΟΝ – ΝΑΝΑ κ.α.

Παραγωγή: ΗΠΑ, 2026
Σκηνοθεσία: Μίακλ και Πίτερ Σπίεριγκ
Ηθοποιοί: Χάριετ Σλέιτερ, Αρσέμα κ.α.
Ο μόνος λόγος ύπαρξης της ταινίας των αδελφών Σπίεριγκ είναι για να κόψει την ανάσα ακόμα και σε όσους δεν έχουν υψοφοβία (αυτοί που έχουν κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πατήσουν το πόδι τους ούτε απ’έξω από το σινεμά). Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους η ταινία τα καταφέρνει μια χαρά, με τις Χάριετ Σλέιτερ και Αρσέμα Τόμας στους ρόλους δύο νεαρών γυναικών που έχουν αποφασίσει να σκαρφαλώσουν στην κορυφή ενός από τα πιο κατακόρυφα, επίπεδα και βεβαίως ψηλά βουνά στον κόσμο, το οποία βρίσκεται στην Ταϊλάνδη.
Ακόμα και η όψη του, από μακριά προκαλεί ανατριχίλα και διόλου τυχαία το παρατσούκλι του όρους είναι Γκοτζίλα. Αν εξαιρέσεις κάτι αστειότητες «μυστηρίου» που ξαφνικά ξεπετάγονται στην ιστορία για να την κάνουν πιο «πικάντικη», η «Πτώση 2» φαίνεται να λειτουργεί αποτελεσματικά και όχι μόνο για τους λάτρεις των extreme sports στους οποίους, ως επί το πλείστον απευθύνεται. Βεβαίως, απολύτως τίποτα σε αυτή την ταινία δεν μπορεί να γίνει πιστευτό αλλά το ότι σε κρατά κοντά της, αυτό της το δίνεις – αν βέβαια αντέχεις στην θέα ανθρώπων να κυκλοφορούν στο κενό με 1200 μέτρα από κάτω τους και χωρίς να έχουν από πουθενά να πιαστούν.
Βαθμολογία: 2 ½
ΑΘΗΝΑ: ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ – ΑΕΛΛΩ – ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: CINEMA ONE – ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ κ.α.

Παραγωγή:Ιταλία, 2026
Σκηνοθεσία: Ρικάρντο Μιλάνι
Ηθοποιοί: Ντιέγκο Αμπανταντουόνο, Τζουζέπε Ιγνκάνιο Λόι κ.α.
Δεν είναι τόσο η καλλιτεχνική αξία όσο το θέμα αυτής της ιταλικής ηθογραφίας που κυρίως σε συνεπαίρνει για να την παρακολουθήσεις και να δεις που θα καταλήξει η ιστορία της. Γιατί ναι, ασκεί μια γοητεία η αντίσταση του υπερήλικα, πεισματάρη αγρότη της Σαρδηνίας, απέναντι στο κράτος που θέλει τη γη του προκειμένου να ενταχθεί στο οικόπεδο όπου θα κτιστεί ένα τεράστιο ξενοδοχειακό συγκρότημα.
Κυριαρχεί μια ποικιλία συναισθημάτων όπου η συγκίνηση και το χαμόγελο δημιουργούν ένα εύγευστο κοκτέιλ. Το «Ετσι είναι η ζωή» είναι μια κλασική περίπτωση ταινίας «Δαυίδ εναντίον Γολιάθ» και αυτό το σχήμα σχεδόν πάντα γοητεύει. Βέβαια, πρόκειται για μια ταινία που διαρκεί πολύ περισσότερο από όσο χρειαζόταν και πέφτει στην παγίδα της επανάληψης σκηνών όπου ξέρεις πολύ καλά τι θα γίνει. Όμως εν τέλει δικαιώνεσαι από την απίστευτη μορφή και μόνο του γερο-Εφίσιο που υποδύεται ο πραγματικός 84χρονος βοσκός της Σαρδηνίας Τζουζέπε Ιγκνάτσιο Λόι.
Βαθμολογία: 2 ½
ΑΘΗΝΑ: ΚΑΡΜΕΝ – ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ – ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ – ΑΕΛΛΩ – ΔΑΦΝΗ – ΣΠΟΡΤΙΓΚ – ΚΑΤΕΡΙΝΑ – ΣΙΝΕ ΤΙΤΑΝ – ΟΡΦΕΑΣ κ.α.

Παραγωγή: ΗΠΑ, 2026
Σκηνοθεσία: Τζον Λούκας ,Σκοτ Μουρ
Ηθοποιοί: Ισλα Φίσερ, Μισέλ Μπουτό, Λέσλι Μαν κ.α.
Το μόνο χάρισμα αυτής της χαζοχαρούμενης γυναικείας κομεντί είναι ότι βάζει εις τον κάλαθο των αχρήστων την πολιτική ορθότητα, ενώ αφηγείται την ιστορία τεσσάρων καταπιεσμένων γυναικών που αποφασίζουν για πρώτη φορά να το ρίξουν έξω και να περάσουν μερικές μέρες ξεγνοιασιάς σε ένα διάσημο για τις ανέσεις του ξενοδοχείο Spa. Εκεί όπου βεβαίως, θα τα κάνουν λίμπα.
Η Λέσλι Μαν είναι η δικηγόρος που μεγαλώνει τρία παιδιά και δεν μπορεί να βρει τον χρόνο για ένα ραντεβού, η Μισέλ Μπουτό είναι η ευτραφής μιγάς με τα δύο παιδιά που καταριέται τον άντρα της που την παράτησε για μια μεγαλύτερη, η Αν Φάρις έχει μόλις απολυθεί από τον καταπιεστικό «βασιλιά των πάρκινγκ» της Καλιφόρνια και η Ισλα Φίσερ είναι το πιο ανεξάρτητο πνεύμα μιας παρέας που κατά βάθος δεν την θέλει μαζί της. Η λειτουργία του ίδιου του Spa με τα κομφόρ του δίνει το πεδίο για μια συρραφή από κωμικά επεισόδια που τα ψιλοευχαριστιέσαι παρότι η ταινία αν και αρκετά δεικτική δεν έχει τη δυναμική αλλά ούτε και την «βρομιά» παρόμοιων κωμωδιών με γυναικοπαρέες όπως οι «Φιλενάδες» και το «Πάρτι γυναικών»
Βαθμολογία: 2
ΑΘΗΝΑ: ΝΑΝΑ – CINE ΚΗΠΟΣ (ΔΕΥΤ-ΤΕΤ) – CINE ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ (ΠΕΜ-ΚΥΡ) – ΠΑΝΘΕΟΝ ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑ (ΔΕΥΤ-ΤΕΤ) ΘΕΣ/ΚΗ: ΕΛΛΗΝΙΣ – ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ

Παραγωγή: ΗΠΑ/ Αγγλία, 2026
Σκηνοθεσία: Ρις Φρέικ-Γουότερφιλντ
Ηθοποιοί: Ρίτσαρντ Μπρέικ, Κάμερον Μπελ κ.α.
Το σεναριακό αδιέξοδο που επικρατεί τα τελευταία χρόνια όχι μόνο στο Χόλιγουντ αλλά σε όλες τις κινηματογραφίες του κόσμου αναφορικά με το είδος του θρίλερ και ακόμα περισσότερο του splatter είναι γνωστό και για κάποιους η αποδόμηση παραδόσεων φαίνεται να είναι η καλύτερη λύση. Οπότε σε πολλές σύγχρονες ταινίες του είδους βλέπεις μυθικά πρόσωπα της ποπ κουλτούρας να μετατρέπονται σε φορείς στιγνών εγκλημάτων, που αποκρυσταλλώνονται με αποκρουστικά αιμόφυρτες σκηνές.
Το είδαμε να συμβαίνει με τον Αγιο Βασίλη, το βλέπουμε τώρα και με την ξύλινη κούκλα του Μπολντόνι, τον θρυλικό ξύλινο κούκλο Πινόκιο του οποίου η μύτη μακραίνει όποτε λέει ψέματα. Κατασκεύασμα ενός πολύ σύγχρονου Τζεπέτο (Ρίτσαρντ Μπρέικ), θα γίνει ο καλύτερος φίλος του εγγονού του, Τζέιμς (Κάμερον Μπελ) και συγχρόνως ένα τερας που προκαλεί αποκρουστικούς θανάτους στην προσπάθειά του να γίνει και αυτός άνθρωπος. Την ίδια ώρα που πολλοί σπουδαίοι δημιουργοί έδωσαν την δική τους, σκοτεινή άποψη για τον Πινόκιο ακολουθώντας την λογική του παραμυθιού – ανάμεσά τους ο Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο και ο Ματέο Γκαρόνε – αυτή η ταινία, ξεδιάντροπα, αμαυρίζει την εικόνα της ξύλινης κούκλας χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο πέρα από την πρόκληση που έχει από μόνη της η ίδια η ιδέα της αποδόμησης.
Βαθμολογία:1
ΑΘΗΝΑ: VILLAGΕ MALL – ΑΕΛΛΩ – VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ – ΝΑΝΑ κ.α.
Προβάλλεται επίσης το animation «PAW Patrol Κουτάβια και δεινόσυροι» (PAW Patrol: The Dino movie ΗΠΑ, 2026) στο οποίο μετά από ένα ναυάγιο τα κουτάβια της PAW Patrol ξεβράζονται σε ένα αχαρτογράφητο τροπικό νησί δεινoσαύρων και αποφασίζουν να το σώσουν εμποδίζοντας έναν αδίστακτο δήμαρχο να εκμεταλλευτεί τους φυσικούς πόρους του. Στην ελληνική μεταγλώττιση ακούγονται οι Γιώργος Μαντάς, Ιωάννα Αβδελοπούλου, Τάσος Νταπαντάς κ.α.
Από το Παρελθόν

Παραγωγή: Ινδία, 1965
Σκηνοθεσία: Σατγιαζίτ Ρέι
Ηθοποιοί: Σουμίτρα Σατερτζί, Μανταβί Μουκερτζί, Χαραντάν Μπανερτζί κ.α.
Ο πρωτότυπος ινδικός τίτλος αυτού του μελοδράματος που σκηνοθέτησε ο κορυφαίος Ινδός σκηνοθέτης Σατγιαζίτ Ρέι σημαίνει «Ο κακός άνθρωπος» αν και ο «Δειλός» όπως η ταινία βαφτίστηκε στη Δύση ταιριάζει περισσότερο. Οι μεγάλες αποφάσεις ζωής που όλοι κάνουμε και αργότερα για κάποιες μετανιώνουμε και για κάποιες όχι, είναι εδώ το ουσιαστικό θέμα. Πολλά χρόνια πριν, ο Ρόι (Σουμίτρα Σατερτζί), ο περιφερόμενος στο ινδικό ύπαιθρο σεναριογράφος και κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, επέλεξε να μην ακολουθήσει τον δρόμο της καρδιάς του και δεν παρέμεινε στο πλευρό της αγαπημένης του Καρούνα (Μανταβί Μουκερτζί). Οπότε όταν χρόνια αργότερα την ξαναβρίσκει μπροστά του, παντρεμένη με έναν πλούσιο ιδιοκτήτη φυτειών τσαγιού (Χαραντάν Μπανερτζί) θα προσπαθήσει να την πλησιάσει εκ νέου. Ο Ρέι παρακολουθεί με όρεξη την ιστορία που διανθίζεται από σύντομα φλας μπακ συνθέτοντας μια πλήρη εικόνα τόσο των προσώπων όσο και του πλαισίου της ινδικής κοινωνίας στην οποία, ως γνωστόν, ο οικονομικός παράγοντας δημιουργεί ένα κλίμα έντονου ρατσισμού.
Βαθμολογία: 3
AΘΗΝΑ: ΣΤΟΥΝΤΙΟ

Παραγωγή: ΗΠΑ, 1948
Σκηνοθεσία: Τζον Χιούστον
Ηθοποιοί: Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Λορίν Μπακόλ, Εντουαρντ Τζ. Ρομπινσον κ.α.
Αρχετυπικό φιλμ νουάρ του σπουδαίου Τζον Χιούστον στο οποίο παρακολουθούμε την σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στα μέλη μιας επικίνδυνης συμμορίας κακοποιών, της οποίας ο αρχηγός είναι ψυχοπαθής, και τους ανθρώπους που κρατούν ομήρους σε κάποιο νησάκι της Φλόριντα, απ’ όπου οι κακοποιοί σκοπεύουν να διαφύγει. Ανάμεσα στους ομήρους όμως, βρίσκεται και ένας φαινομενικά δειλός βετεράνος πολέμου που τελικά θα αποπειραθεί να τον σταματήσει. Ο Χιούστον πραγματεύεται άψογα το θέμα της αντίστασης του καθημερινού ανθρώπου απέναντι στην οποιαδήποτε μορφή αδικίας και βίας και αποσπά αξέχαστες ερμηνείες σε μια διαρκώς τεταμένη ατμόσφαιρα. Η Κλερ Τρέβορ κέρδισε το Όσκαρ β’ γυναικείου ρόλου ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ παίζει αρκετά συγκρατημένα τον βετεράνο και την παράσταση κλέβει ο Εντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον, πραγματικά ασυγλράτητπς στον ρόλο του εκτός εαυτού γκάνγκστερ.
Βαθμολογία: 3
AΘΗΝΑ: ΑΤΕΝΕ

Παραγωγή: Ιράν,1989
Σκηνοθεσία: Μπαχράμ Μπεϊζαΐ
Ηθοποιοί: Αντνάν Αφραγιάν, Σουζάν Τασλιμί κ.α.
Δεν είναι ευρέως γνωστό ότι το 1999, δέκα χρόνια μετά την πρώτη προβολή της στις αίθουσες, η ταινία του Μπαχράμ Μπεϊζαΐ ψηφίστηκε ως η καλύτερη ιρανική ταινία όλων των εποχών, ενώ μόλις πέρσι, τιμήθηκε με το Βραβείο Καλύτερης Αποκατεστημένης Ταινίας στο τμήμα Venice Classics του Φεστιβάλ Βενετίας. Η οδύσσεια προς τον ιρανικό Βορρά του Μπασού, ξεριζωμένου παιδιού που έχασε τους γονείς του σε βομβαρδισμό στο νότιο Ιράν κατά την διάρκεια του πολέμου Ιράν – Ιράκ,είναι το εργαλείο του Μπεϊζαϊ για την καλά μελετημένη και διόλου λαϊκίστικη οργάνωση του «ευρύτερου πλάνο» της ταινίας: με την κάμερά του «αγγίζει» πλευρές των κοινωνικών συνθηκών της εποχής, σχολιάζει τις συνέπειες ενός παράλογου πολέμου και επισημαίνει τις προκαταλήψεις σε μια χώρα όπου η αποδοχή του διαφορετικού μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Και όλα αυτά τα αντανακλώνται στην ταινία μέσα από την σχέση του Μπασού με την εξαίρεση στον κανόνα, μια γυναίκα. Το μοναδικό πρόσωπο που αποφασίζει να τον βοηθήσει, παρότι έτσι βρεθεί η ίδια στο μάτι του κυκλώνα και στο στόχαστρο της τοπικής κοινωνίας σε αυτή την βαθιά ουμανιστική αλλά και λυρική ταινία που αξίζει να ανακαλύψετε.
Βαθμολογία: 3
Ο 65χρονος αστέρας επέστρεψε στο γνώριμο και αγαπημένο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας για να παραλάβει αυτή τη φορά τον τιμητικό Χρυσό Λέοντα, σε μια λαμπερή εξαήμερη παρουσία που έρχεται να υπενθυμίσει τη μακρά σχέση του με την Ιταλία και τη νέα του ζωή στην Ευρώπη
Υπάρχουν σταρ που φτάνουν σε ένα φεστιβάλ και υπάρχουν σταρ που κάνουν ολόκληρη την πόλη να μοιάζει με σκηνικό φτιαγμένο ειδικά για την άφιξή τους. Ο Τζορτζ Κλούνεϊ ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Με το χαρακτηριστικό χαμόγελο, μαύρη μπλούζα και γυαλιά ηλίου, ο κάποτε νεαρός «γιατρός» του «Στην Εντατική», έπειτα ο σούπερ σταρ του εμπορικά σινεμά αλλά παράλληλα και ο σκεπτόμενος οσκαρικός τού «Syriana», τού «Καληνύχτα και καλή τύχη», και του «Argo», και πάντα ένα σύμβολο της γοητείας της αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος, έφτασε στη Βενετία διά θαλάσσης, για να παραλάβει τον Χρυσό Λέοντα για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο –μόλις στα 65 του.
Οπως παρατήρησε η απεσταλμένη της Repubblica, Κιάρα Ουγκολίνι, η άφιξη του Κλούνεϊ στη Γαληνοτάτη για το 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου (2-12 Σεπτεμβρίου) είναι κάτι περισσότερο από μια ακόμη εμφάνιση στο κόκκινο χαλί: είναι η επιστροφή ενός σταρ που «γεννήθηκε» στη Βενετία και εδώ και χρόνια έχει κάνει την Ευρώπη δεύτερη πατρίδα του.
Ο πιο ευρωπαϊκός Αμερικανός του Χόλιγουντ
Στα 65 του, ο Κλούνεϊ έχει πλέον εξελιχθεί στον πιο «ευρωπαϊκό» Αμερικανό του Χόλιγουντ. Διατηρεί εδώ και 24 χρόνια τη Villa Oleandra στη λίμνη Κόμο, ενώ στα τέλη της περασμένης χρονιάς εγκαταστάθηκε μαζί με τη σύζυγό του, δικηγόρο ανθρωπίνων δικαιωμάτων Αμάλ Κλούνεϊ, και τα εννιάχρονα δίδυμά τους, Έλα και Αλεξάντερ, στη γαλλική εξοχή.
Μια ζωή μακριά από την εικόνα του τυπικού αμερικανού σταρ και πολύ κοντά σε αυτό που η Repubblica περιγράφει ως την πιο ευρωπαϊκή εκδοχή του.

Η άφιξη δύο σταρ: Αμάλ και Τζορτζ Κλούνεϊ φθάνουν στην αγαπημένη τους Βενετία, όπου είχαν παντρευτεί πριν 12 χρόνια (Photo by Jacopo Raule/FilmMagic)
Η σχέση του με τη Βενετία, πάντως, είναι ιδιαίτερη. Εδώ παντρεύτηκε την Αμάλ τον Σεπτέμβριο του 2014, σε μια γιορτή που κράτησε ουσιαστικά τέσσερις ημέρες και μετέτρεψε την πόλη σε σκηνικό ενός από τους πιο λαμπερούς γάμους της δεκαετίας. Τώρα επέστρεψε για το 83ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου θα παραμείνει τις επόμενες ημέρες, φιλοξενούμενος στο πολυτελές Belmond Hotel Cipriani στη Τζιουντέκα, εκεί όπου είχαν καταλύσει και αρκετοί από τους καλεσμένους του γάμου του.
Φλας, θαυμαστές και ένα «ιερό τέρας»
Εξω από το Palazzo del Cinema, το κοινό είχε ήδη πάρει θέση. Φανς είχαν στήσει σκηνές εδώ και ημέρες, περιμένοντας μια ματιά, ένα χαμόγελο, ίσως μια φωτογραφία από τον άνθρωπο που παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η παρουσιάστρια της τελετής, Γκρέτα Σκαράνο, έχει μάλιστα περιγράψει την αμηχανία της ίδιας και των συνεργατών της μπροστά στο ερώτημα τι μπορεί να ειπωθεί από τη σκηνή για «ένα ιερό τέρας που δεν χρειάζεται συστάσεις».
Η Λόρα Ντερν και η συγκινητική έκπληξη
Το βράδυ, την τιμητική παρουσίαση για τον Κλούνεϊ θα κάνει η Λόρα Ντερν, φίλη και συνάδελφός του. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί στις αρχές της καριέρας τους, στα γυρίσματα της ταινίας τρόμου «Grizzly II: The Predator», μιας παραγωγής που έμεινε ανολοκλήρωτη όταν τελείωσαν τα χρήματα.
Περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ξαναβρέθηκαν στα γυρίσματα του «Jay Kelly» του Νόα Μπόμπακ. Η ταινία μοιάζει σχεδόν προφητική. Ο Κλούνεϊ υποδύεται έναν σταρ του Χόλιγουντ που προσκαλείται σε ένα μικρό και κάπως ανοργάνωτο φεστιβάλ της Τοσκάνης για να παραλάβει ένα βραβείο καριέρας. Λίγο πριν από την απονομή, προβάλλεται ένα βίντεο με στιγμές από τη ζωή του κινηματογραφικού ήρωα, όμως ο Κλούνεϊ αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα παρακολουθεί τη δική του καριέρα να περνά μπροστά από τα μάτια του. Ο Μπόμπακ δεν του είχε αποκαλύψει τη σκηνή και η συγκίνησή του μπροστά στην κάμερα ήταν αληθινή.
Έξι ημέρες γεμάτες κινηματογράφο
Η φετινή παρουσία του στη Βενετία, άλλωστε, δεν περιορίζεται στο κόκκινο χαλί. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ένα ανοιχτό masterclass με το κοινό, ενώ ακολουθεί και συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Έξι ημέρες, τρεις διαφορετικές εμφανίσεις και ένας πρωταγωνιστής που εξακολουθεί να συγκεντρώνει πάνω του τα φλας, ακόμη και όταν δεν βρίσκεται μπροστά από την κάμερα.
Από την… «Εντατική» στα Οσκαρ
Η καριέρα του ξεκίνησε όταν ήταν ακόμη νεαρός, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η Βενετία τον υποδέχθηκε για πρώτη φορά το 1998, με το «Out of Sight» του Στίβεν Σόντεμπεργκ, και ενώ το τηλεοπτικό «ER» τον είχε καθιερώσει (και ίσως παγιδεύσει) ως τηλεοπτικό αστέρα. Εκείνο το φεστιβάλ τα άλλαξε όλα. Τότε ακόμα υπήρχε μια διακριτική μόνο αίσθηση ότι εκείνος θα ήταν ο επόμενος μεγάλος σταρ του αμερικανικού κινηματογράφου. Ο Κλούνεϊ δεν είχε ακόμη καθιερωθεί στη μεγάλη οθόνη –είχε εμφανιστεί σε λίγες κινηματογραφικές παραγωγές, ανάμεσά τους και σε μια απελπιστικά μέτρια εκδοχή του «Batman»– και η τηλεόραση τον κρατούσε ερμηνευτικά «αιχμάλωτο».
Ομως εκείνος ο ρόλος, δίπλα στην υπέροχη Τζένιφερ Λόπεζ, μέσα από τον αργό και απολαυστικό φακό του Σόντεμπεργκ, τον έκανε τον νέο αστέρα της Εβδομης Τέχνης. Στην πορεία έγινε σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός και φυσικά ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους ηθοποιούς της γενιάς του, κερδίζοντας και δύο Οσκαρ, για τον ρόλο του στο «Syriana» (2006) και την παραγωγή του «Argo» (2013), ενώ έχει μετρήσει άλλες έξι υποψηφιότητες για το χρυσό αγαλματάκι της Ακαδημίας, μεταξύ αυτών για τη σκηνοθεσία και το σενάριο του «Good Night, and Good Luck» (2005).
Μακριά από την Αμερική του Τραμπ
Πίσω από τη λάμψη, όμως, υπάρχει και ένας Κλούνεϊ που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει σαφείς αποστάσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ. Η επιλογή της Γαλλίας ως νέας οικογενειακής βάσης θεωρήθηκε από πολλούς συμβολική. Ο ίδιος δεν έχει κρύψει την απογοήτευσή του, θυμίζοντας ότι μεγάλωσε στο Κεντάκι, πούλησε ασφάλειες από πόρτα σε πόρτα, γυναικεία παπούτσια και εργάστηκε νύχτες σε κατάστημα ποτών. «Δεν είχα ασφάλιση υγείας για οκτώ χρόνια», έχει πει, απορρίπτοντας την εικόνα του αποκομμένου από την πραγματικότητα «σταρ της ελίτ του Χόλιγουντ».
Και έτσι, ανάμεσα στα κανάλια της Βενετίας, τα φλας των φωτογράφων και τον Χρυσό Λέοντα που τον περιμένει, ο Τζορτζ Κλούνεϊ βρίσκεται ξανά στο κέντρο μιας μεγάλης κινηματογραφικής σκηνής. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υποδύεται κανέναν. Είναι ο ίδιος ο Κλούνεϊ, ο σταρ που πέρασε από το Κεντάκι στο Χόλιγουντ, από το Χόλιγουντ στη λίμνη Κόμο και από εκεί στη Βενετία — για να αποδείξει, στα 65 του, ότι ορισμένες γοητείες δεν χρειάζονται δεύτερη λήψη
Ο διάσημος Αμερικανός ηθοποιός μεταμορφώνεται σε σαρωτικό Χαλκ κάθε φορά που ένας ολιγάρχης διανοείται να πλήξει τα δικαιώματα των εργατών και των μεταναστών, το περιβάλλον ή την εθνική κυριαρχία.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΟΙ οι ηθοποιοί στο Χόλιγουντ που πλέον ενώνουν τη φωνή τους με Ευρωπαίους συναδέλφους τους υπογράφοντας συλλογικές επιστολές ή παραχωρώντας συνεντεύξεις σε ειδικευμένα media για να εναντιωθούν σε κοινωνικές αδικίες και να πάρουν θέση σε φλέγοντα πολιτικά ζητήματα, συχνά προκαλώντας ενόχληση στους συντηρητικούς κύκλους, αλλά και θυμηδία σε μερίδα του κοινού που πιστεύει πως, γενικότερα μιλώντας, οι κακομαθημένοι πλούσιοι σταρ καλά θα κάνουν να κάτσουν στα προνόμια και στον πλούτο τους, αντί να «σοσιαλίζουν», παίρνοντας το μέρος του φτωχών και καταφρονεμένων underdogs. Η περίπτωση του Μαρκ Ράφαλο έχει αποκτήσει πρόσθετο ενδιαφέρον, γιατί όταν τόλμησε να χρησιμοποιήσει τη λέξη γενοκτονία, μια εκστρατεία αμαύρωσης του χαρακτήρα του φαίνεται να δρομολογήθηκε. Ωστόσο, δεν προτίθεται να την αφήσει να περάσει αμαχητί.
Εμπρός στον δρόμο που χάραξε η Τζέιν Φόντα, and beyond: η ακάματη αφοσίωση του Ράφαλο στην ηθική ορθότητα, τουλάχιστον έτσι όπως αυτός την αντιλαμβάνεται, φαίνεται να ξεκίνησε το 2008, όταν μια εταιρεία φυσικού αερίου απείλησε με υδρορρηγμάτωση γη που κατέχει η οικογένειά του σε μια κωμόπολη στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης. Δεν έχασε χρόνο. Έδωσε τηλεοπτικές συνεντεύξεις και μίλησε ανοιχτά για παραβάσεις που δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις εγκατάστασης, προσωποποιώντας ένα θέμα που συνήθως περνά στα ψιλά των ειδήσεων. Ο ρόλος του στο «Dark Waters» του 2019 μοιάζει να εμπνέεται δραματουργικά από την υπόθεση εκείνη.
Είναι πολύ πιθανό o Ράφαλο να έχει ήδη φέρει σε αμηχανία και τα στούντιο με τα οποία συνεργάζεται, και που ενδεχομένως να διπλοτσεκάρουν τις πιθανότητες να αναστείλουν την εμπιστοσύνη τους στο μαχητικό πρόσωπό του.
Έκτοτε, ο περιβαλλοντικός ακτιβισμός του συγκρίνεται μόνο με τις πολιτικές τοποθετήσεις του, εντός και εκτός συνόρων. Καθαρά υπέρ των Δημοκρατικών (ο Τραμπ είναι προφανής στόχος), δεν παραλείπει να κριτικάρει κάποιους από τους υποψηφίους του κόμματος για τις θέσεις ή την αδράνειά τους, δίνοντας παράλληλα τη δική του ψήφο εμπιστοσύνης κυρίως στον Μπέρνι Σάντερς, αναγκαστικά στη Χίλαρι Κλίντον και πρόσφατα στην Κάμαλα Χάρις. Συχνά χρησιμοποιεί την πλατφόρμα των επίσημων απονομών, των κόκκινων χαλιών αλλά και των εδράνων της Γερουσίας για να αναφερθεί σε θέματα που τον αφορούν – όπως όταν φόρεσε το pin «Be Good» για το θύμα των πρακτόρων του ICE, Ρενέ Γκουντ.

Μάλωσε την Έλεν ντε Τζένερις για τις φιλικές της σχέσεις με τον υπαίτιο του πολέμου στο Ιράκ, πρώην Πρόεδρο Τζορτζ Μπους τον νεότερο, υποστήριξε τους Αρμένιους στο θέμα της γενοκτονίας, τάχθηκε υπέρ της Ουκρανίας και του Ζελένσκι, και παλιότερα υπέρ της «πράσινης» Μαρίνα Σίλβα στις βραζιλιάνικες εκλογές και του Εργατικού Τζέρεμι Κόρμπιν στις αντίστοιχες βρετανικές. Κι ενώ οι αντιδράσεις στις πολλές δράσεις του είναι λίγες, όπως η απόρριψη εκ μέρους της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας (που υποστηρίζει) όταν δεν είχε καμία αντίρρηση με το κάστινγκ του Ματ Μπόμερ στο ρόλο τρανς γυναίκας στο φιλμ «Anything», τον τελευταίο μήνα φαίνεται να απέκτησε έναν σοβαρό και πανίχυρο εχθρό: την οκογένεια Έλισον.
Ο Ράφαλο επισήμανε πως εκτός από τον οφθαλμοφανή μονοπωλιακό της χαρακτήρα, η εξαγορά της Warner από την Paramount θα προκαλέσει μεγάλους κλυδωνισμούς στη βιομηχανία και πολλές απολύσεις, παρά τις διαβεβαιώσεις των στελεχών, περίπου όπως είχε γίνει με τη συγχώνευση της Paramount με τη Skydance. Αυτό που θα προκύψει, κάπως σαν Para Bros, αν βέβαια εγκριθεί από επιτροπές που ακόμη συσκέπτονται και καθυστερούν να βγάλουν οριστική απόφαση σε ένα από τα μεγαλύτερα σίριαλ στον χώρο, θα είναι καταστροφικό γιατί θα χαθούν δουλειές και θα συρρικνωθεί το απειλούμενο επάγγελμα, κατά τον Ράφαλο. Εκεί που προκάλεσε τη μήνι ωστόσο ήταν όταν συνέδεσε τα συμβόλαια μιλιταριστικής τεχνολογίας της Oracle του πατέρα Λάρι Έλισον με την ισραηλινή κυβέρνηση Νετανιάχου, λέγοντας πως πίσω από την Paramount του υιού Ντέιβιντ Έλισον σαφώς και κρύβονται δισεκατομμύρια που σπέρνουν θάνατο στη Γάζα.
Ενώ είχε ζητήσει συγγνώμη για παλιότερες δηλώσεις του περί γενοκτονίας, τώρα σκόπιμα δεν απέφυγε τη διατύπωση, προξενώντας την έντονη ένσταση των κορυφαίων εβραϊκών λόμπι για δυσφήμιση, αλλά και μια αρκετά ψύχραιμη, αν και στακάτη απάντηση από την Paramount, που χαρακτήρισε τις θέσεις του βαθιά αντισημητικές. «Αποκρουστικά αβάσιμες» θεώρησε τις κατηγορίες αυτές ο Ράφαλο, και λίγοι θαρραλέοι, όπως η Χάνα Έιμπιντερ και ο Τζον Κιούζακ, τάχθηκαν υπέρ του. Ίσως η απουσία στήριξης δικαολογείται από έναν άτυπο μακαρθισμό που ο Ράφαλο έχει διακρίνει πρόσφατα, μιλώντας στις τάξεις του σωματείου των ηθοποιών για φόβο. Δεν έχει εντελώς άδικο. Η Μεξικανή Μελίσα Μπαρέρα απολύθηκε από το «Scream», ενώ καιρό έχουμε να ακούσουμε τη Σούζαν Σαράντον, μετά το backlash των αρχικών της απόψεων για έναν πόλεμο που, όσο συνεχίζεται, θα προκαλεί ρήξη και διχασμό ακόμη και στη συνήθως ομόφωνα φιλελεύθερη κοινότητα του ευρύτερου Χόλιγουντ.

Ο ηθοποιός με τις ιταλικές και γαλλοκαναδικές ρίζες, που ξεκίνησε με καλές σπουδές υποκριτικής, διαφημιστικά και μικρούς ρόλους όπως οι περισσότεροι, για να εξελιχθεί σε πολύ υπολογίσιμο μελάνζ ιδιοσυγκρασιακού πρωταγωνιστή και ικανότατου καρατερίστα, με τις δυο υποψηφιότητες για Όσκαρ για το «The kids are alright» και το «Foxcatcher» και μια υποψηφιότητα για Τόνι και τη συνεχή παρουσία σε ταινίες δημιουργών, δεν έμεινε στις επιλογές που του προσφέρει το επάγγελμα, αλλά άσκησε το δικαίωμα που του προσφέρει το Σύνταγμα για ελεύθερο, συχνά αντιπολιτευτικό λόγο, καταδικάζοντας ολιγαρχικά συμφέροντα, μονοπωλιακές τακτικές και αντεργατικές κινήσεις – ένας ακραιφνής anti-corporate πολίτης που έχει γίνει αγκάθι, χωρίς να σκιάζεται για τις προσωπικές και επαγγελματικές συνέπειες του ακτιβισμού του. Είναι πολύ πιθανό να έχει ήδη φέρει σε αμηχανία και τα στούντιο με τα οποία συνεργάζεται, και που ενδεχομένως να διπλοτσεκάρουν τις πιθανότητες να αναστείλουν την εμπιστοσύνη τους στο μαχητικό πρόσωπο του.
Δεν τον είδαμε στο promotion του τελευταίου «Spider-Man». Τυχαίο;