ενημέρωση 8:30, 3 November, 2026

Καρπουχτσής – ΕΛΑΣ - Ποιοι είναι τελικά οι «νοικοκύρηδες» για τη ΝΔ; Οι «Φραπέδες», η «Ferrari» και οι «Χασάπηδες»;

«Για εμάς», τονίζει ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Κώστας Καρπουχτσής, «οι πραγματικοί νοικοκύρηδες είναι οι άνθρωποι που δουλεύουν, παράγουν και πληρώνουν. Αυτούς τους ανθρώπους η Νέα Δημοκρατία έχει ξεχάσει και πλέον θεωρεί κακομοίρηδες. Και αυτοί ζητούν αλλαγή».

«Ποιοι είναι τελικά οι ‘νοικοκύρηδες’ για τη ΝΔ; Οι ‘Φραπέδες’, η ‘Ferrari’ και οι ‘Χασάπηδες’;», αναρωτιέται ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, μετά την απαράδεκτη δήλωση του υφυπουργού Εξωτερικών της κυβέρνησης, Χάρη Θεοχάρη, περί «κακομοίρηδων» και «νοικοκύρηδων».

Ο κ. Καρπουχτσής τονίζει, σε ανάρτησή του, πως η Νέα Δημοκρατία έχει ξεχάσει ποιοι είναι οι πραγματικοί νοικοκύρηδες αυτής της χώρας.

Σημειώνει πως, από τη μία πλευρά, «π κ. Θεοχάρης μιλά για ‘κόμματα του κακομοίρη’ και για ‘νοικοκύρηδες’» και, από την άλλη, «ο κ. Κουλκουδίνας μάς λέει ότι αν δεν αντέχουμε 10 ευρώ βενζίνη για να πάμε στη δουλειά, να πάρουμε το λεωφορείο».

«Και το 70% της κοινωνίας ζητά πολιτική αλλαγή. Δηλαδή όλοι αυτοί είναι οι κακομοίρηδες’;», ρωτά την κυβέρνηση ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, προσθέτοντας χαρακτηριστικά: «Και ποιοι είναι τελικά οι ‘νοικοκύρηδες’ για τη ΝΔ; Οι ‘Φραπέδες’, η ‘Ferrari’ και οι ‘Χασάπηδες’;» του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ.

«Για εμάς», υπογραμμίζει ο Κώστας Καρπουχτσής, «οι πραγματικοί νοικοκύρηδες είναι οι άνθρωποι που δουλεύουν, παράγουν και πληρώνουν. Δεν ζητούν ελεημοσύνη. Ζητούν να ζουν από τη δουλειά τους, με καθαρούς και ίσους κανόνες, χωρίς κοροϊδία και χωρίς προνόμια για τους λίγους. Αυτούς τους ανθρώπους η Νέα Δημοκρατία έχει ξεχάσει και πλέον θεωρεί κακομοίρηδες. Και αυτοί ζητούν αλλαγή», σημειώνει καταληκτικά ο αναπληρωτής εκπρόσωπος της Συμπαράταξης.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

ΝΔ - ένα κόμμα σε διαρκή άρνηση της πραγματικότητας

Από την παρουσία διαφόρων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στα μέσα ενημέρωσης προκύπτει ότι μάλλον δεν έχουν ακριβώς επαφή με την πραγματικότητα

Τις τελευταίες μέρες διάφορα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας επαναλαμβάνουν με διάφορους τρόπους, και σε συναγωνισμό για το ποιος θα το υπογραμμίσει με τον πιο εξωφρενικό τρόπο, ένα αφήγημα ότι στην Ελλάδα όχι μόνο δεν υπάρχει κρίση κόστους ζωής, αλλά στην πραγματικότητα οι άνθρωποι είναι στην καλύτερη δυνατή οικονομική κατάσταση.

Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα στην Ελλάδα δεν είναι ακριβά τα καύσιμα, γιατί εάν ήταν ακριβά, τότε δεν θα βλέπαμε μεγάλη κίνηση στις λεωφόρους της Αθήνας και κυκλοφοριακή συμφόρηση, αλλά οι άνθρωποι θα παρατούσαν τα αυτοκίνητά τους. Αφού δεν τα παρατούν δεν έχουν κανένα πρόβλημα.

Αντίστοιχα, οι άνθρωποι δεν υποφέρουν οικονομικά γιατί βγαίνουν έξω και κυκλοφορούν στους δρόμους και στα μαγαζιά, άρα καταναλώνουν και επομένως έχουν λεφτά. Εάν δεν είχαν θα κάθονταν στο σπίτι και θα ψόφαγαν της πείνας.

Και βέβαια οι άνθρωποι δεν υποφέρουν από την ακρίβεια επειδή δεν μπορούσες το καλοκαίρι να βρεις ελεύθερη ξαπλώστρα, διότι προφανώς εάν δεν είχαν λεφτά δεν θα πήγαιναν στην παραλία.

Όλα αυτά δεν λέγονται ως αστεία σε κακής ποιότητας παράσταση. Λέγονται στα σοβαρά. Διατυπώνονται ως επιχειρήματα για να αποδειχτεί ότι όσοι μιλούν για ακρίβεια και για κοινωνική δυσαρέσκεια το κάνουν επειδή είναι μεμψίμοιροι και θέλουν να μην αφήσουν την κυβέρνηση να παράγει το έργο της.

Προφανώς και λέγοντάς τα αυτά αγνοούν την ίδια την πραγματικότητα, ή απλώς την προσπερνάνε. Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι εάν κάποιος δεν μπορεί να πάει στη δουλειά του παρά μόνο με αυτοκίνητο, τότε θα αναγκαστεί να το πάρει και θα υπάρξει και κυκλοφοριακό πρόβλημα και ταυτόχρονα αυτό θα του κοστίσει πολύ περισσότερο και αυτό το κόστος θα σημαίνει ότι θα αναγκαστεί να στερηθεί κάτι άλλο.

Το ίδιο ισχύει για το εάν οι άνθρωποι βγαίνουν από τα σπίτια τους, πηγαίνουν σε καταστήματα ή ακόμη και σε παραλίες ή καφετέριες. Αυτές είναι στοιχειώδεις ανάγκες τις οποίες από ένα σημείο και μετά δεν μπορεί κάποιος να μην καλύψει. Αυτό δε, σημαίνει ότι εάν όλες αυτές οι υπηρεσίες κοστίζουν πολύ περισσότερο, όπως συμβαίνει σήμερα, τότε το κόστος είναι μεγάλο και πάλι θα αναγκαστούν να στερηθούν κάτι άλλο.

Και βέβαια ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι αυτή τη στιγμή οι άνθρωποι βγάζουν ως μισθό και εισόδημα παραπάνω από όσο έβγαζαν το 2019, ταυτόχρονα βλέπουν αυτό το επιπλέον εισόδημα να εξανεμίζεται πολύ πιο γρήγορα, να αναγκάζονται παρότι παίρνουν περισσότερα να κάνουν αυστηρές επιλογές και κάποια πράγματα να τα στερούνται, ξεκινώντας από το γεγονός ότι δεν τους μένουν πολλά για αποταμίευση.

Επιπλέον, οι άνθρωποι δεν ζουν σε γυάλα. Δεν παρατηρούν μόνο τις αυξημένες τιμές στο βενζινάδικο ή το σουπερμάρκετ, την απτή απόδειξη ενός πληθωρισμού σε άνοδο όπως επιβεβαιώνει και η ΕΛΣΤΑΤ. Την ίδια στιγμή ακούνε ειδήσεις και καταλαβαίνουν ότι μπαίνουμε σε μια περισσότερο ασταθή περίοδο, με υπαρκτούς κινδύνους για γεωπολιτικές εξελίξεις που θα έχουν επίπτωση και στο κόστος ενέργειας, άρα και στους «οικογενειακούς προϋπολογισμούς».

Και αυτό τους δημιουργεί ανασφάλεια. Γιατί οι άνθρωποι που όντως ζουν από τον μόχθο τους δεν θέλουν απλώς να μπορούν να τα βγάζουν πέρα τώρα, θέλουν να έχουν και την αίσθηση ότι θα συνεχίσουν να τα βγάζουν πέρα και στο μέλλον. Και ως προς αυτό τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα. Για να μην αναφερθούμε και σε άλλα γεγονότα που γεννούν ανησυχία στους ανθρώπους και τους κάνουν να μην αισθάνονται αισιοδοξία για το μέλλον, όπως είναι η κατάσταση με το σύστημα υγείας και η αγωνία για το τι θα γίνει εάν συμβεί κάτι στους ίδιους ή σε ένα οικείο πρόσωπο.

Όλα αυτά τα καταλαβαίνει η κοινωνία και γι’ αυτό τον λόγο ιεραρχεί ψηλά το πρόβλημα της ακρίβειας και είναι τόσο δυσαρεστημένη με την κυβέρνηση και τις πολιτικές της. Δεν είναι επειδή είναι «μίζερη». Το ακριβώς αντίθετο: είναι μια κοινωνία που το 2019 είχε πραγματική αισιοδοξία ότι τα χειρότερα είχαν περάσει και ότι η χώρα επανερχόταν στην κανονικότητα και ένα μέλλον πιο προβλέψιμο. Είναι μια κοινωνία που άντεξε και την πανδημία και τις μετέπειτα μεγάλες αναστατώσεις, ακριβώς επειδή πίστευε ότι παρ’ όλα αυτά μπορούν τα πράγματα να πάνε καλύτερα. Και που τώρα συνειδητοποιεί ότι όχι μόνο δεν πάνε καλύτερα, αλλά ξαναμπαίνει σε έναν κύκλο κρίσης και ανασφάλειας. Κάτι που αισθάνεται καθημερινά, ακόμη και όταν οδηγεί, πηγαίνει στα καταστήματα ή κατεβαίνει στην παραλία.

Προφανώς όλα αυτά δεν σημαίνουν κάτι για βουλευτές και στελέχη της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη που επιμένουν ότι ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Ή, για να πούμε την αλήθεια, ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνουν, αλλά προσπαθούν να εμπεδώσουν την αντίληψη ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική, ότι τίποτε άλλο δεν μπορεί να γίνει και άρα ότι το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι πολίτες είναι συμφιλιωθούν και να λένε «πάλι καλά».

Όμως, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι πολίτες δεν προσυπογράφουν αυτό το «πάλι καλά» και δεν πιστεύουν ότι ζουν στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Βιώνουν πραγματικά προβλήματα και έχουν εξίσου πραγματικές αγωνίες για το μέλλον, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν εναλλακτικές και είναι θέμα πολιτικής βούλησης εάν θα υπάρξουν μέτρα υπέρ του συνόλου ή μέτρα υπέρ ημετέρων, που ευνοήθηκαν προκλητικά από την κυβερνητική πολιτική, είτε με τη διασπάθιση ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων, είτε με την ανοχή σε πρακτικές καρτέλ και υπερκερδών. Και γι’ αυτόν τον λόγο και επιμένουν τόσο έντονα σε ένα αίτημα πολιτικής αλλαγής.

Πηγή: in

Πώς τρεις αυτοκρατορίες κέρδισαν και έχασαν τον έλεγχο του Ορμούζ και του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ

Του Ιμπραχίμ Αλ-Μαράσι, Πανεπιστήμιο ΙΕ, Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Μάρκος | The Conversation

Τους τελευταίους μήνες, τα Στενά του Ορμούζ και του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ έχουν καταστεί συνώνυμα των γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Όποιος ελέγχει αυτές τις στενές θαλάσσιες διόδους ελέγχει και τη ροή της ναυσιπλοΐας από την Αραβική και την Ερυθρά Θάλασσα προς τον Ινδικό Ωκεανό και μαζί της, ένα ζωτικής σημασίας τμήμα του παγκόσμιου εμπορίου.

Ωστόσο, οι συγκρούσεις για τον έλεγχο αυτών των στενών είναι σχεδόν τόσο παλιές όσο και το ίδιο το σύγχρονο θαλάσσιο εμπόριο. Ο πόλεμος μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν για αυτά τα στρατηγικά περάσματα αποτελεί απλώς το τελευταίο κεφάλαιο μιας ιστορίας αιώνων, κατά την οποία δυνάμεις εκτός της περιοχής επιχειρούν να επηρεάσουν ή να κυριαρχήσουν στη Μέση Ανατολή μέσω της θάλασσας.

Η Κίνα της δυναστείας των Μινγκ προσφέρει ένα από τα παλαιότερα παραδείγματα εξωπεριφερειακής δύναμης που προέβαλε την ισχύ της μέσω της ναυτικής υπεροχής και της διπλωματίας. Το 1405, ο Κινέζος μουσουλμάνος ναύαρχος, εξερευνητής και διπλωμάτης Τζενγκ Χε ξεκίνησε την πρώτη από επτά αποστολές στον Ινδικό Ωκεανό. Επικεφαλής στόλων που αριθμούσαν περισσότερα από 300 πλοία, έφτασε στην πόλη Ορμούζ περίπου το 1414 και στη συνέχεια στο Άντεν της Υεμένης, περνώντας μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα.

Τα ερείπια ενός πέτρινου φρουρίου

Τα ερείπια ενός πορτογαλικού φρουρίου του 16ου αιώνα εξακολουθούν να υπάρχουν στο νησί Ορμούζ, στο Ιράν. ImanFakhri/wikimedia commons , CC BY-SA

Αυτή η «Παξ Σίνικα» δεν βασίστηκε στον έλεγχο των στενών. Αντίθετα, εδραίωσε μια ισχυρή εμπορική παρουσία, βασισμένη σε επιδείξεις ναυτικής ισχύος, διπλωματικές αποστολές και επικερδείς ανταλλαγές δώρων. Σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες αποικιακές δυνάμεις, ο Τζενγκ Χε δεν ίδρυσε αποικίες στο Ορμούζ ή κατά μήκος των αραβικών ακτών. Εντάχθηκε, αντίθετα, στο ήδη υφιστάμενο εμπορικό σύστημα που είχαν δημιουργήσει οι Άραβες, Πέρσες, Ινδοί και Ανατολικοαφρικανοί έμποροι της περιοχής.

Τα ταξίδια αυτά καταδεικνύουν επίσης τα όρια μιας υπερβολικά εκτεταμένης ναυτικής ισχύος. Μετά την τελευταία αποστολή του Τζενγκ Χε, τη δεκαετία του 1430, η αλλαγή των προτεραιοτήτων της δυναστείας των Μινγκ έφερε το τέλος των αποστολών. Το κράτος δεν ήταν πλέον διατεθειμένο να επενδύει στον στόλο και στη συντήρησή του.

Σήμερα, η Κίνα επικαλείται τα ταξίδια του Τζενγκ Χε για να προσδώσει ιστορική νομιμοποίηση στις σχέσεις της με τη Μέση Ανατολή. Το Πεκίνο παρουσιάζει τις σύγχρονες επενδύσεις του σε υποδομές, ενέργεια και λιμάνια, όπως το Γκουαντάρ στο Πακιστάν, ως αναβίωση μιας αρχαίας και ειρηνικής σχέσης που ανάγεται στον προνεωτερικό Δρόμο του Μεταξιού.

Τον 16ο αιώνα, ωστόσο, η αύξηση της παγκόσμιας ναυτιλιακής κίνησης και η άφιξη των ευρωπαϊκών αποικιακών δυνάμεων επρόκειτο σύντομα να σηματοδοτήσουν μια στροφή προς πιο βίαιες και επιθετικές προσπάθειες ελέγχου των στενών.

Η ναυτική κυριαρχία της Πορτογαλίας

Οι Πορτογάλοι υπήρξαν πρωτοπόροι στη ναυτική πολεμική τεχνολογία, εισάγοντας μια πιο καταναγκαστική μορφή θαλάσσιας ισχύος, με τη χρήση βαρέων πυροβόλων σε ποντοπόρα πλοία. Το 1513, ο Αφόνσο ντε Αλμπουκέρκε επιτέθηκε στο Άντεν, επιχειρώντας να ελέγξει την πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα. Απέτυχε να καταλάβει την οχυρωμένη πόλη στην ηπειρωτική χώρα, η οποία περιβαλλόταν από απόκρημνο ορεινό έδαφος.

Όπως διαπίστωσαν αιώνες αργότερα οι ΗΠΑ, η ναυτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε άμεση νίκη στην ξηρά. Τα πορτογαλικά πολεμικά πλοία μπορούσαν να καταστρέψουν άλλα σκάφη και να βομβαρδίσουν ένα λιμάνι, όμως ο έλεγχος των θαλάσσιων υδάτων έξω από αυτό δεν ισοδυναμούσε με τον έλεγχο της ενδοχώρας.

Το 1515, ωστόσο, ο Αλμπουκέρκε κατάφερε να καταλάβει την πόλη Ορμούζ, όπου επέβαλε το «καρτάζ», μια επί πληρωμή άδεια που απαιτούνταν από τους εμπόρους για να πλέουν στον Κόλπο και στον Ινδικό Ωκεανό. Αυτή η ρύθμιση του εμπορίου είναι, στην ουσία, αυτό που επιχειρεί σήμερα να επιτύχει το Ιράν με την επιβολή διοδίων.

Αυτή η «Παξ Λουζιτάνα» ήταν πιο βίαιη από την κινεζική προκάτοχό της και, το 1622, δυνάμεις της ιρανικής δυναστείας των Σαφαβιδών και πλοία της Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών ένωσαν τις δυνάμεις τους για να εκδιώξουν τους Πορτογάλους από το Ορμούζ και να ανοίξουν το εμπόριο.

Η επικράτηση Βρετανών και Ολλανδών

Μετά την εκδίωξη των Πορτογάλων, Οθωμανοί, Σαφαβίδες, Ομανοί, Ολλανδοί και Άγγλοι ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής. Στο σύστημα κυριαρχούσαν τα ισχυρά ευρωπαϊκά πλοία, αλλά και οι τοπικοί ηγεμόνες που έλεγχαν τόσο τα λιμάνια όσο και τα εμπορεύματα που διακινούνταν μέσω αυτών.

Η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών εισήλθε σε αυτά τα ύδατα το 1614. Με την υποστήριξη βαριά οπλισμένων πλοίων, εγκαταστάθηκε στο λιμάνι της Μόκα, στην Υεμένη.

Μετά την εκδίωξη των Πορτογάλων, οι Ολλανδοί εξασφάλισαν εμπορικά προνόμια το 1623 και ανταγωνίζονταν τους Βρετανούς εμπόρους στο Μπαντάρ Αμπάς, τον σημαντικότερο εμπορικό σταθμό του Κόλπου, απέναντι από το Ορμούζ.

Ενώ οι Βρετανοί έγιναν γνωστοί για το εμπόριο τσαγιού, οι Ολλανδοί κυριάρχησαν στο εμπόριο του καφέ. Μέχρι τότε, ο συγκεκριμένος τομέας βρισκόταν στα χέρια εμπόρων με έδρα τη Μόκα. Οι Ολλανδοί έσπασαν το μονοπώλιο της Υεμένης στο εμπόριο του καφέ, μεταφέροντας λαθραία φυτά αράμπικα στο ινδονησιακό νησί της Ιάβας, όπου άρχισαν να καλλιεργούνται σε τεράστια κλίμακα.

Οι Ολλανδοί απέδειξαν έτσι ότι η ισορροπία της θαλάσσιας ισχύος μπορούσε να μεταβληθεί μέσω του ελέγχου της παραγωγής και του εμπορίου και όχι μόνο μέσω των πυροβόλων και του εξαναγκασμού. Όταν, όμως, οι Βρετανοί κατέλαβαν το Άντεν το 1839, απέκτησαν το πλεονέκτημα. Υπέγραψαν συμφωνίες με γειτονικούς ηγεμόνες και φυλές στη Νότια Υεμένη, οι οποίες τους έδωσαν ντε φάκτο έλεγχο του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στην αυγή της βιομηχανικής εποχής.

Το Άντεν σύντομα εξελίχθηκε σε ναυτικό σταθμό ανεφοδιασμού με άνθρακα και σε κέντρο επικοινωνιών, συνδεδεμένο με την Ινδία μέσω τηλεγραφικών καλωδίων. Όταν άνοιξε η Διώρυγα του Σουέζ το 1869, οι Βρετανοί κυριάρχησαν και σε αυτό το στρατηγικό πέρασμα, καθώς η Ερυθρά Θάλασσα προσέφερε τη συντομότερη θαλάσσια διαδρομή προς την Ινδία, την πολυτιμότερη αποικία του βρετανικού Στέμματος.

Η βρετανική ηγεμονία σύντομα βασίστηκε σε ατμοκίνητα πολεμικά πλοία και λιμάνια, καθώς και σε δάνεια και συνθήκες. Μεγάλο μέρος αυτού του συστήματος στηριζόταν σε τοπικούς συμμάχους κατά μήκος των ακτών, από το Άντεν έως το Κουβέιτ.

Διδάγματα για τις ΗΠΑ σήμερα

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ισορροπία δυνάμεων μεταβλήθηκε για ακόμη μία φορά. Οι ΗΠΑ αντικατέστησαν το Ηνωμένο Βασίλειο, εγκαθιστώντας βάσεις, αναπτύσσοντας ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων και πραγματοποιώντας πωλήσεις όπλων με αντάλλαγμα την πρόσβαση στο πετρέλαιο του Κόλπου. Το 1980, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζίμι Κάρτερ δήλωσε ότι οποιαδήποτε σοβιετική προσπάθεια να αποκτήσει τον έλεγχο του Κόλπου θα αντιμετωπιζόταν ως επίθεση κατά των αμερικανικών συμφερόντων και θα αποκρουόταν με στρατιωτική ισχύ.

Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ουσιαστικά —αν και ίσως ακούσια— αποδομήσει το Δόγμα Κάρτερ. Ενώ αμερικανικά πολεμικά πλοία βρίσκονται πλέον στα Στενά του Ορμούζ για να προστατεύσουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, ήταν ο πόλεμος του Τραμπ τον Φεβρουάριο του 2026 που έθεσε εξαρχής σε κίνδυνο τη ναυσιπλοΐα, καθώς ώθησε το Ιράν να διαταράξει, ως αντίποινα, το εμπόριο στον Κόλπο.

Το ιστορικό δίδαγμα είναι ότι, μολονότι η θαλάσσια ηγεμονία μιας εξωπεριφερειακής δύναμης είναι εφικτή, παραμένει προσωρινή και εφήμερη, τόσο φευγαλέα όσο τα κύματα που τη μεταφέρουν. Η Κίνα εγκατέλειψε τους στόλους της, η Πορτογαλία έχασε το Ορμούζ, οι Ολλανδοί επικεντρώθηκαν στην Ιάβα και η Βρετανία εγκατέλειψε το Άντεν. Η κυριαρχία μετατοπιζόταν όταν οι ηγεμονικές δυνάμεις υπερεπεκτείνονταν, όταν άλλαζε η τεχνολογία και όταν αναδιατάσσονταν οι τοπικές συμμαχίες.

Το Ιράν και οι Χούθι, οι οποίοι πρόσφατα κατέλαβαν τη Μόκα, δεν χρειάζονται στόλους αεροπλανοφόρων. Αντί γι’ αυτό, οι πύραυλοι, οι νάρκες και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη τους μετατρέπουν σε όπλο το κόστος της θαλάσσιας ασφάλισης. Παρά τη ναυτική ισχύ τους, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να εξαλείψουν την αυτονομία και την ικανότητα δράσης των τοπικών κοινωνιών γύρω από το Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Κάθε αυτοκρατορία πριν από αυτές έχει διαπιστώσει ότι ο έλεγχος ενός στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος δεν συνεπάγεται και τον έλεγχο του πολιτικού κόσμου και της πολιτικής βούλησης που το περιβάλλουν.

Πηγή: infowar

Η Κούβα μας υπενθυμίζει τη χαμένη μας αξιοπρέπεια

Στις 22 Σεπτεμβρίου, στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Ντόναλντ Τραμπ μιλούσε από το βήμα του ΟΗΕ για την Κούβα. Την αποκάλεσε «failed state», αποτυχημένο κράτος. Καυχήθηκε ότι η κυβέρνησή του ασκεί πάνω της τη σφοδρότερη πίεση εδώ και χρόνια. Και προανήγγειλε, με την αλαζονεία του κατακτητή που μοιράζει πεπρωμένα, ότι «η ελευθερία θα έρθει στην Κούβα».

Λίγο πιο κάτω, η κουβανική αντιπροσωπεία σηκώθηκε όρθια και αποχώρησε, αρνούμενη να παραμείνει στην αίθουσα και να ακούσει σκυφτή μια ακόμη προσβολή απέναντι στην ίδια τη χώρα και την κυριαρχία της.

Τα λόγια του Τραμπ, άλλωστε, δεν αιωρούνταν στο κενό. Στηρίζονταν σε μια πολιτική δεκαετιών που μετατρέπει την αμερικανική ισχύ σε αργή, μεθοδική ασφυξία για την Κούβα. Μόλις πέντε ημέρες νωρίτερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον είχε επιβάλει νέες κυρώσεις, σφίγγοντας ακόμη πιο απροκάλυπτα τον κλοιό της πολιορκίας. Πρόκειται για πολιτική συλλογικής τιμωρίας, που επιδιώκει να εξαντλήσει μια ολόκληρη κοινωνία, να βαθύνει τη στέρηση, να πολλαπλασιάσει την καθημερινή φθορά και, στο τέλος, να καταστήσει τη ζωή στο νησί κοινωνικά και οικονομικά αβίωτη.

Έχει κάτι παράδοξο, λοιπόν, η ευκολία με την οποία η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τη λέξη «αποτυχία» για την Κούβα. Είναι σαν να κλείνεις ανθρώπους σε έναν χώρο όπου ο αέρας λιγοστεύει συνεχώς, να σφραγίζεις κάθε άνοιγμα από όπου θα μπορούσε να περάσει μια ανάσα και, όταν αρχίζουν να πνίγονται, να δείχνεις την αγωνία τους ως απόδειξη της δικής τους αποτυχίας.

Η σημερινή Κούβα πράγματι παλεύει για κάθε ανάσα. Στις 18 Σεπτεμβρίου, τέσσερις ημέρες πριν από την ομιλία Τραμπ, το ηλεκτρικό δίκτυο κατέρρευσε ολοκληρωτικά, για τουλάχιστον έκτη φορά από τον Ιανουάριο, όταν ο Τραμπ έκοψε την τροφοδοσία καυσίμων προς το νησί. Τα τρόφιμα χαλάνε, οι αντλίες σταματούν, τα νοσοκομεία περνούν σε γεννήτριες και τα ασθενοφόρα δυσκολεύονται να κινηθούν. Ακόμη και πτήσεις με ζωτικές προμήθειες αναστέλλονται επειδή τα αεροπλάνα δεν μπορούν να ανεφοδιαστούν, ενώ η έλλειψη καυσίμων παραλύει την ηλεκτροπαραγωγή και τις μεταφορές, επηρεάζοντας περίπου εννέα εκατομμύρια ανθρώπους.

Ένα πρόσφατο ρεπορτάζ του Associated Press, κατέγραψε όχι μόνο το βάρος αυτής της καθημερινότητας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία, πιεσμένη ως τα όριά της, αναζητά συλλογικά τρόπους να αντέξει και να συνεχίσει. Σύμφωνα με ρεπορτάζ τη νύχτα που ένα ακόμη μπλακ άουτ βύθισε την Αβάνα στο σκοτάδι, οι κάτοικοι δεν κλείστηκαν στα σπίτια τους. Βγήκαν στα κατώφλια, άναψαν φωτιές με ξύλα και κάρβουνα και έστησαν καζάνια για την caldosa, τη λαϊκή σούπα της γειτονιάς. Ο ένας έφερε λαχανικά, ο άλλος λίγο κοτόπουλο, κάποιος άλλος ό,τι είχε απομείνει στο σπίτι, και όλοι έφαγαν από το ίδιο καζάνι.

Η σκηνή αυτή είναι μόνο μία όψη μιας κοινωνίας που, μέσα στην ασφυξία, εξακολουθεί να ψάχνει συλλογικούς τρόπους να σταθεί όρθια. Σε γειτονιές και κοινότητες ξεφυτρώνουν φωτοβολταϊκά σημεία όπου φορτίζονται συσκευές και μαγειρεύεται φαγητό, οχήματα επιστρατεύονται για να φτάσει νερό εκεί όπου λείπει, ενώ εργατικά συνεργεία μετακινούνται από επαρχία σε επαρχία για να κρατήσουν ζωντανά δίκτυα και υποδομές. Στα organopónicos, στους αστικούς και περιαστικούς λαχανόκηπους και στις μικρές καλλιέργειες αυτοκατανάλωσης, η γη ξαναγίνεται χώρος κοινής επιβίωσης, ενώ οι κοινοτικές δομές σίτισης κρατούν ανοιχτό ένα δίχτυ προστασίας για όσους βρίσκονται στην πιο δύσκολη θέση.

Παράλληλα, την 1η Σεπτεμβρίου περισσότερα από 10.000 σχολεία άνοιξαν ξανά για περίπου 1,4 εκατομμύρια παιδιά και εφήβους, με πάνω από 135.000 εκπαιδευτικούς στις τάξεις και συνταξιούχους, φοιτητές και άλλους εργαζόμενους να καλύπτουν κενά. Η στελέχωση είχε φτάσει περίπου στο 73%, ποσοστό εντυπωσιακό για ένα σύστημα που λειτουργεί μέσα σε συνθήκες πολιορκίας.

Και αυτή η εικόνα πατά πάνω σε μια εκπαιδευτική πολιτική δεκαετιών. Περίπου το 99,5% των παιδιών ολοκληρώνει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και γύρω στο 96% την κατώτερη δευτεροβάθμια, την ώρα που στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική εκατομμύρια παιδιά και νέοι παραμένουν εκτός σχολείου και σχεδόν ένας στους τρεις δεν ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια.

Μπροστά σε όλα αυτά, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι μια κοινωνία του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου θα άντεχε για πολύ μια ανάλογη, παρατεταμένη συνθήκη επιβλημένης στέρησης χωρίς να αποκαλυφθούν βίαια όλα όσα κρύβει κάτω από την «κανονικότητά» της.

Ο ανταγωνισμός έχει μετατραπεί σε «φυσικό» νόμο, το κέρδος σε μέτρο επιτυχίας και η ατομική ανέλιξη σε κεντρική υπόσχεση μιας ζωής που χωρίζει από νωρίς τους ανθρώπους σε νικητές και ηττημένους. Δίπλα σε αυτά, καλλιεργήθηκαν πρότυπα εύκολου πλουτισμού, κοινωνικής επίδειξης και προσωπικής διαφυγής, ενώ η διαφθορά και η σχέση με την εξουσία έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως ηθική και πολιτική παρακμή και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εξυπνάδα.

Το 1987, η Μάργκαρετ Θάτσερ διατύπωνε την περίφημη φράση «there is no such thing as society» – «δεν υπάρχει κοινωνία». Η φράση συμπύκνωνε ένα ολόκληρο νεοφιλελεύθερο αξιακό πρόταγμα που αποσυνέδεε τον άνθρωπο από το συλλογικό, μετέτρεπε την κοινωνία σε άθροισμα απομονωμένων και ανταγωνιστικών ατομικοτήτων και φόρτωνε στον καθένα ξεχωριστά την ευθύνη για τη θέση, την επιτυχία ή την αποτυχία του.

Αυτή η λογική ξεπέρασε τα όρια της Βρετανίας και διαπέρασε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, διαμορφώνοντας ανθρώπους που μαθαίνουν να μετρούν την αξία τους μέσα από τη σύγκριση, την επίδοση, τη συσσώρευση και μια διαρκή αναμέτρηση ακόμη και με τον ίδιο τους τον ταξικό αδελφό.

Και όσο αυτός ο κόσμος βυθίζεται στις δικές του κρίσεις, τόσο φαίνεται καθαρότερα η σκληρότητα πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί. Εκατομμύρια άνθρωποι δουλεύουν περισσότερο για να ζουν χειρότερα, η φτώχεια συνυπάρχει με αμύθητο πλούτο, μια ασθένεια μπορεί να γίνει οικονομική καταστροφή και η μόρφωση προνόμιο, ενώ η αποτυχία φορτώνεται στον αδύναμο σαν προσωπική του ενοχή και ευθύνη.

Έτσι, το «εμείς» αδειάζει από περιεχόμενο και στη θέση του μένει ένα πλήθος από μοναχικά «εγώ» που συνυπάρχουν χωρίς να συγκροτούν πραγματικά τίποτα. Η κοινωνία γίνεται πιο σκληρή, πιο εχθρική και πιο μοναχική, και η ίδια η ελευθερία φτωχαίνει ώσπου να σημαίνει απλώς ότι κάποιοι έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν περισσότερες επιλογές από τους υπόλοιπους.

Η Κούβα λοιπόν δεν είναι μόνο ότι ένας μικρός λαός αρνείται εδώ και δεκαετίες να δεχτεί πως μια υπερδύναμη έχει το δικαίωμα να ορίζει το πολιτικό του μέλλον. Είναι και το γεγονός ότι, μέσα σε συνθήκες που δεν της επέτρεψαν ποτέ να αναπτύξει ελεύθερα την ανώτερη κοινωνική και ανθρώπινη προοπτική του σοσιαλιστικού της εγχειρήματος, εξακολουθεί να κρατά ζωντανό κάτι που ο καπιταλιστικός κόσμος του πλανήτη έχει αφήσει να διαβρωθεί βαθιά.

Η ιδέα του Χοσέ Μαρτί ότι «να είσαι καλλιεργημένος είναι ο μόνος τρόπος να είσαι ελεύθερος», η αντίληψη του Φιντέλ για μια επανάσταση που γίνεται παιδεία, υγεία, εργασία, αλληλεγγύη και κοινωνική πρόοδος, και η σκέψη του Τσε για έναν άνθρωπο απελευθερωμένο από την αλλοτρίωση συγκροτούν μια βαθιά κουβανική παράδοση για το τι σημαίνει πραγματική ελευθερία.

Στο δοκίμιο «Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», ο Τσε έθετε στο κέντρο τη σύγκρουση ανάμεσα στον παλιό κόσμο και στον άνθρωπο που θέλει να γεννήσει ο σοσιαλισμός. Στον καπιταλισμό, έγραφε, ο αλλοτριωμένος άνθρωπος συνδέεται με την κοινωνία «με έναν αόρατο ομφάλιο λώρο: τον νόμο της αξίας», ο οποίος «επενεργεί σε όλες τις πλευρές της ζωής του, διαμορφώνοντας την πορεία και το πεπρωμένο του». Γι’ αυτό προειδοποιούσε ότι μια νέα κοινωνία δεν μπορεί να οικοδομηθεί με τα «φθαρμένα όπλα» που κληροδοτεί ο καπιταλισμός, ανάμεσά τους το «ατομικό υλικό συμφέρον ως μοχλό», γιατί μαζί με τη νέα υλική βάση πρέπει να δημιουργηθεί και ένας νέος άνθρωπος.

Γι’ αυτό και έγραφε πως «η κοινωνία στο σύνολό της πρέπει να μετατραπεί σε ένα τεράστιο σχολείο». Η επαναστατική φιλοδοξία, για τον Τσε, ήταν ο άνθρωπος να απελευθερωθεί από την αλλοτρίωσή του, να αποκτήσει πλήρη συνείδηση του κοινωνικού του είναι και να σπάσει «όλες τις αλυσίδες της αλλοτρίωσης». Μέσα σε αυτή τη λογική, η εργασία παύει να αντιμετωπίζεται απλώς ως πώληση της ανθρώπινης δύναμης για επιβίωση και αποκτά κοινωνικό περιεχόμενο, ως συνειδητή συμμετοχή στην κοινή ζωή και στη συλλογική οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας.

Ίσως γι’ αυτό τελικά η Κούβα ενοχλεί τόσο βαθιά τους εχθρούς της. Γιατί εξακολουθεί να λειτουργεί ως ένα πανανθρώπινο σχολείο απέναντι σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα απέραντο Κολοσσαίο, όπου εκατομμύρια άνθρωποι σπρώχνονται καθημερινά στην αρένα και μαθαίνουν να αλληλοσπαράζονται σαν θηρία για δουλειά, στέγη, υγεία, μόρφωση, χωρίς να στρέφουν το βλέμμα προς τον αυτοκράτορα που ορίζει τους κανόνες και κερδίζει από τη σύγκρουσή τους. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, το νησί της Επανάστασης εξακολουθεί να υπερασπίζεται μια διαφορετική ιδέα για την κοινωνία.

Εκεί όπου το σύστημα απαιτεί νικητές και ηττημένους, και αναπαράγει βαθιές ταξικές ανισότητες,  εκεί όπου κάποιοι πρέπει να πέσουν για να ανέβουν οι άλλοι, η Κούβα επιμένει ακόμη στην ιδέα ότι η ανθρώπινη πρόοδος δεν χτίζεται πάνω στα πτώματα των ηττημένων, αλλά στην ικανότητα μιας κοινωνίας να σηκώνει τους ανθρώπους της μαζί.

Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά η πιο μεγάλη της πρόκληση. Όχι μόνο σε όσα πέτυχε, ούτε μόνο σε όσα αντέχει, αλλά στο ότι μας υποχρεώνει όλους εμας να κοιτάξουμε στον δικό μας κόσμο. Και τότε, μέσα σε αυτόν τον καθρέφτη, δεν βλέπουμε μόνο την Κούβα.

Βλέπουμε την απέραντη παρακμή του δικού μας κόσμου, την υποδουλωμένη μας ύπαρξη, την αλλοτρίωση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που οφείλουμε ακόμη να κατακτήσουμε.

πηγή: infowar

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0