Τέρας ή θύμα; Η γοητευτική Εντα Γκάμπλερ εξακολουθεί να διχάζει
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Στη νέα της ταινία, «Hedda», μια queer εκδοχή του ιψενικού έργου, η Νία ΝταΚόστα επαναπροσδιορίζει την αντιηρωίδα του 19ου αιώνα και έναν από τους σπουδαιότερους γυναικείους θεατρικούς ρόλους που έχουν γραφτεί ποτέ, μεταφέροντάς τη στην Αγγλία της δεκαετίας του 1950
Κλασικό θεατρικό έργο του 19ου αιώνα με δεσπόζουσα θέση στην παγκόσμια δραματουργία, μια από τις πιο σκοτεινές, σύνθετες και ερμητικά κλειστές δημιουργίες του νορβηγού δραματουργού Χένρικ Ιψεν, η «Εντα Γκάμπλερ» εκδόθηκε στην Κοπεγχάγη το 1890 και ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή τον επόμενο χρόνο, στο Κένιγκλιχες Ρεζιντέντστεάτερ (Königliches Residenzteater) του Μονάχου, το οποίο στεγάζει σήμερα το Βαυαρικό Κρατικό Θέατρο (Bavarian Staatsschauspiel), ένα από τα σημαντικότερα γερμανόφωνα θέατρα τον κόσμο. Λέγεται μάλιστα ότι ο Ιψεν, που ήταν παρών στην πρεμιέρα, δυσαρεστήθηκε από την ερμηνεία της πρωταγωνίστριας Κλάρα Χίζε.
Εκατόν τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, έρχεται η «Hedda» (2025), η τελευταία κινηματογραφική ενσάρκωση της Εντα Γκάμπλερ, σε σκηνοθεσία της Νία ΝταΚόστα, της πρώτης μαύρης σκηνοθέτιδος που έγραψε ιστορία, όταν η ταινία της «Candyman» (2021) έφτασε στο νούμερο 1 του αμερικανικού box office με 20,4 εκατ. δολάρια στο άνοιγμά της, αλλά και της πρώτης μαύρης σκηνοθέτιδος στο σύμπαν της Marvel («The Marvels», 2023). Η ταινία προβάλλεται ήδη σε επιλεγμένους κινηματογράφους των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, και είναι διαθέσιμη στο Prime Video διεθνώς. Η Εντα είναι μια γυναίκα δυστυχισμένη, ανικανοποίητη, που θέλει να ζήσει τη ζωή της σαν άνδρας, αλλά στη ζωή της κυριαρχούν φόβοι και ενδοιασμοί.
Εγκλωβισμένη στο αδιέξοδο σχέσεων από τις οποίες απουσιάζουν η επικοινωνία και η ειλικρίνεια, και στον καθωσπρεπισμό μιας κοινωνικής τάξης που αργοπεθαίνει και της οποίας δεν νιώθει μέρος, η νιόπαντρη Εντα αντέχει όλο και λιγότερο τη συζυγική ζωή. Αποζητά την ελευθερία αλλά δεν τη βρίσκει, μισεί τους πάντες και κυρίως τον εαυτό της, καταστρέφει τον περίγυρό της και αυτοκαταστρέφεται.
Μια Εντα μιγάδα και queer
Με τη νέα της ταινία η Νία ΝταΚόστα επιχειρεί μια queer επανεφεύρεση του ιψενικού έργου, μεταφέροντας την ιστορία της Εντα Γκάμπλερ στην Αγγλία της δεκαετίας του 1950 – «την εποχή της μεγάλης προσποίησης», όπως λέει στο BBC Culture η πρωταγωνίστρια της ταινίας Τέσα Τόμσον.
Ακόμη, αλλάζει το φύλο του Αϊλερτ Λέβμποργκ, νεανικού έρωτα της Εντα και παιδικού φίλου του συζύγου της Τζορτζ (Γέργκεν στο ιψενικό έργο) Τέσμαν και τον κάνει γυναίκα, την Αϊλιν Λέβμποργκ (Νίνα Χος). «Αυτές οι παρορμήσεις με κατακλύζουν ξαφνικά και δεν μπορώ να τους αντισταθώ», ομολογεί η Εντα. Λίγο νωρίτερα, ο φίλος και έμπιστός της Δικαστής Μπρακ πλησιάζει το πολυτελές σπίτι της και εκείνη τον πυροβολεί, απλώς για να διασκεδάσει. Αποφεύγοντας τις σφαίρες και μπαίνοντας μέσα με ασφάλεια, ο δικαστής, σε ένα τετ-α-τετ τους, της λέει: «Δεν είσαι πραγματικά ευτυχισμένη, αυτή είναι η ουσία». Και η Εντα απαντά: «Δεν ξέρω κανένα λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να είμαι ευτυχισμένη. Θα μπορούσες ίσως να μου δώσεις έναν;»
Κόρη του στρατηγού Γκάμπλερ, παντρεμένη με τον αφοσιωμένο στην επιστημονική του έρευνα Τζορτζ Τέσμαν, η Εντα νιώθει να πνίγεται μέσα στον άχρωμο και χωρίς αγάπη γάμο τους. Μόλις λίγες ώρες μετά την επιστροφή τους από το πολύμηνο και μονότονο γαμήλιο ταξίδι τους, διασκεδάζει την πλήξη της παίζοντας με τις τύχες των ανθρώπων. Σχεδιάζοντας την καταστροφή των άλλων για να αποσπάσει την προσοχή από τη δική της ταραγμένη ύπαρξη, η εμβληματική αντιηρωίδα του Ιψεν συνεχίζει να γοητεύει και να διχάζει, γράφει στο BBC Culture η Μίριαμ Μπαλανέσκου. Συχνά, δε, η Εντα αποκαλείται «θηλυκός Αμλετ» λόγω της ευμετάβλητης φύσης της και της τεράστιας, ίσως ακατανόητης, πολυπλοκότητάς της, καθώς και λόγω του γεγονότος ότι ο χαρακτήρας της θεωρείται, αν όχι ο σπουδαιότερος, σίγουρα ένας από τους σπουδαιότερους γυναικείους θεατρικούς ρόλους έχουν γραφτεί ποτέ.
Επαναπροσδιορίζοντας τον ρόλο της, η ΝταΚόστα είδε την Εντα και ως τη νόθο, μιγάδα κόρη του εκλιπόντος στρατηγού Γκάμπλερ, με αποτέλεσμα μια ολισθηρή εξερεύνηση της επιθυμίας, της θηλυκότητας και της μοίρας, σε διάφορα επίπεδα εξουσίας, όπως το φύλο, η φυλή και η τάξη, παρατηρεί η Μπαλανέσκου. Ακόμη, σε αντίθεση με το αρχικό έργο, η ταινία εξελίσσεται μέσα σε μια νύχτα, κατά τη διάρκεια ενός παρακμιακού και άθλιου σουαρέ στο σπίτι της. Η Εντα «είναι κάποια που θέλει πραγματικά να βγουν [στην επιφάνεια] τα ζωώδη [ένστικτα] όλων», λέει η ΝταΚόστα στο BBC. «Και χωρίς, ίσως, να το γνωρίζει πραγματικά, είναι κάποια που σκέφτεται μεταφορικά και αμφισβητεί τα πάντα.
Ο τρόπος που το κάνει αυτό είναι αρκετά βίαιος και καταστροφικός», προσθέτει. «Η Εντα είναι δεξιοτέχνης της προσποίησης και της επίδειξης δύναμης», συμπληρώνει η Τέσα Τόμσον. «Η δεκαετία του 1950, ειδικότερα, ήταν μια εποχή που οι άνθρωποι έκαναν μαθήματα ορθοφωνίας [μάθαιναν] πώς να [διπλώνουν] τη χαρτοπετσέτα και τι να κάνουν με τα γάντια τους. Υπήρχε μια βαθμίδα της κοινωνίας με πολύ καλούς τρόπους», λέει τονίζοντας επίσης πόσο της αρέσει η αγγλική κουλτούρα και οι τρόποι της. Προσθέτει ότι η Εντα «είναι μια γυναίκα που θέλει πρόσβαση στην καλή κοινωνία, στον πλούτο και στην κοινωνική θέση», κάτι που έχει να κάνει με τη γνώση αυτών των πραγμάτων, παρατηρεί η αμερικανίδα ηθοποιός μιλώντας στο BBC.
Μια ηρωίδα που εξακολουθεί να προκαλεί αντιπαραθέσεις
Ο νορβηγός θεατρικός συγγραφέας έγραψε το κλειστοφοβικό ψυχόδραμά του προτού αποκτήσουν δυναμική τα κινήματα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, στον 19ο και 20ό αιώνα. Αλλά θα έλεγε κανείς ότι η ιστορία του προέβλεψε την κοινωνική αναταραχή που σύντομα θα προκαλούσαν. Στο επίκεντρο της «Εντα Γκάμπλερ» βρίσκεται μια γυναίκα που έχει βαρεθεί τους περιορισμούς της πατριαρχικής κοινωνίας, μια κατάσταση που ισχύει, ωστόσο, για πολλές γυναίκες ακόμη και σήμερα. Η συνεχής επανεφεύρεση του έργου, δε, αποτελεί απόδειξη της απήχησης που εξακολουθεί να έχει και στις μέρες μας.
Αλλά ακόμη και όταν –και όπου– οι κοινωνικοί κανόνες έχουν αλλάξει, άρα και η συμπάθεια για γυναίκες που βρίσκονται στη δύσκολη θέση της Εντα έχει μεγαλώσει, ο χαρακτήρας της αντιηρωίδας του Ιψεν εξακολουθεί να διχάζει. Το αν η Εντα επιτίθεται σε ένα άδικο σύστημα, ενεργεί από καθαρή κακία, επιδιώκει περισσότερο νόημα δοκιμάζοντας τα όρια της μοίρας, της ομορφιάς και της τραγωδίας, ή σπέρνει το χάος και τον όλεθρο στις ζωές των άλλων για καθαρά ψυχαγωγικούς λόγους, παραμένει ασαφές. Εδώ και δεκαετίες, δε, τα πονηρά σχέδιά της και τα σκιώδη κίνητρά της δεν επιτρέπουν σε πολλούς θεατές και κριτικούς να αποφασίσουν αν η Εντα είναι τέρας ή θύμα, σχολιάζει στο BBC Culture η Μίριαμ Μπαλανέσκου. Ρόλος-φετίχ, η Εντα Γκάμπλερ δεν έπαψε ποτέ να γοητεύει μελετητές και ηθοποιούς.
Και είναι αμέτρητες οι ηθοποιοί που έχουν επιδιώξει να ενσαρκώσουν αυτόν τον ανεξιχνίαστο χαρακτήρα στη σκηνή, από την Ελεονόρα Ντούζε και την Αλα Ναζίμοβα μέχρι τις Ινγκριντ Μπέργκμαν, Φιόνα Σο, Μάγκι Σμιθ, Ρουθ Γουίλσον, Ιζαμπέλ Ιπέρ, Ανέτ Μπένινγκ, Ρόζαμουντ Πάικ και Κέιτ Μπλάνσετ (στην Ελλάδα, από τη Μαίρη Αρώνη και την Τζένη Καρέζη μέχρι τις Μάνια Παπαδημητρίου, Ρούλα Πατεράκη, Γιώτα Αργυροπούλου, Ελενα Τοπαλίδου, μεταξύ άλλων). Γιατί λοιπόν το έργο και η περίπλοκη πρωταγωνίστριά του αποδείχτηκαν τόσο συναρπαστικά; Καταρχάς, γράφει η Μπαλανέσκου στο BBC Culture, είναι σημαντικό το γεγονός ότι το Γκάμπλερ –ένα όνομα που έχει εκτιναχθεί στην ποπ κουλτούρα τον τελευταίο αιώνα– είναι το πατρικό όνομα της Εντα, και όχι το συζυγικό της, Τέσμαν.
Σε επιστολή του στον σουηδό ποιητή κόμη Καρλ Σόιλσκι, ο Ιψεν γράφει: «Η πρόθεσή μου, όταν έδωσα αυτό το όνομα, ήταν να υποδείξω ότι η Εντα, ως προσωπικότητα, πρέπει να θεωρείται μάλλον κόρη του πατέρα της παρά σύζυγος του συζύγου της», υπονοώντας, όπως φαίνεται, ότι ο θεσμός του γάμου δεν μπορεί να τρομοκρατήσει την Εντα. Αυτός ήταν και ο λόγος που η πρεμιέρα της «Εντα Γκάμπλερ» στο Μόναχο προκάλεσε σοκ στην κοινωνία των ευρωπαίων ευγενών, που δεν ήξεραν τι να κάνουν με την αντιπαθητική ηρωίδα και τα επικριτικά για τον γάμο θέματα του έργου. «Οι άνδρες κριτικοί κατέφυγαν σε ζωώδεις εικόνες», λέει στο BBC η Κίρστεν Σέπερντ, καθηγήτρια Αγγλικών και θεατρικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και συγγραφέας αρκετών βιβλίων για τον Ιψεν.
Γιατί «αυτοί οι άνδρες κριτικοί δεν ήξεραν τι να κάνουν με μια μη γυναικεία, μη θηλυκή γυναίκα, σε μια εποχή που ήταν αδύνατον να είσαι έξω από τον κυρίαρχη μορφή θηλυκότητας χωρίς να κατηγορηθείς ότι δεν είσαι άνθρωπος», μια μορφή θηλυκότητας με συμπεριφορά παθητική, συγκρατημένη και σίγουρα όχι σκόπιμα σκληρή…
