ενημέρωση 3:26, 21 April, 2026

Μια Κηφισιώτικη ιστορία της δεκαετίας του '70

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Απο την Κηφισιάς, από το ύψος του Παράδεισου ακόμη και στους Αμπελοκήπους δεν διακρινόταν. Η αιθαλομίχλη κοβόταν με το μαχαίρι. Μιλάμε για ένα γκριζοκίτρινο σύννεφο από καυσαέρια και αναθυμιάσεις, που στρογγυλοκαθόταν πάνω από την πόλη και έφερνε τσούξιμο στα μάτια, δύσπνοια, ποιος ξέρει τι άλλο μακροπρόθεσμα. Τις μέρες ιδίως με λαμπρή λιακάδα η κατάσταση γινόταν αφόρητη. Αλλά και όποτε έβρεχε, σκεφτόσουν με συγκρατημένο τρόμο ότι όλη εκείνη η χημεία έπεφτε επάνω στο κεφάλι σου. Κηφισιά, τέλη δεκαετίας ’70.

Κέντρο-καράκεντρο μεν, η περιοχή όμως γύρω από απ’ τη Πλατεία στο Πλάτανο διατηρούσε χαρακτηριστικά γειτονιάς. Οι ίδιες φάτσες διασταυρώνονταν στον δρόμο. Οι ίδιοι θαμώνες άραζαν στα τραπεζάκια των δύο ζαχαροπλαστείων, του «Βάρσου» και του «Νικολέλη», τα οποία σέρβιραν καφέ καπουτσίνο, πάστες νουγκατίνες και σεράνο, εφάμιλλες αν όχι των βιεννέζικων, σίγουρα των κολωνακιώτικων.

Συνειδητοποιώ ότι τα ηλικιωμένα ζευγάρια που ψώνιζαν από το μπακάλικο πολυτελείας του Μπαλατσού και του Αλέξη -«γκουρμέ» θα το λέγαμε σήμερα -, οι κυρίες με μαλλί ακαζού, κοκκαλωμένο από τη λακ, οι κύριοι πάντοτε στην τρίχα με χειροποίητα κοστούμια και κολλαριστά πουκάμισα, ήταν γεννημένα στο κατώφλι του 20ου αιώνα. Απείχαν από το 1821 λιγότερο από όσο από το 2021. Κι εκείνες οι μπαρμπουνάρες, οι γκομενάρες, που μπαινόβγαιναν στις μπουτίκ και πήγαιναν τα βράδια σινεμά με τους αρραβωνιαστικούς τους ήταν παιδιά της Κατοχής ή του Εμφυλίου. Με όσα είχαν υποφέρει, είχαν δει έστω, πώς να μην πιάνουν τη ζωή από τα κέρατα; Πώς να μη στύβουν τη στιγμή και να ρουφάνε και την τελευταία σταγόνα χαράς;

Απέναντι από το κινηματογράφο Μαρίνα υπήρχε ένα μικρό βιβλιοχαρτοπωλείο. Το είχε ένα γεροντοπαλίκαρο ακαθορίστου ηλικίας, μεταξύ σαρανταπέντε και εξήντα, ίδιο στην όψη και στο ύφος με τους μοχθηρούς τύπους των παραμυθιών. Κυρτός, με μεγάλη καμπουριαστή μύτη, μισόκλειστα ματάκια, ιδρωμένες παλάμες. Υποδεχόταν τους πελάτες με ένα μακρόσυρτο «πολύ καλημέρα σας». Στεκόταν πίσω από τον πάγκο, ασφυκτικά στριμωγμένος από την πραμάτεια του. Ηξερε στην εντέλεια πού βρισκόταν το καθετί. Απλώνοντας το χέρι, σου κατέβαζε από το ράφι το μοιρογνωμόνιο που χρειαζόσουν για το μάθημα της Γεωμετρίας. Σκύβοντας κάτω απ’ το ταμείο αλίευε τις χρωματιστές κόλλες με τις οποίες θα έντυνες τα τετράδια. Από βιβλία μονάχα έπασχε. Δεν είχε παρά ευαγγέλια και ιερές συνόψεις και βίους αγίων, άντε και κανέναν καζαμία. Καθήλωση άραγε στον Ελληνοχριστιανισμό ή κακές σχέσεις με τους εκδότες που έβγαζαν μυθιστορήματα;

Στο βάθος του καταστήματος, ένα φάντασμα. Η μητέρα του. Ζακέτα με χρυσά κουμπιά, λαιμός χελωνίσιος, ύφος βλοσυρό. Κατέγραφε ό,τι έμπαινε στην κάσα, τις νύχτες θα μετρούσε σίγουρα τις εισπράξεις, θα σήκωνε πυργάκια από κέρματα, αν έλειπε καμιά δεκάρα, θα την έπιανε ταραχή. Ο γιος της έμοιαζε εντελώς υποχείριό της. Τον φανταζόσουν να της κάνει ποδόλουτρο ή να την αερίζει με τη βεντάλια. Και όμως…

Κοντοστεκόμασταν στην πόρτα του. Η μητέρα μου του χαμογελούσε συνωμοτικά. Ο βιβλιοχαρτοπώλης σκαρφάλωνε τότε μια ξύλινη σκάλα, χωνόταν ο μισός σε ένα – μικροσκοπικό και σκοτεινό υποθέτω – πατάρι. Μας συναντούσε στο πεζοδρόμιο. Η συναλλαγή γινόταν στα μουλωχτά. Μας έδινε ένα πακετάκι, τσέπωνε ένα πενηντάρικο. Ναρκωτικά; Θεός φυλάξοι! Δυναμιτάκια. Κύλινδροι από χαρτόνι, γεμιστοί με μπαρούτι, με ένα μακρύ φυτίλι στην άκρη που τσιτσίριζε όταν το άναβες. Τα έφτιαχνε μόνος του; Τα αγόραζε παράνομα; Το εμπόριό τους απαγορευόταν αυστηρά…

«Τι τα θέλει ο μικρός τα βαρελότα;» ρώτησε μια φορά. «Αφού το Πάσχα αργεί». «Συναρμολογεί πλαστικά αεροπλανάκια. Τα ανατινάζει έπειτα στο κήπο» του αποκάλυψε η μαμά μου, δίχως να νιώθει ψήγμα αμηχανίας για το ασυνήθιστο χόμπι μου. Χωρίς να ανησυχεί μπας κι αναθρέφει έναν τρομοκράτη. «Δυό μας είχε η μητέρα μου βλέπετε, σε μονοκατοικία, σε ιδιωτικό σχολείο, τους φίλους του τούς βλέπει μια στο τόσο… Είναι για αυτόν μεγάλη διασκέδαση!».

«Για μένα είναι το μοναδικό μου χαρτζιλίκι…» ομολόγησε ο βιβλιοχαρτοπώλης. Εσφιξε έπειτα τα χείλη και επέστρεψε στο μαγαζί, στη σιδηρά κηδεμονία της δικής του μάνας.-

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2022 18:03

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.