Συνειδητοί απατεώνες
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
- 0 σχόλια
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
«Πρέπει να αποφασίσουμε ποιοι είμαστε». Διόλου δεν με ξάφνιασε η δήλωση αυτή Τσακαλώτου. Προφανώς δεν έχει διαβάσει Κίρκεγκωρ: «Η στιγμή της απόφασης είναι μια τρέλα». Και ούτε θέλει να ξέρει πως το ζήτημα δεν είναι τι εσύ αποφασίζεις αλλά τι αποφασίζει αυτό για εσένα (κολοτούμπα). Ο βολονταρισμός (μαρξιστικός) ενός «είσαι ό,τι γίνεσαι», δεν λειτουργεί πάντα. Είσαι ό,τι έγινες κι ο Θωμάκος έγινε Δήμαρχος Κηφισιάς. Οπότε, ποια θρησκευτικότητα; Διότι δεν έχει σημασία αν αποφάσισες να δηλώσεις θρησκευόμενος, το έκανες και πέτυχες αυτό που επίμονα αναζητούσες . Σημασία έχει πως είσαι (στην Ελλάδα) «ό,τι δηλώσεις». Σημασία έχει να αναγνωρίσουμε ποια είναι η α-πολιτική στάση ήδη εγγεγραμμένη στην ίδια τη δομή της πολιτικής καθώς και το πολιτικό στοιχείο που ενέχει. Δηλαδή την προαναγγελία της παράβασης του πολιτικού θεσμού αλλά και την ίδια την προ-θεσμική του σύσταση. Υπ’ αυτήν την έννοια η θρησκευόμενη νοοτροποία υπάρχει φαντασματολογικά στο μη-αποφασίσιμο, το ανεπίκριτο από το οποίο αρχίζουν οι δυσκολίες: «Δεν υπάρχει κανόνας, δεν υπάρχει απόφαση, την ίδια όμως στιγμή υπάρχει ως ανεπίκριτο, μη αποφασίσιμο».
Άλλωστε η θρησκευόμενη Δημαρχία είναι ένα είδος κοινωνικό κατακάθι και όχι ανοικονόμητο πάθος για τις ιδέες. Το ίδιο συμβαίνει με την έννοια της δικαιοσύνης. Παρουσιάζει τις έννοιες του πολιτικού και της Δημοκρατίας ως εμπειρίες του α-δύνατου και του απροϋπόθετου. Ο Σπύρος Μακρής στο βιβλίο του «Jacques Derrida. Φαντάσματα του πολιτικού και ελευσόμενη δημοκρατία», σημειώνει ότι η ντεριντιανή δικαιοσύνη «δεν σχετίζεται με τον Καρτεσιανό ορθολογισμό, αλλά με ένα πάθος για αποδόμηση κάθε συμβατικής νοηματοδότησης· για παρηγοριά στους αδικημένους· με μια αδημονία για το ανέφικτο και το α-δύνατο». Αλλά ο Θωμάκος από κατάρτιση, από γεννησιμιού του ήταν και είναι ένα τεράστιο μηδέν. Τον κατατρύχει ο Μαρξ και όχι τα φαντάσματά του. Για το Αυλίτη δεν θα έλεγα το ίδιο. Αν θα έπρεπε να την συμπεριλάβω στα dramatis personae του «Άμλετ» θα την έβλεπα μάλλον ως Γερτρούδη παρά ως Οφηλία.
Η παράταξη τρομάρα της, Θωμάκου, αν δεν υπάρξει διαδικασία πένθους και «αν δεν φάνε τα ψητά του νεκρόδειπνου, κρύα στο τραπέζι του γάμου», δεν θα υπάρξει για πολύ. Αν δεν απαλλαγεί από την δήθεν του γλώσσα που δεν αφορά πλέον κανέναν, αν δεν αποφύγει το σύμπλεγμα της εξουσίας, ας μην περιμένει αύξηση των ποσοστών του.
Η προτροπή του Αυλίτη: «Ούτε στιγμή για χάσιμο», δεν διευκρινίζει επακριβώς ποιο πράγμα κινδυνεύει να χαθεί. Αλλά διόλου δεν σκέφτομαι να τον μελετήσω. Αυτός ταιριάζει γάντι με το σώμα των βαρελοφρόνων. Η συμπαθής κάστα συνανθρώπων μας που ξημεροβραδιαζόταν στα κουτούκια με άφθονη ρετσίνα και ότι είχε ο ταβερνιάρης για μεζέ.
Δεν θα πάψω να το επαναλαμβάνω, γνωρίζοντας τις συνέπειες της «απολιτικής» μου σκέψης, η πολιτική είναι μια theologia negativa, όπως και η δικαιοσύνη. Το να είσαι πολιτικός σημαίνει ότι ζητάς διαρκώς το αδύνατο. Και με όρους της Arendt «είσαι ένας conscious parias (συνειδητός παρίας)». Αυτό δεν ήταν άλλωστε και ο Άμλετ; Γι’ αυτό δεν σάπισαν στα στασίδια της κάθε εκκλησιάς;
ΥΓ.
Εάν επρόκειτο για την ιστορική Τριανδρία της Εθνικής Αμύνης, ο Βαγγέλης Αυλίτης θα αποκλείονταν.
