Η απόφαση του ΣτΕ αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση προσπάθησε να επιβάλει τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια» των funds
Εξαρχής, ήταν φανερό ότι η επιλογή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη να νομιμοποιήσει τα ιδιωτικά και κερδοσκοπικά «πανεπιστήμια» δεν είχε να κάνει ούτε με την εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό δίκαιο, ούτε με την ίδρυση μη κρατικών και μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων υψηλού επιπέδου με σκοπό τη διεύρυνση και την αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης ως ενός δημόσιου αγαθού.
Ο σχεδιασμός ήταν εξαρχής να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένα συμφέροντα και funds που θέλουν να κερδοσκοπήσουν πάνω στην κοινωνική ανάγκη για ανώτατη εκπαίδευση, ιδίως σε αντικείμενα υψηλής ζήτησης. Να κερδοσκοπήσουν προσφέροντας χαμηλής ποιότητας σπουδές, χωρίς καμία πραγματική εγγύηση ακαδημαϊκότητας, και με υπονόμευση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά με «βούλα» ότι τα πτυχία τους θεωρούνται «αναγνωρισμένα».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο σχεδιασμός αυτός, στον οποίο πρωτοστάτησε ο τότε υπουργός Παιδείας και σημερινός υπουργός Οικονομικών (και επίσημα χρισμένος «δελφίνος» του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν περίμενε καν να έρθει η ώρα της Συνταγματικής Αναθεώρησης, άρα και μιας σοβαρής συζήτησης για το πώς και κυρίως με ποιες εγγυήσεις θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια σημαντική μεταρρύθμιση.
Αντιθέτως, ενώ μέχρι τότε θεωρείτο αυτονόητο ότι χρειάζεται πρώτα η αναθεώρηση του Συντάγματος και μετά η ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας, η κυβέρνηση προχώρησε σε μια ιδιαίτερα βιαστική και πρόχειρη σύνταξη ενός νόμου, επί της ουσίας υπαγορευμένου από διάφορα funds που είχαν έτοιμες τις σχετικές επενδύσεις, ενός νόμου νόμος που εκμεταλλευόταν τις προβλέψεις του ευρωπαϊκού δικαίου για τη δυνατότητα εγκατάστασης επιχειρήσεων και ο οποίος επί της ουσίας ζητούσε από αυτά τα «μαγαζιά» απλώς να έχουν αρκετό προσωπικό με διδακτορικό και κάποιες εγκαταστάσεις. Ένας νόμος που ψηφίστηκε όσο πιο βιαστικά γινόταν γιατί έπρεπε τα «ιδρύματα» να μπορούν να υποδεχτούν την πελατεία τους στην έναρξη του ακαδημαϊκού έτους 2025-2026.
Ο νόμος κρίθηκε συνταγματικός από το ΣτΕ, κυρίως γιατί έχει διαμορφωθεί πια ένα ολόκληρο πλαίσιο που δίνει προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό δίκαιο και κεκτημένο. Υπήρξαν πάντως και αρκετές φωνές έγκριτων νομικών που υπογράμμισαν ότι υπάρχουν ζητήματα και συνταγματικότητας.
Ωστόσο, ακόμη και έτσι τα ιδιωτικά και κερδοσκοπικά αυτά «ιδρύματα» δεν τέθηκαν υπό κανένα πραγματικό έλεγχο, ούτε υπήρξε κάποια αυστηρότητα ως προς το εάν τηρούνταν επακριβώς ακόμη και οι όροι που περιλάμβανε ο νόμος Πιερρακάκη. Συνέβαλε σε αυτό και η στάση της αρμόδιας Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης που την ίδια ώρα που υποβάλλει σε ιδιαίτερα αυστηρές διαδικασίες τα δημόσια πανεπιστήμια για να πιστοποιήσει τα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να πάρουν τις σχετικές άδειες τα ιδιωτικά «ιδρύματα». Το ίδιο ισχύει για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Μόνο που στην πράξη όλη αυτή η σπουδή σήμαινε κάλυψη παρατυπιών. Αυτές ακριβώς τις παρατυπίες που εντοπίζει η συγκεκριμένη απόφαση του ΣτΕ και η οποία ακύρωσε μια σειρά από άδειες.
Το ίδιο το σκεπτικό του ΣτΕ έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί δείχνει όλο το φάσμα της ιδιότυπης θεσμικής παραβατικότητας που χαρακτηρίζει αυτήν την κυβέρνηση όταν πρόκειται να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα συμφέροντα.
Σε μία περίπτωση ο υπεύθυνος φορέας για τον έλεγχο κτιριακών εγκαταστάσεων, ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ), που είναι αρμόδιος για να διαπιστώσει ότι ένα «παράρτημα» έχει κατάλληλες κτιριακές υποδομές «παρέλειψε να διαπιστώσει αμελλητί και, πάντως, μέχρι τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τη συμμόρφωση του παραρτήματος ΝΠΠΕ στις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει ο ΕΟΠΠΕΠ, κατόπιν επιτόπιου ελέγχου, και αφορούσαν τη διενέργεια κτιριολογικών προσαρμογών και την προσκόμιση συγκεκριμένων στοιχείων». Δηλαδή, ο ΕΟΠΠΕ έκανε παρατηρήσεις –εντόπισε προβλήματα και ζήτησε προσαρμογές – αλλά μετά δεν πήγε να ελέγξει εγκαίρως εάν αυτές έγιναν.
Σε μια άλλη περίπτωση, ακυρώθηκε άδεια εγκατάστασης ενός «παραρτήματος», «διότι στηρίχθηκε σε σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), η οποία διαμορφώθηκε κατόπιν έκθεσης της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης (ΕΕΑ), μέλος της οποίας είχε σχέση με τον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα και, συνεπώς, μπορούσε να προκληθεί υπόνοια μεροληψίας, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας». Θυμίζω ότι αυτό το θέμα είχε συζητηθεί δημόσια, γιατί η ΕΘΑΑΕ είχε διορίσει μέλος της επιτροπής αξιολόγησης ενός ιδιωτικού «παραρτήματος», μια καθηγήτρια που είχε σχέση με το ελληνικό ιδιωτικό εκπαιδευτήριο που συμμετείχε στην ίδρυση του συγκεκριμένου ιδρύματος.
Τέλος, το ΣτΕ επισημαίνει ότι η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών έγινε με βάση μια απόφαση της ΕΘΑΕΕ που δεν έθετε συγκεκριμένα κριτήρια. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «τα στοιχεία, που περιέχονται στο Παράρτημα της 48136/17.12.2024 απόφασης της ΕΘΑΑΕ, με βάση τα οποία έλαβε χώρα η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, δεν συνιστούν συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, προς τα οποία οφείλουν να συμμορφώνονται τα προγράμματα σπουδών των ΝΠΠΕ, όπως ορίζουν οι εξουσιοδοτικές διατάξεις του ν. 5094/2024». Σε απλά ελληνικά η ΕΘΑΕΕ δεν φρόντισε να θέσει συγκεκριμένα και αυστηρά κριτήρια που να διασφαλίζουν όντως την ποιότητα των παρεχόμενων σπουδών, κοινώς τα «διευκόλυνε».
Όλα αυτά απλώς αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση ούτε για την ποιότητα των σπουδών ενδιαφέρεται, ούτε για τη συνολική αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης, ούτε για την συνολική επέκταση του ακαδημαϊκού χάρτη της χώρας. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να φτιαχτούν «σουπερμάρκετ πτυχίων» και να είναι «αποδοτικές» οι σχετικές «επενδύσεις». Κάτι που καθιστά επιτακτική την ανάγκη να αλλάξουν τα πράγματα εκτός των άλλων και για να μπει τάξη στο χάος που δημιούργησε στα Πανεπιστήμια η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Προκλητικός ο Άκης Σκέρτσος, που πριν καλά-καλά σβήσει η μεγάλη φωτιά στη Χαλκιδική έσπευσε να πανηγυρίσει για την αντιμετώπισή της. «Δίνει» μάλιστα την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, υπενθυμίζοντας ότι το 2006 είχε καεί το 25% στην Κασσάνδρα.
Με μία – ακόμη – προκλητική ανάρτηση, ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, σπεύδει να πανηγυρίσει, επειδή όπως ισχυρίζεται η μεγάλη φωτιά στην Σίβηρη Χαλκιδικής έκαψε «περίπου το 1% της συνολικής έκτασης του πρώτου ποδιού», ενώ δεν διστάζει να κάνει και σύγκριση με τη μεγάλη πυρκαγιά του 2006, επί διακυβέρνησης ΝΔ, δηλαδή, με πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή, οπότε «είχε καεί σχεδόν το 25%».
Όπως αναφέρει στην ανάρτησή του ο κ. Σκέρτσος, που αρέσκεται στην παράθεση στατιστικών στοιχείων, τα οποία – κατά τη γνώμη του και μόνον – ευνοούν την κυβέρνηση, «η χθεσινή πολύ επικίνδυνη δασική πυρκαγιά στη Σίβηρη της Χαλκιδικής αντιμετωπίστηκε επιτυχώς χάρη στην έγκαιρη παρέμβαση της Πυροσβεστικής σε συνεργασία με τη Δασική Υπηρεσία και τις συντονισμένες προσπάθειες της Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος και των εθελοντών για τις μαζικές εκκενώσεις που έγιναν από στεριάς και θαλάσσης».
«Η έκταση που κάηκε, περίπου 3.500 στρέμματα, αγγίζει περίπου το 1% της συνολικής έκτασης του πρώτου ποδιού όταν στη μεγάλη πυρκαγιά του 2006 είχε καεί σχεδόν το 25%», υπογραμμίζει, σημειώνοντας, μάλιστα: «Κι αυτό σε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη και πυκνοκατοικημένη – αυτή την εποχή – περιοχή της Κασσάνδρας με πολλές μικτές ζώνες κατοικίας και δάσους».
Ο υπουργός Επικρατείας, επιμένοντας στο αφήγημα περί «περιορισμένης έκτασης» της καταστροφής, τονίζει ότι «αποτελεί σημαντική επιτυχία της οργανωμένης προσπάθειας του πυροσβεστικού σώματος, των επενδύσεων που έχουν γίνει σε προσωπικό, επίγεια και εναέρια μέσα, αλλά και της πρόληψης», ενημρώνοντας ότι «στην περιοχή της Χαλκιδικής έχουν γίνει από το 2022 έως σήμερα 5 παρεμβάσεις του προγράμματος Antinero, ύψους 49 εκ. ευρώ, με διανοίξεις και βελτιώσεις δασικών δρόμων, αντιπυρικές ζώνες, καθαρισμούς και υποδομές υδροληψίας, που ενισχύουν την επιχειρησιακή δυνατότητα, το έργο των δασικών υπηρεσιών, των πυροσβεστών μας και των εθελοντών».
Γι’ αυτό, υποστηρίζει, άλλωστε, «αξίζει να το πούμε καθαρά για άλλη μια φορά σε όσους επιχειρούν όψιμα να ακυρώσουν την αξία του Antinero. Το πρόγραμμα αυτό δεν σβήνει φωτιές. Συμβάλλει όμως σημαντικά στον περιορισμό της ζημίας όταν προκύψει μια πυρκαγιά διευκολύνοντας το έργο της Πυροσβεστικής».
Για να δικαιολογήσει την κυβερνητική αποτυχία στον τομέα της πρόληψης, μάλιστα, ο κ. Σκέρτσος επιμένει πως «δεν υπάρχει κανένα έργο πρόληψης που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα ξεσπάσει ή δεν θα επεκταθεί μια πυρκαγιά. Υπάρχουν όμως έργα που μπορούν να κάνουν τη διαφορά όταν αυτή ξεσπάσει».
Τέλος, σαν καλός… μετεωρολόγος, προειδοποιεί ότι ο κίνδυνος παραμένει υψηλός και σήμερα, τόσο στη Χαλκιδική όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, λόγω των πολύ ισχυρών ανέμων που πνέουν έως και 9-10 μποφόρ. «Γι’ αυτό και απαιτείται η μέγιστη δυνατή επαγρύπνηση από όλους μας», ενώ εκφράζει την ευγνωμοσύνη του «στους ήρωες της πυροσβεστικής και τους δασικούς υπαλλήλους» και δηλώνει ότι η κυβέρνηση παραμένει, «μέσω της κρατικής αρωγής, δίπλα σε όλους τους πολίτες που υπέστησαν ζημιές».
Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα πραγματοποίησης offline συναλλαγών, ακόμη και χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχωρά τα σχέδια για την εισαγωγή του ψηφιακού ευρώ, με στόχο το νέο μέσο πληρωμών να κάνει τα πρώτα του βήματα στην καθημερινότητα των πολιτών από το 2027. Ωστόσο, όπως ξεκαθάρισε η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, το ψηφιακό ευρώ δεν πρόκειται να αντικαταστήσει τα μετρητά, τα οποία θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται κανονικά.
Μιλώντας στο Euronews, η Κριστίν Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι ψηφιακό ευρώ και μετρητά θα λειτουργούν παράλληλα, ενώ χαρακτήρισε το νέο ψηφιακό νόμισμα όχι μόνο αλλαγή στον τρόπο πραγματοποίησης των καθημερινών συναλλαγών, αλλά και ζήτημα οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.
Γιατί η ΕΚΤ προωθεί το ψηφιακό ευρώ
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε η Λαγκάρντ, περίπου 6 στις 10 συναλλαγές με κάρτες στην Ευρώπη πραγματοποιούνται σήμερα μέσω υποδομών που ελέγχονται από ξένο κεφάλαιο.
Η ευρωπαϊκή οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από διεθνή δίκτυα πληρωμών, κυρίως αμερικανικών εταιρειών και, σε μικρότερο βαθμό, κινεζικών.
Η δημιουργία του ψηφιακού ευρώ αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής υποδομής πληρωμών, ώστε η Ευρώπη να περιορίσει την εξάρτησή της από μη ευρωπαϊκούς παρόχους και να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο σε έναν κρίσιμο τομέα της οικονομίας.
(AP Photo/Michael Probst)
Πώς θα λειτουργεί το ψηφιακό ευρώ
Η ΕΚΤ παρουσιάζει το ψηφιακό ευρώ ως το ψηφιακό αντίστοιχο των μετρητών. Θα μπορεί να χρησιμοποιείται σε ολόκληρη την Ευρωζώνη και θα αποτελεί δημόσιο χρήμα.
Για τους καταναλωτές, αυτό σημαίνει ότι θα μπορούν να πραγματοποιούν πληρωμές σε ψηφιακό ευρώ σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, χωρίς να εξαρτώνται από το εάν μια επιχείρηση χρησιμοποιεί συγκεκριμένο ιδιωτικό δίκτυο πληρωμών.
Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα πραγματοποίησης offline συναλλαγών, ακόμη και χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο. Στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία της συναλλαγής θα είναι γνωστά μόνο στον πληρωτή και τον αποδέκτη, παρέχοντας επίπεδο ιδιωτικότητας αντίστοιχο με εκείνο των μετρητών.
Η βασική χρήση του ψηφιακού ευρώ θα είναι χωρίς χρέωση για τους πολίτες, ενώ στόχος της ΕΚΤ είναι να μπορεί να χρησιμοποιείται σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Τα μετρητά δεν καταργούνται
Η Κριστίν Λαγκάρντ ήταν σαφής: τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα δεν πρόκειται να καταργηθούν.
Τόσο τα μετρητά όσο και το ψηφιακό ευρώ θα διατηρούν το καθεστώς του νόμιμου χρήματος. Παράλληλα, η ΕΚΤ αναμένεται έως το τέλος του 2026 να παρουσιάσει τη νέα στρατηγική για τα τραπεζογραμμάτια του ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του νέου σχεδιασμού τους.
Στόχος είναι να μεταφερθούν στο ψηφιακό περιβάλλον τα πλεονεκτήματα του δημόσιου χρήματος, όπως η ασφάλεια, η ευρεία αποδοχή και η ανεξαρτησία από ιδιωτικούς παρόχους, χωρίς να καταργηθεί η φυσική μορφή του ευρώ.
92% των επιχειρήσεων δέχονται μετρητά
Την ίδια ώρα, τα στοιχεία της νέας έρευνας της ΕΚΤ δείχνουν ότι τα μετρητά παραμένουν κυρίαρχα στις συναλλαγές στην Ευρωζώνη.
Το 2026, το 92% των επιχειρήσεων που πωλούν αγαθά και υπηρεσίες σε φυσικά καταστήματα δήλωσε ότι δέχεται πληρωμές με μετρητά. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2024 ήταν 90%, καταγράφοντας μικρή ανάκαμψη μετά την υποχώρηση που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια και μετά την πανδημία.
Η αποδοχή των πληρωμών με κάρτα παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, στο 88%, ενώ εντυπωσιακή ήταν η αύξηση των πληρωμών μέσω κινητού τηλεφώνου: από 36% το 2024 σε 68% το 2026.
(AP Photo/Michael Probst, File)
Οι επιχειρήσεις επενδύουν στις ψηφιακές πληρωμές
Παράλληλα, περίπου 1 στις 4 επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη αναφέρει ότι έχει λάβει μέτρα για την ενίσχυση των ψηφιακών πληρωμών.
Μεταξύ άλλων, επενδύουν σε ταμεία που λειτουργούν χωρίς μετρητά ή περιορίζουν τον αριθμό των ταμείων στα οποία μπορούν να πραγματοποιούνται συναλλαγές με φυσικό χρήμα. Το 13% των επιχειρήσεων έχει ήδη εγκαταστήσει τερματικά αυτοεξυπηρέτησης (self-checkout).
Ωστόσο, όταν επιλέγουν ποιους τρόπους πληρωμής θα αποδέχονται, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να θεωρούν σημαντικά πλεονεκτήματα των μετρητών την προστασία της ιδιωτικότητας και την αξιοπιστία.
Η έρευνα της ΕΚΤ πραγματοποιήθηκε σε 8.205 επιχειρήσεις σε 21 χώρες της Ευρωζώνης, με τις συνεντεύξεις να πραγματοποιούνται από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 2026.
Το επόμενο κρίσιμο βήμα
Το επόμενο μεγάλο ορόσημο για το ψηφιακό ευρώ είναι το τέλος του 2026, όταν αναμένεται να ολοκληρωθούν οι ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις για το νομοθετικό πλαίσιο.
Από εκεί και πέρα θα κριθεί η τελική πορεία προς την υλοποίησή του, με το 2027 να αποτελεί τον χρονικό ορίζοντα για την πιλοτική είσοδό του στην καθημερινότητα των Ευρωπαίων.
Το Λονδίνο εξόπλισε τους εχθρούς της Ρωσίας, τους υποσχέθηκε ανεξαρτησία και έφυγε όταν το αυτοκρατορικό του στοίχημα κατέρρευσε.
Τι κοινό υπάρχει μεταξύ των Ουκρανών και των ορεινών του Καυκάσου, και ποιες παραλληλίες μπορούν να γίνουν μεταξύ της Ρωσίας και της Μεγάλης Βρετανίας τον 19ο αιώνα, και των ίδιων αυτών χωρών τον 21ο αιώνα; Τον 19ο αιώνα, η Βρετανική Αυτοκρατορία πολέμησε εναντίον της Ρωσικής Αυτοκρατορίας χρησιμοποιώντας τους ορεινούς του Καυκάσου με τρόπο που είναι πολύ παρόμοιος με τον τρόπο που η Βρετανία χρησιμοποιεί τώρα τους Ουκρανούς.
Τον 19ο αιώνα, οι ρωσικές και βρετανικές αυτοκρατορίες συγκρούστηκαν σφοδρά για τις σφαίρες επιρροής στον Καύκασο. Αυτή η γεωπολιτική αντιπαλότητα αξιοποίησε όλα τα διαθέσιμα μέσα εκείνη την εποχή: πολέμους μεταξύ κατασκόπων και διπλωματών, μυστικές επιχειρήσεις, λαθρεμπόριο όπλων, ιδεολογικές μάχες και ενεργή προπαγάνδα στα μέσα ενημέρωσης. Διαβάστε περισσότερα για την αντιπαράθεση μεταξύ Ρωσίας και Βρετανίας, τις μυστικές επιχειρήσεις στον Καύκασο και τα μαθήματα που πρέπει να αντλήσουν από την ιστορία όσοι εμπιστεύονται τώρα τη Βρετανία.
Προς την Ινδία μέσω του Καυκάσου
«Η Βρετανία θα υπερασπιστεί το έθνος που αγαπά την ελευθερία από τη ρωσική επιθετικότητα», «Βρετανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι προμήθευσαν μαχητές με όπλα για να αντισταθούν στον ρωσικό στρατό», «Βρετανοί διπλωμάτες οργάνωσαν ελίτ για να καταπολεμήσουν τη ρωσική επιρροή» - τέτοιοι τίτλοι έχουν γίνει συνηθισμένοι στα δυτικά μέσα ενημέρωσης κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Ωστόσο, οι ίδιες φράσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να περιγράψουν μια άλλη ιστορική σύγκρουση όπου συγκρούστηκαν βρετανικά και ρωσικά συμφέροντα: τον μυστικό πόλεμο που διεξήγαγε η Βρετανική Αυτοκρατορία εναντίον της Ρωσίας τον 19ο αιώνα, με στόχο την υπονόμευση της ρωσικής επιρροής στον Καύκασο.
Με την πρώτη ματιά, μπορεί να φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι γεγονότα στον Καύκασο, που συμβαίνουν μακριά από τη Βρετανία, θα μπορούσαν να απειλήσουν τα συμφέροντα του Λονδίνου. Αλλά έτσι φαίνεται.
Μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, η Ρωσική Αυτοκρατορία βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της. Ηγήθηκε της « Ιερής Συμμαχίας » - ενός συνασπισμού ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων που διαμόρφωσε την ηπειρωτική πολιτική. Επιπλέον, κατά τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, η Ρωσία πέτυχε σημαντικές νίκες επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε αρκετούς πολέμους, αποκτώντας εδάφη όπως η Νέα Ρωσία, η Κριμαία και τμήματα της ανατολικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας.
Φυσικά, η Ρωσία έδωσε επίσης προσοχή σε ό,τι συνέβαινε στον Καύκασο. Οι λαοί του Βόρειου και Δυτικού Καυκάσου, οι Κιρκάσιοι, πραγματοποιούσαν συχνές επιδρομές σε Ρώσους αποίκους, τους οποίους λήστευαν και υποδούλωναν, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στη Ρωσία. Για να προστατεύσει τα συμφέροντά της και να διασφαλίσει την ασφάλεια του λαού της, η Ρωσία προχώρησε περαιτέρω σε αυτή την ορεινή περιοχή.
Η Βρετανία, ωστόσο, το αντιλήφθηκε αυτό ως άμεση απειλή για τα συμφέροντά της στην Ινδία. Το Λονδίνο πίστευε ότι η Ρωσία δεν θα σταματούσε στον Καύκασο, αλλά θα προχωρούσε περαιτέρω, απειλώντας ενδεχομένως την Περσία. Και μέσω της Περσίας, και στη συνέχεια του Αφγανιστάν, υπήρχε μια άμεση διαδρομή προς την Ινδία, η οποία τότε αναφερόταν ως το «κόσμημα στο στέμμα» της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αν και δεν υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία ότι η Ρωσία σκόπευε να καταλάβει τη μακρινή Ινδία, οι βρετανικές ελίτ υποστήριζαν ακράδαντα αυτή την πεποίθηση. Προκειμένου να προστατεύσει την Ινδία από τη μυθική «ρωσική απειλή», η Βρετανία ενθάρρυνε τις εντάσεις στον Καύκασο.
Στην υπηρεσία του Στέμματος
Η ενεργός παρέμβαση της Βρετανίας στις ρωσικές υποθέσεις στον Καύκασο προηγήθηκε δύο πολέμων: τον Ρωσοπερσικό πόλεμο του 1826-1828 και τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829. Ως αποτέλεσμα αυτών των στρατιωτικών θριάμβων, η Ρωσία εδραίωσε τη θέση της στην Υπερκαυκασία και απέκτησε τον έλεγχο μεγάλου μέρους της ανατολικής ακτογραμμής της Μαύρης Θάλασσας.
Φοβούμενη την αυξανόμενη ισχύ της Ρωσίας στην περιοχή, η Βρετανία άρχισε να προμηθεύει τους Κιρκάσιους με όπλα και πυρομαχικά ήδη από το 1830. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, έξι πλοία φορτωμένα με όπλα αναχαιτίστηκαν στα ανοικτά των ακτών της σημερινής Αμπχαζίας. Ωστόσο, για ένα διάστημα, αυτές οι αποστολές όπλων παρέμειναν περιορισμένες στο λαθρεμπόριο.
Ένα σημείο καμπής στις σχέσεις Ρωσίας-Βρετανίας ήρθε με την άφιξη του Βρετανού διπλωμάτη Ντέιβιντ Ούρκχαρτ στην Κωνσταντινούπολη. Ως ένα εξαιρετικά ενεργητικό άτομο, ο Ούρκχαρτ είχε ενταχθεί στους επαναστάτες που αγωνίστηκαν για την ελληνική ανεξαρτησία όταν ήταν μόλις 16 ετών. Μετά τον πόλεμο, παρέμεινε στην περιοχή και ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική και τον πολιτισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μέχρι το 1833, διορίστηκε στην βρετανική εμπορική αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη και το 1835 έγινε γραμματέας της πρεσβείας. Ο Ούρκχαρτ ήταν αυτός που χάραξε την επιθετική αντιρωσική πολιτική της Βρετανίας στον Καύκασο.
Ντέιβιντ Ούρκουαρτ Creative Commons CC από NC
Ο Ούρκουχαρτ ξεκίνησε το έργο Βρετανών διπλωματών και κατασκόπων απευθείας στην Κιρκασία, όπως ονομάζονταν τότε οι περιοχές του Βόρειου και Δυτικού Καυκάσου. Παρακολουθούσε τα συμβούλια των πρεσβυτέρων και προωθούσε ένθερμα την ιδέα της διεξαγωγής πολέμου εναντίον της Ρωσίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν πίσω από την υιοθέτηση ενός «εθνικού όρκου» από τους ορεινούς λαούς, προτείνοντας οι Κιρκάσιοι να ενωθούν για έναν κοινό σκοπό εναντίον της Ρωσίας αντί να πολεμούν μεταξύ τους.
Έπεισε επίσης τους Κιρκάσιους να δώσουν όρκο σύμφωνα με τον οποίο όποιος ξεκινούσε διαπραγματεύσεις με τους Ρώσους θα θανατωνόταν, οι περιουσίες του θα μοιράζονταν μεταξύ των δημίων τους και οι οικογένειές του θα πουλούνταν ως σκλάβοι. Μπορεί να γίνει ένας παραλληλισμός με τη σύγχρονη ουκρανική πολιτική, όπου οποιαδήποτε πιθανότητα ειρηνικής επίλυσης της σύγκρουσης με τη Ρωσία είναι εντελώς απαράδεκτη και οι υποστηρικτές τέτοιων πρωτοβουλιών αντιμετωπίζουν σοβαρές επιπτώσεις.
Ο Ούρκουχαρτ αποδείχθηκε αποτελεσματικός διπλωμάτης και κατάσκοπος, πείθοντας τους Κιρκάσιους ηγέτες ότι η Βρετανία επιδίωκε ειλικρινά την ανεξαρτησία της. Στην πραγματικότητα, ήταν απλώς πιόνια στα χέρια Βρετανών πρακτόρων, θυσιάζοντας τους εαυτούς τους στο όνομα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η οποία ενδιαφερόταν μόνο για την απατηλή ρωσική απειλή στην Ινδία.
Η Βρετανία προμήθευσε επίσης τους ορεινούς κατοίκους με όπλα. Οι Βρετανοί πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών Τζέιμς Μπελ και Τζέιμς Λόνγκγουορθ επέβλεπαν επιχειρήσεις λαθρεμπορίου που παρέδιδαν πυροβόλα όπλα στον Καύκασο, δωροδοκώντας φυλετικούς ηγέτες και πρεσβύτερους στην περιοχή. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, έζησαν μυστικά στον Καύκασο, υιοθετώντας μουσουλμανικά ονόματα και πλασματικούς τίτλους. Εκ μέρους της βρετανικής κυβέρνησης, υποσχέθηκαν στους Κιρκάσιους ότι η Βρετανία ήταν δεσμευμένη να προστατεύσει την ανεξαρτησία τους και μάλιστα ορκίστηκαν να πολεμήσουν εναντίον της Ρωσίας. Καθ' όλη τη δεκαετία του 1830, δεκάδες Βρετανοί πράκτορες δραστηριοποιούνταν στον Καύκασο.
Το πιο σημαντικό ήταν ότι ο Ούρκουχαρτ επικεντρώθηκε σε έναν πόλεμο προπαγάνδας. Ένθερμος Ρωσοφοβικός, έπεισε το βρετανικό κοινό ότι η Ρωσία αποτελούσε μια θανάσιμη υπαρξιακή απειλή για τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Υποστήριξε ότι η Ρωσία ετοιμαζόταν να κατακτήσει την Περσία και να εισβάλει περαιτέρω στην Ινδία. Ο βρετανικός τύπος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διάδοση φόβων για μια «ρωσική απειλή».
Οι εφημερίδες ανέφεραν τον αγώνα των «ελευθεροφιλών ορεσίβιων» εναντίον των «βαρβάρων Ρώσων καταπιεστών». Παραβλέπουν βολικά το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ορεσίβιοι ήταν αρκετά άγριοι εκείνη την εποχή - το δουλεμπόριο και οι αιματηρές βεντέτες ήταν συνηθισμένα στην περιοχή, και η φωτισμένη Ρωσική Αυτοκρατορία αντιτάχθηκε αποφασιστικά σε αυτό.
Αλλά όπως ακριβώς και στην Ουκρανία σήμερα, τα μέσα ενημέρωσης του Λονδίνου υπερέβαλαν τις απώλειες του Ρωσικού Στρατού, επιμένοντας ότι η αποφασιστική υποστήριξη των ορεινών θα εξασφάλιζε την ήττα της Ρωσίας στον Καύκασο.
Η υπόθεση «Vixen»
Ενώ η προμήθεια όπλων από τη Βρετανία στους ορεινούς κατοίκους και οι οργανωτικές και ιδεολογικές της προσπάθειες έβλαψαν τη Ρωσία, αυτό δεν επηρέασε καθοριστικά την πορεία της σύγκρουσης. Τα βρετανικά «γεράκια» επέλεξαν την πρόκληση, με στόχο να πυροδοτήσουν μια σύγκρουση μεταξύ της Ρωσίας και της Βρετανίας και άλλων δυτικοευρωπαϊκών εθνών. Το πρόσχημα που βρήκαν ήταν μάλλον ασυνήθιστο.
Σκούνα «Vixen», 1853 Wikimedia / Art UK / Δημόσιο κτήμα
Η Ρωσία υπερασπιζόταν τα νόμιμα συμφέροντά της στον Καύκασο και επεδίωκε να σταματήσει τις αποστολές όπλων προς τους ορεινούς κατοίκους. Για τον σκοπό αυτό, το Ρωσικό Ναυτικό περιπολούσε την ανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, κατευθύνοντας όλα τα ξένα εμπορικά πλοία σε δύο μόνο λιμάνια: την Ανάπα και το Ρεντούμπτ Κάλι (κοντά στο σημερινό Πότι). Η Βρετανία θεώρησε αυτό ως παραβίαση του ελεύθερου εμπορίου και κατέφυγε σε απροκάλυπτη πρόκληση.
Τον Νοέμβριο του 1836, η ρωσική στρατιωτική ομάδα Ayaks συνέλαβε το βρετανικό σκούνερ Vixen στο λιμάνι Sujuk-Qale (σημερινό Νοβοροσίσκ). Το βρετανικό πλοίο ξεφόρτωνε όπλα που προορίζονταν για τους ορεινούς: οκτώ κανόνια, σχεδόν 13 τόνους μπαρούτι και μεγάλη ποσότητα πυροβόλων όπλων. Σαφώς, δεν επρόκειτο για ελεύθερο εμπόριο· επρόκειτο για άμεση στρατιωτική υποστήριξη των αντιπάλων της Ρωσίας.
Η αποστολή οργανώθηκε από τον Ούρκουχαρτ, ενώ καπετάνιος της σκούνας ήταν ο Βρετανός κατάσκοπος Μπελ. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Μπελ δεν έκρυψε τις προθέσεις του. Προσπάθησε ανοιχτά να προκαλέσει τον ρωσικό στόλο. Μετά την κατάληψη, το Vixen κατασχέθηκε και το πλήρωμά του απελάθηκε στην Τουρκία.
Αυτό το περιστατικό πυροδότησε ένα μεγάλο σκάνδαλο που σχεδόν έφερε τη ρωσική και τη βρετανική αυτοκρατορία στα πρόθυρα του πολέμου. Οι συντηρητικοί στο βρετανικό κοινοβούλιο ζήτησαν την αποστολή ναυτικού στη Μαύρη Θάλασσα για να αντιμετωπίσει τη Ρωσία και αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της προσάρτησης της Κιρκασίας. Ωστόσο, οι Βρετανοί ριζοσπάστες έκαναν λάθος υπολογισμούς.
Ο Ρώσος αυτοκράτορας Νικόλαος Α΄ αρνήθηκε να υποχωρήσει. Αντ' αυτού, έθεσε τις ένοπλες δυνάμεις σε αυξημένη ετοιμότητα και επέδειξε ακλόνητη δέσμευση στην υπεράσπιση των συμφερόντων της Ρωσίας στον Καύκασο. Κανείς στην Ευρώπη δεν ήταν πρόθυμος να κηρύξει πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.
Ως αποτέλεσμα, το Λονδίνο αναγκάστηκε να ανακαλέσει τον Ούρκουαρτ από την Κωνσταντινούπολη και να εγκαταλείψει όλες τις απαιτήσεις του σχετικά με τη ρωσική επιρροή στον Καύκασο.
Όχι μόνο ο Κριμαϊκός Πόλεμος
Ο πόλεμος στον Καύκασο θα μπορούσε να είχε ολοκληρωθεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1830. Ωστόσο, οι Βρετανοί δεν ήταν έτοιμοι να αποδεχτούν την ήττα και άρχισαν να προετοιμάζονται για μια ακόμη σύγκρουση.
Οι ταραξίες διείσδυσαν στον ανατολικό Καύκασο, τη σύγχρονη Τσετσενία και το Νταγκεστάν, υποκινώντας τους ορεινούς να αντισταθούν στη Ρωσία. Βρετανοί πράκτορες τους διαβεβαίωσαν ότι το Λονδίνο θα υποστήριζε μια εξέγερση εναντίον της Ρωσίας και θα παρείχε τα απαραίτητα όπλα και εφόδια.
Η στρατηγική βασιζόταν στην υπόθεση ότι η Ρωσία θα βαλτώνε στον Καύκασο και δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις βρετανικές ενέργειες αλλού. Και αυτό όντως συνέβη. Όταν ξέσπασε ο Κριμαϊκός πόλεμος από το 1853 έως το 1856, 270.000 Ρώσοι στρατιώτες είχαν τοποθετηθεί στον Καύκασο για να διατηρήσουν την τάξη στην περιοχή.
Ταυτόχρονα με την έναρξη του Κριμαϊκού Πολέμου, οι επιθέσεις εναντίον ρωσικών οικισμών εντάθηκαν, με επικεφαλής τις δυνάμεις του Ιμάμη Σαμίλ, ο οποίος έλεγχε εδάφη στην Τσετσενία και το Νταγκεστάν. Στον Βόρειο Καύκασο, οι Κιρκάσιοι εξαπέλυσαν επιθέσεις στο Νοβοροσίσκ και το Αικατερινοντάρ (σημερινό Κρασνοντάρ). Ενώ αυτές οι επιδρομές είχαν μικρό αντίκτυπο στη συνολική πορεία των μαχών, αναμφίβολα απέσπασαν την προσοχή και τους πόρους της ρωσικής διοίκησης.
Ένας Κιρκάσιος της Καμπαρντιανής φυλής, 1831. Wikimedia / Filippo Pistrucc / Δημόσιο κτήμα
Καθ' όλη τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου, ο βρετανικός τύπος έθιγε συχνά το ζήτημα της «ανεξαρτησίας των Κιρκασίων». Στη Διάσκεψη του Παρισιού, το Λονδίνο τόνισε επίσης το ζήτημα των Κιρκασίων, απαιτώντας από τη Ρωσία να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Κιρκασίας ή, τουλάχιστον, να αποσύρει στρατεύματα από τον Καύκασο. Σε αντάλλαγμα, το Λονδίνο θα εμπόδιζε τους ορεινούς να επιτεθούν σε ρωσικά εδάφη.
Παρά την διπλωματική αυτή πίεση, η Ρωσική Αυτοκρατορία υπερασπίστηκε με επιτυχία τα δικαιώματά της στον Καύκασο. Ο πιθανός λόγος έγκειται στο γεγονός ότι μετά από περισσότερα από 20 χρόνια σκληρού αγώνα εναντίον της Ρωσίας, οι ορεινοί δεν σημείωσαν καμία αξιοσημείωτη πρόοδο. Όσο για τη Ρωσία, ακόμη και εν μέσω ενός βάναυσου πολέμου με τις κορυφαίες ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής, κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο του Καυκάσου.
Τελευταία προσπάθεια
Αν και ο Κριμαϊκός Πόλεμος έληξε με ήττα για τη Ρωσική Αυτοκρατορία, η θέση της στον Καύκασο παρέμεινε σταθερή. Σε μια προσπάθεια να υπονομεύσουν τη Ρωσία και να προετοιμάσουν το έδαφος για μελλοντικές επιχειρήσεις, οι Βρετανοί απέστειλαν μια ομάδα ανταρτών στην περιοχή το 1857.
Το απόσπασμα διοικούνταν από τον Πολωνό στρατιωτικό αξιωματικό Τεοφίλ Λαπίνσκι, ο οποίος συμμετείχε στην εξέγερση του 1848 και πολέμησε εναντίον των Αυστριακών στη σημερινή Ουκρανία και Ουγγαρία. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου, ο Λαπίνσκι πολέμησε εναντίον της Ρωσίας ενώ υπηρετούσε στο Πολωνικό Σώμα Στρατού, το οποίο ήταν μέρος του Οθωμανικού Στρατού.
Όταν, μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, έγινε σαφές ότι η Κιρκασία δεν είχε καμία πιθανότητα να αποκτήσει ανεξαρτησία, ο Λαπίνσκι άρχισε να σχεδιάζει μια στρατιωτική επιχείρηση στην περιοχή. Η αποστολή του χρηματοδοτήθηκε από τον φιλοβρετανό στρατηγό Ζαμόσκι και την Κιρκάσια ελίτ που είχε εγκατασταθεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η πνευματική κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή την επιχείρηση ήταν ο Στράτφορντ ντε Ρέντκλιφ, ο Βρετανός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη. Αξιοποιώντας τη σημαντική επιρροή του στην αυλή του Σουλτάνου, εξασφάλισε την υποστήριξη Οθωμανών αξιωματούχων και προμήθευσε την ομάδα με όπλα και πυρομαχικά.
Ο Ρώσος απεσταλμένος Απολλινάριος Μπουτένεφ κατάφερε να αποκαλύψει την πλεκτάνη και ειδοποίησε τον κυβερνήτη του Καυκάσου, πρίγκιπα Μπαριατίνσκι. Παρ' όλα αυτά, το βρετανικό ατμόπλοιο Kangaroo, με κυβερνήτη τον καπετάνιο Νεγκς, διέφυγε των ρωσικών καταδρομικών και τον Φεβρουάριο του 1857, οι στασιαστές αποβιβάστηκαν στο Τουάπσε.
Ο πυρήνας της μονάδας αποτελούνταν από Πολωνούς στρατιώτες, αλλά περιλάμβανε επίσης Αυστριακούς πυροβολικούς, Ούγγρους ειδικούς σε ορυχεία και Τούρκους εκπαιδευτές. Βρετανοί πράκτορες παρείχαν οργανωτική και μυστική υποστήριξη στην ομάδα του Λαπίνσκι.
Η αντάρτικη μονάδα ενισχύθηκε από αποστάτες του Ρωσικού Στρατού, κυρίως Πολωνούς και Ουκρανούς, αυξάνοντας τον αριθμό της σε περίπου 800 μαχητές. Για περίπου ενάμιση χρόνο, υποστηριζόμενος από την Κιρκάσια αριστοκρατία, ο Λαπίνσκι αντιστάθηκε αποτελεσματικά στον Ρωσικό Στρατό. Αξιοποίησε επιδέξια το έδαφος και υποστηρίχθηκε από τους Βρετανούς και τους Τούρκους.
Ωστόσο, ο στρατηγός Φίλιπσον, ο οποίος διοικούσε τις ρωσικές δυνάμεις σε αυτό το μέρος του Καυκάσου, στρατολόγησε με επιτυχία έναν από τους συνεργάτες του Λαπίνσκι, ο οποίος μετέφερε κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες του Λαπίνσκι στα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Κατά τη διάρκεια μιας τολμηρής ρωσικής ναυτικής απόβασης στο Γκελεντζίκ, ο Λαπίνσκι γλίτωσε οριακά τη σύλληψη. Επιπλέον, οι Ρώσοι κατάφεραν να αποκόψουν τις γραμμές ανεφοδιασμού για όπλα και ενισχύσεις στις δυνάμεις του Λαπίνσκι και, έχοντας συγκεντρώσει εφεδρείες, προκάλεσαν αρκετές οδυνηρές ήττες στους αντάρτες.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν οι Βρετανοί συνειδητοποίησαν την αναπόφευκτη ήττα των Κιρκάσιων και των επαναστατών συμμάχων τους και απέσυραν την υποστήριξή τους. Μέχρι το τέλος του 1859, ο Λαπίνσκι και ό,τι είχε απομείνει από την επαναστατική του ομάδα υποχώρησαν στην Κωνσταντινούπολη.
Την ίδια χρονιά, ρωσικά στρατεύματα συνέλαβαν τον Ιμάμη Σαμίλ, τον ηγέτη των ορεινών λαών του Βορειοανατολικού Καυκάσου. Αν και ορισμένες διάσπαρτες ομάδες συνέχισαν να αντιστέκονται, η συνολική εκστρατεία είχε τελειώσει. Εκατοντάδες χιλιάδες Κιρκάσιοι που δεν ήθελαν να ζήσουν υπό ρωσική κυριαρχία μετεγκαταστάθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μέχρι το 1864, ο Πόλεμος του Καυκάσου ολοκληρώθηκε με τη νίκη της Ρωσίας, ενισχύοντας τον έλεγχό της στην περιοχή. Αυτός ο θρίαμβος όχι μόνο σηματοδότησε ένα σημαντικό στρατιωτικό επίτευγμα, αλλά και οδήγησε σε μια διαρκή ειρήνη, την κατάργηση της δουλείας και των βάναυσων παραδόσεων, και την έναρξη της πολιτικής διακυβέρνησης, της εκπαίδευσης και της οικονομικής ανάπτυξης στον Καύκασο.
Ήταν επίσης ένας θρίαμβος για τη Ρωσία επί της Βρετανίας, η οποία, παρά όλες τις διπλωματικές της προσπάθειες, τις προσπάθειες πληροφοριών και τις μυστικές επιχειρήσεις της, δεν κατάφερε να ξεπεράσει τη δύναμη των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών, της διπλωματίας και του στρατού.
Αυτό χρησιμεύει ως σημαντική υπενθύμιση στα έθνη και τα κράτη που βασίζονται στην υποστήριξη της Βρετανίας όταν διεξάγουν πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Ενώ μπορεί να έχουν κάποια περιστασιακή επιτυχία, τελικά, το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο.