ενημέρωση 5:46, 23 July, 2026

Σταθερότητα ή ακυβερνησία; Η Ιστορία διαψεύδει το δίλημμα που θέτει ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Στην ιστορία της Μεταπολίτευσης και όταν χρειάστηκε η χώρα κυβερνήθηκε επαρκώς από σχήματα συνεργασίας. Οι περιπτώσεις του 1989 και του 2012 διαψεύδουν τα διλήμματα που βάζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Για «αυτοδυναμία» μιας τρίτης τετραετίας μίλησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την πληγωμένη -από τις πυρκαγιές- βόρεια Εύβοια, την ώρα που έχει ανοίξει και πάλι η συζήτηση για το χρόνο των εκλογών. Η Νέα Δημοκρατία είναι και πάλι γνωστό τι θα επικαλεστεί, το αφήγημα της πολιτικής σταθερότητας, έναντι της αστάθειας και της ενδεχόμενης ακυβερνησίας.

Πρόκειται για την κεντρική στρατηγική που θα ακολουθήσει έως τις επόμενες κάλπες, είτε αυτές στηθούν το Φθινόπωρο είτε την Άνοιξη του 2027. Γι’ αυτό και σημειώνεται αυτή η προσπάθεια συσπείρωσης, η οποία μπορεί να αποδώσει ως ένα βαθμό, αλλά να φτάσει στο σημείο να φέρει ποσοστά αυτοδυναμίας δείχνει κομματάκι δύσκολο έως ακατόρθωτο στην παρούσα συγκυρία.

Σταθερότητα και Οικονομία

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Μητσοτάκης επικαλείται τη «σταθερότητα». Από το 2023 και τις εκλογές εκείνης της χρονιάς αποτέλεσε βασική του «σημαία». Υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία πως οι επενδύσεις προϋποθέτουν πολιτική σταθερότητα, ότι η οικονομία κινδυνεύει από κυβερνήσεις συνεργασίας χωρίς κοινό πρόγραμμα και πως μια ισχυρή κυβέρνηση αποτελεί προϋπόθεση για μεταρρυθμίσεις.

Μπορεί το ίδιο αφήγημα να έχει την ίδια απήχηση 3 ή 4 χρόνια μετά και ειδικά από τη στιγμή που από τη μια σχεδόν ολοκληρώθηκαν οι επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης που προσέφεραν απλόχερα «καύσιμο» στην κυβέρνηση, απ’ την άλλη καίρια ζητήματα που άπτονται της Οικονομίας, όπως η ακρίβεια και το υψηλό κόστος ζωής ουδέποτε αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά στην επταετή διακυβέρνηση της ΝΔ;

Οι δημοσκοπήσεις προς ώρας πάντως, λένε όχι. Προτιμούν δηλαδή την «πολιτική αλλαγή» από τη «σταθερότητα» που επικαλείται ο πρωθυπουργός.

Η Ιστορία τα λέει αλλιώς

Το δίλημμα «σταθερότητα ή ακυβερνησία» το χρησιμοποιεί ο κ. Μητσοτάκης  εδώ και αρκετούς μήνες. Το έχουν κάνει «καραμέλα» διάφοροι υπουργοί του, που το εκφράζουν ακόμα πιο εκβιαστικά ή γραφικά, όπως για παράδειγμα με τη φράση «μετά τον Μητσοτάκη το χάος». Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Βυθίστηκε η χώρα όταν οι πολίτες αποφάσισαν να μην δώσουν την πολυπόθητη αυτοδυναμία σε κάποιο κόμμα; Τί μάς λέει η Ιστορία;

Η πρώτη πραγματική δοκιμασία του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος ήρθε τον Ιούνιο του 1989. Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη επικράτησε με ποσοστό άνω του 44%, ωστόσο ο εκλογικός νόμος που είχε θεσπίσει προηγουμένως το ΠΑΣΟΚ δεν της επέτρεψε να αποκτήσει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Αντί να οδηγηθεί η χώρα σε πολιτική παράλυση, τα κόμματα αναζήτησαν λύση. Έτσι συγκροτήθηκε η κυβέρνηση συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού της Αριστεράς υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη, με συγκεκριμένη αποστολή και περιορισμένο χρονικό ορίζοντα.

Η διάρκειά της υπήρξε μικρή, όμως η σημασία της ήταν ιστορική. Για πρώτη φορά πολιτικές δυνάμεις που μέχρι τότε βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα συμφώνησαν ότι η χώρα όφειλε να κυβερνηθεί, ακόμη και μέσα από έναν δύσκολο συμβιβασμό.

Οικουμενική

Οι εκλογές του Νοεμβρίου του ίδιου έτους δεν έδωσαν ούτε τότε αυτοδυναμία. Ακολούθησε η οικουμενική κυβέρνηση του Ξενοφώντα Ζολώτα, στην οποία συμμετείχαν η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και ο Συνασπισμός. Πρόκειται ίσως για το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεταπολίτευσης όπου οι πολιτικοί συσχετισμοί υποχρέωσαν τους βασικούς αντιπάλους να καθίσουν στο ίδιο υπουργικό συμβούλιο.

Είναι προφανές ότι η περίοδος εκείνη συνοδεύτηκε από έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, οικονομικές δυσκολίες και θεσμικές εντάσεις. Δεν μπορεί, όμως, να χαρακτηριστεί περίοδος ακυβερνησίας. Αντιθέτως, υπήρχαν κυβερνήσεις, λαμβάνονταν αποφάσεις, λειτουργούσε η δημόσια διοίκηση και η συνταγματική τάξη δεν αμφισβητήθηκε ούτε στιγμή.

Οι εκλογές μέσα στην κρίση

Ανάλογη συζήτηση αναπτύχθηκε και το 2012, όταν η οικονομική κρίση είχε οδηγήσει σε πρωτοφανή κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού. Οι εκλογές του Μαΐου εκείνης της χρονιάς δεν παρήγαγαν βιώσιμη κυβερνητική πλειοψηφία και η χώρα οδηγήθηκε σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Το γεγονός αυτό χρησιμοποιείται συχνά ως παράδειγμα κινδύνου. Ωστόσο, ακόμη και τότε, το συνταγματικό πλαίσιο λειτούργησε όπως ακριβώς προβλέπεται. Υπηρεσιακή κυβέρνηση ανέλαβε τη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων, οι θεσμοί συνέχισαν να λειτουργούν και, μετά τις εκλογές του Ιουνίου, συγκροτήθηκε κυβέρνηση συνεργασίας με τη συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ.

Με άλλα λόγια, ούτε το 1989 ούτε το 2012 η Ελλάδα έμεινε χωρίς κυβέρνηση. Αντιθέτως, οι πολιτικές εξελίξεις επιβεβαίωσαν ότι το Σύνταγμα διαθέτει τις ασφαλιστικές δικλείδες ώστε ακόμη και σε περιόδους μεγάλης πολιτικής αβεβαιότητας να διασφαλίζεται η συνέχεια του κράτους.

ΝΔ και κυβερνήσεις συνεργασίας

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η ίδια η Νέα Δημοκρατία έχει συμμετάσχει σε αυτές τις κυβερνήσεις συνεργασίας. Το 1989 συγκυβέρνησε με τον Συνασπισμό, το 1990 στηρίχθηκε σε οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ το 2012 αποτέλεσε τον βασικό κορμό μιας τρικομματικής κυβέρνησης. Δύσκολα, λοιπόν, μπορεί να υποστηριχθεί ότι κάθε μορφή συνεργασίας συνιστά από μόνη της απειλή για τη χώρα.

Για παράδειγμα, ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν εκείνος που το 1989 μιλούσε περί «λαϊκής εντολής που επιβάλει συνεννόηση». Χρόνια μετά, τον Ιούλιο του 2012 ο Αντώνης Σαμαράς θα πει – ενόψει της συγκυβέρνησης: «Όσα αναφέρει το πρόγραμμα σύγκλισης των τριών κομμάτων, της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, ισχύουν απολύτως. Είναι η πυξίδα της κυβέρνησης». Λίγες μέρες αργότερα θα προσθέσει: «Ο λαός το έκρινε και μας έστειλε εδώ… και για να συνεργαστούμε μεταξύ μας».

Κατά συνέπεια το ερώτημα που προκύπτει από τα ανωτέρω είναι γιατί η ΝΔ του 1989 και του 2012 θεωρούσε τις συνεργασίες αναγκαίες, ακολουθώντας -όπως έλεγε ο Αντώνης Σαμαράς- τον «δύσκολο δρόμο της κοινής ευθύνης», ενώ η ΝΔ του 2026 θεωρεί την απουσία αυτοδυναμίας κίνδυνο ακυβερνησίας.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

ΟΠΕΚΕΠΕ - Χωρίς όριο οι ευθείες παρεμβάσεις της κυβέρνησης στη Δικαιοσύνη με Γεωργιάδη μπροστινό

Σε μία νέα ωμή παρέμβασή του στη Δικαιοσύνη, ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν δίστασε ακόμα και να βάλει «δημόσιο στοίχημα», προκειμένου να υποστηρίξει ότι οι δικαστικές αποφάσεις για τους τέσσερις βουλευτές του κόμματός του, που παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη, θα εναρμονιστούν με τη δική του βούληση.

Δεν έχουν όριο οι ευθείες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη από την κυβέρνηση, η οποία παραπέμπει στη δικαστική εξουσία μόνο όταν η ηγεσία της βάζει στο αρχείο υποθέσεις όπως οι υποκλοπές, ενώ όταν ασκούνται διώξεις σε βουλευτές και πρώην υπουργούς της κυβέρνησης, κεντρικά κυβερνητικά στελέχη, όπως ο αντιπρόεδρος της ΝΔ Άδωνις Γεωργιάδης, ασκούν αφόρητη πίεση στη Δικαιοσύνη, όχι μόνο προεξοφλώντας τη δικαστική απόφαση που οι ίδιοι θέλουν, αλλά φτάνοντας στο σημείο να βάζουν μέχρι και… δημόσια στοιχήματα για τις δικαστικές αποφάσεις, φτάνοντας την ωμή παρέμβασή τους στη Δικαιοσύνη σε άλλα επίπεδα.

Δεν είναι μόνο η πρώτη ανάρτηση του κ. Γεωργιάδη, στην οποία αναφερόμενος στις ποινικές διώξεις σε βάρος των τεσσάρων βουλευτών και πρώην υπουργών της ΝΔ για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, αποφαινόταν ότι «και οι 4 θα αθωωθούν πανηγυρικά στα Δικαστήρια διότι οι υποθέσεις είναι αστείες» και μάλιστα κλιμάκωνε, μέσω της ίδια ανάρτησης, και τις ευθείες επιθέσεις του στην ευρωπαϊκή εισαγγελία.

Είναι και η επόμενη ανάρτηση του αντιπροέδρου της ΝΔ και υπουργού Υγείας, με την οποία δεν δίστασε ακόμα και να βάλει «δημόσιο στοίχημα», προκειμένου να υποστηρίξει ότι οι δικαστικές αποφάσεις για τους τέσσερις βουλευτές του κόμματός του, που παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη, θα εναρμονιστούν με τη δική του βούληση. Με άλλα λόγια, πραγματοποίησε ωμή παρέμβαση στη Δικαιοσύνη, η οποία θα κληθεί να λάβει αποφάσεις, όχι μόνο υπό την ασφυκτική πίεση ότι η κυβέρνηση, δια του αντιπροέδρου του κυβερνώντος κόμματος, προεξοφλεί το ποιες θα πρέπει -κατά την επιθυμία της- να είναι αυτές, αλλά βάζοντας μέχρι και «στοίχημα» ότι έτσι θα γίνει.

«Δημόσιο στοίχημα»

Ειδικότερα, ο Αδωνις Γεωργιάδης, επιχειρώντας να απαντήσει στη σφοδρή κριτική που του είχε ασκήσει για την πρώτη του ανάρτηση ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης, επιτέθηκε στον τελευταίο, λέγοντας: «λέει εμένα «φελλό»…..διότι έχουν και τρόπους ως γνωστόν αυτοί οι αναρχοαριστεροί της συμφοράς. Λοιπόν κύριε Καμπαγιάννη θέλετε να βάλουμε ένα δημόσιο στοίχημα για το εάν η οποιαδήποτε από αυτές τις 4 διώξεις, οδηγήσει τελικά σε καταδίκη έστω μίας ημέρας;».

Για να συνεχίσει: «Εγώ διακινδυνεύω δημοσίως και λέω: θα αθωωθούν πανηγυρικά και οι 4! Επίσης λέω ότι οι διώξεις ασκήθηκαν για να μην γίνει εντελώς ρεζίλι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η «εγκληματική συμμορία» της ΝΔ ήταν τελικά διώξεις για 4 πλημμελήματα και η δήλωσή σας ότι έχει χάσει την δεδηλωμένη η ΚΟ μας επειδή «εκβιαζόμαστε» κλπ απλά δείχνει το μέγεθος της εμπάθειάς σας. Αλλά για να σας δω δέχεστε ένα δημόσιο στοίχημα μεταξύ μας για την δικαστική εξέλιξη αυτών των διώξεων;».

«Θεσμικό ανέκδοτο»

Για να λάβει την άμεση απάντηση του Θ. Καμπαγιάννη, ο οποίος έκανε λόγο για «θεσμικό ανέκδοτο», σημειώνοντας ότι «ο υπουργός Υγείας με καλεί να βάλουμε “δημόσιο στοίχημα” για το αποτέλεσμα των δικών που θα γίνουν με κατηγορούμενους βουλευτές και πρώην υπουργούς της Νέας Δημοκρατίας για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν θα μπορούσε να δικαιώσει πιο κατηγορηματικά τον χαρακτηρισμό “φελλός”. Πέραν από το αστείο της υπόθεσης, θυμίζω ότι κατά το Ελληνικό Σύνταγμα τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου διορίζουν την ανώτατη ιεραρχία της δικαστικής εξουσίας, που είναι και πειθαρχικά η προϊστάμενη αρχή των δικαστών και των εισαγγελέων που θα κρίνουν επί των κρίσιμων υποθέσεων. Βάλτε τώρα με τον νου σας να δικάζεις και ταυτόχρονα να γνωρίζεις ότι έχουν μπει υπουργικά “στοιχήματα” για το αποτέλεσμα της κρίσης σου…».

 
Και τονίζοντας ότι «με την κυβερνητική θητεία να φτάνει ούτως ή άλλως στο τέλος της, ο αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος θέλει να παίξει ψηφιακό μπαρμπούτι επί δικαστικών αποφάσεων. Αν αυτή είναι η κατάσταση τώρα, φανταστείτε τι θα γίνεται το φθινόπωρο που οι εκλογές θα είναι στην τελική ευθεία όποτε κι αν γίνουν, με τον Πρωθυπουργό μάλιστα να εξαρτά την πρόωρη ή μη προκήρυξή τους από την προστασία του “θεσμικού προφίλ” της κυβέρνησής του».
 
Και καταλήγοντας: «Κύριε Μητσοτάκη, για να μην δείτε βίντεο με τον Υπουργό και Αντιπρόεδρό σας στο προαύλιο της Ευελπίδων να στοιχηματίζει αποφάσεις όπως ο κύριος Αυγολέμονος στον Ιππόδρομο, μήπως να σφυρίζατε επιτέλους τη λήξη αυτής της κυβέρνησης; Μήπως να λήξει τώρα αυτό το θεσμικό ανέκδοτο του οποίου προϊστασθε;».

Κυβερνητικές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη

Φυσικά, ο κ. Γεωργιάδης δεν είναι το μόνο κυβερνητικό στέλεχος που πραγματοποιεί ευθείες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ήδη από την πρώτη στιγμή που μαθεύτηκαν οι εξελίξεις με την άσκηση ποινικών διώξεων σε τέσσερις βουλευτές της ΝΔ (και σε συνεργάτες άλλων δύο βουλευτών της), ευθεία παρέμβαση στη Δικαιοσύνη πραγματοποίησε και ο Μάκης Βορίδης (για τον οποίο είχε μπλοκαριστεί η σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ), υποστηρίζοντας (Παραπολιτικά 90,1) ότι «100% θα καταπέσουν στο δικαστήριο οι κατηγορίες για τις οποίες διώκονται οι τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές», ενώ επιτέθηκε στην αντιπολίτευση, λέγοντας: «η περίφημη αντιπολίτευση που έσπευσε να κάνει δηλώσεις τώρα τι έχουν να μας πουν οι κύριοι της αντιπολίτευσης;», καλώντας τους να «μας ζητήσουν συγγνώμη για έναν-έναν που λοιδόρησαν».
 
Αλλά βέβαια είναι ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης που στη δική του δήλωση δημιούργησε κυβερνητικό κλίμα αμφισβήτησης της Δικαιοσύνης, πραγματοποιώντας επίθεση σε βάρος της ευρωπαϊκής εισαγγελίας, την οποία κατηγόρησε ότι «τελικά με τον τρόπο της φάνηκε να εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό».
 
Όσο για την τακτική των παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη, είναι πλέον κοινή γνώση ότι η κυβέρνηση επικαλείται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης μόνο όταν τη βολεύει πολιτικά. Στις άλλες περιπτώσεις δεν διστάζει να εισχωρεί σε πολύ ουσιαστικές πτυχές της δικαστικής διερεύνησης υποθέσεων, όπως λ.χ. στην υπόθεση των Τεμπών, όπου ήδη από την αρχή της, σε τέτοιες ευθείες εισχωρήσεις προχωρούσε με τις δηλώσεις και τις ενέργειές του ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Ρέκβιεμ για ένα κόμμα που έχει κλείσει τον κύκλο του – αυγή για μια νέα ελπίδα για την κοινωνία

Η όποια μελαγχολία για την εικόνα ενός κόμματος να διαλύεται σε πραγματικό χρόνο, δεν αναιρεί ότι το φόντο περιλαμβάνει διεργασίες που δίνουν μια διαφορετική προοπτική

Από πολλές απόψεις δεν είναι μια καθόλου όμορφη εικόνα. Ένα κόμμα που το 2012-2015 έκανε τη μεγαλύτερη πολιτική έκπληξη στην Ευρώπη, αυτή τη στιγμή αποδιαρθρώνεται πλήρως. Διαλύεται σε πραγματικό χρόνο. Μικρή σημασία έχουν οι λεπτομέρειες των εξελίξεων, το ποιος ή ποια θα πάρει τα κλειδιά από ένα πολιτικό οικοδόμημα που έχει καταρρεύσει. Ακόμη πιο μικρή σημασία έχουν οι προσωπικοί σχεδιασμοί, οι φιλοδοξίες, οι όποιοι χειρισμοί ή υπολογισμοί. Με μια έννοια, το αποτέλεσμα μετράει. Και αυτό είναι ότι πολύ απλά ο ΣΥΡΙΖΑ διαλύεται.

Προφανώς, εδώ δεν φτάσαμε από τη μια μέρα στην άλλη. Όμως, δεν είναι και σωστό να πούμε ότι για όλα φταίει η εμφάνιση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης. Γιατί πολύ απλά, η διάλυση είχε γίνει νωρίτερα.

Για την ακρίβεια ο κύκλος του ΣΥΡΙΖΑ, είχε κλείσει στις εκλογές του 2019. Το κόμμα είχε πάρει ένα αξιοπρεπές ποσοστό, αρκετά πάνω από τις προσδοκίες, κάτι που αποδείκνυε ότι διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς με σημαντικό μέρος της κοινωνίας και μια καινούρια σελίδα άνοιγε για τη χώρα, σε μεγάλο βαθμό επειδή ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που κατάφερε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια.

Όμως, η νέα εποχή, όπου οι πολίτες αναζητούσαν την «κανονικότητα», ύστερα από μια τραυματική δεκαετία, απαιτούσε και νέα σχήματα. Απαιτούσε επανίδρυση μιας σύγχρονης προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης, με έμφαση όχι πλέον στο πώς θα εκφραστεί η διαμαρτυρία και θα γίνει πράξη η αντίσταση, αλλά πρωτίστως στο πώς θα μπορούσε να είναι μια μορφή διακυβέρνησης που να οδηγούσε τη χώρα σε μια νέα αναπτυξιακή δυναμική και σε μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή.

Αυτό δεν έγινε τότε. Ούτε νέα σχήματα για να υποδεχτούν την κοινωνία (και όχι απλώς κάποια ανοίγματα προς το κέντρο) διαμορφώθηκαν, ούτε σοβαρή προγραμματική επεξεργασία έγινε. Κυρίως δεν υπήρξε κανένα πραγματικό βήμα προς την αποφασιστική τομή με το παρελθόν που μια νέα εποχή απαιτούσε.

Η πανδημία έκανε σίγουρα τα πράγματα χειρότερα, συμπεριλαμβανόμενης της τροποποίησης για μια συνεδριακή διαδικασία που θα κάλυπτε αυτές τις ανάγκες. Όμως, το πρόβλημα αφορούσε την πολιτική βούληση και όχι τη συγκυρία και τις δυσκολίες της. Ακόμη χειρότερα, κυριάρχησε μια νοοτροπία που ήθελε την εξουσία να έρχεται ως «ώριμο φρούτο» εξαιτίας της δυσαρέσκειας για την πολιτική της ΝΔ, με αποτέλεσμα μια σχεδόν απώλεια επαφής με την πραγματικότητα και τις δυναμικές στην κοινωνία.

Αυτό οδήγησε στο καταστροφικό αποτέλεσμα του 2023 που ανέδειξε το βαθύ ρήγμα ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και ένα σημαντικό τμήμα των λαϊκών στρωμάτων. Εκείνων ακριβώς που έδωσαν στον ΣΥΡΙΖΑ τη δυναμική που τον οδήγησε στην κυβερνητική εξουσία

Και αντί αυτό το εκλογικό πλήγμα – σε συνδυασμό με την παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα, να λειτουργήσει ως ένα σοκ για την αναμέτρηση με τα στρατηγικά ερωτήματα, την ειλικρινή αυτοκριτική και την οργανωτική ανασυγκρότηση, με νέους όρους και στην κατεύθυνση νέων σχημάτων, κυριάρχησε η λογική της αντιπαράθεσης γύρω από τη διεκδίκηση της ηγεσίας, σχεδόν ως αυτοσκοπός, που διαμόρφωσε ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση και αποπροσανατολισμό στην ίδια την εκλογική βάση με αποτέλεσμα την εκλογή στην ηγεσία ενός ανθρώπου χωρίς σχέση με την Αριστερά και την πολιτική εν γένει και άρα έναν νέο γύρο διασπάσεων και βεβαίως τη σταδιακή αποδιάρθρωση του κόμματος (καθώς στην πολιτική δεν ισχύει το «συγγνώμη, ένα λάθος κάναμε, θα το διορθώσουμε αμέσως»).

Με αυτή την έννοια, η κριτική ως προς το γιατί λαμβάνονται πρωτοβουλίες που υποτίθεται ότι διαλύουν ένα κόμμα που το 2023 ήταν ακόμη αξιωματική αντιπολίτευση, παραβλέπει ότι η διάλυση δεν ξεκίνησε τώρα, αλλά ήδη αρκετά πριν το 2019.

Γιατί η κατάσταση με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν εδώ και καιρό λίγο σαν το άμυαλο κογιότ σε εκείνο το καρτούν που βλέπαμε παιδιά στην τηλεόραση και που συνέχιζε να περπατάει στο κενό σαν κανονικά, μέχρι ότου κάποια στιγμή το συνειδητοποιούσε και έπεφτε.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ από καιρό τώρα στο κενό περπατούσε, χωρίς βάση και γείωση στην πραγματικότητα. Απλώς τώρα το συνειδητοποίησε και αυτό πυροδοτεί τη διάλυση.

Είναι ευχάριστα όλα αυτά; Σίγουρα όχι. Όμως, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πέσουμε σε μια παραλλαγή «αριστερής μελαγχολίας».

Και ο λόγος είναι ότι όλα αυτά συμπίπτουν με το γεγονός ότι για πρώτη αφορά ακόμη και σε δημοσκοπικό επίπεδο καταγράφεται ένα «αντίπαλο δέος» απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, με την έννοια ότι αναδεικνύεται μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, που δοκιμάζει μια μακρά «πορεία προς τον λαό», με την έννοια της συζήτησης με την ίδια την κοινωνία, τις ανάγκες και τις αγωνίες της, παράλληλα με την προσπάθεια για προγραμματική επεξεργασία με βάση τη γνώση που φέρνουν άνθρωποι που έρχονται από την κοινωνία και όχι με βάση τις ισορροπίες των εσωκομματικών διαδρόμων.

Προφανώς και όλα αυτά δεν θα είναι εύκολα, ακριβώς γιατί όχι μόνο η κοινωνία είναι δύσπιστη, αλλά και η ίδια η συγκυρία είναι πιο απαιτητική. Στην περίοδο των μνημονίων, όντως σε μια κρίσιμη στιγμή αρκούσε να υπάρξει η δύναμη που θα συσπείρωνε την κοινωνία γύρω από ένα αίτημα αντίστασης και μια παλλαϊκή απαίτηση να μπει φραγμός σε μια συνθήκη κοινωνικής καταστροφής. Σήμερα, αυτό που απαιτείται είναι πολύ πιο συστηματική ικανότητα διακυβέρνησης που να μπορεί να βγάλει τη χώρα από τη σημερινή μετατόπιση στο περιθώριο της Ευρώπης, να ανακόπτει την κοινωνική κρίση που φέρνει η ακρίβεια, και να προτείνει μια εναλλακτική αναπτυξιακή δυναμική σε ένα διεθνές περιβάλλον όλο και πιο πιεστικό.

Και αυτό σημαίνει, επίσης ότι σε όλη αυτή την προσπάθεια δεν μετρούν ούτε τα κομματικά σύμβολα, ούτε η επιδίωξη του ενός ή του άλλου στελέχους να διεκδικήσουν την κληρονομιά ενός κόμματος που στην πραγματικότητα ήδη δεν υπάρχει.

Αυτό που μετράει είναι η ικανότητα να κοιτάς έξω από τους τοίχους των κομματικών γραφείων και την ψευδαίσθηση ασφάλειας που παρέχουν, προς την ίδια την πραγματικότητα και τα μεγάλα ερωτήματα που θέτει για το μέλλον αυτού του τόπου και του λαού του. Με τα λόγια του Μπρεχτ:

Χρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν’ αλλάξεις:
οργή κι επιμονή. Γνώση κ’ αγανάκτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά
ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.
Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.
Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς
την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε.

Μπέρτολντ Μπρεχτ, από το θεατρικό έργο «Η απόφαση» (1930)

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Μια συγγνώμη είναι λίγη, πολύ λίγη, για τον πρωθυπουργό μας

Για τον του Μητσοτάκη Μαρινάκη και το τελευταίο του δείγμα γραφής ανασύρθηκαν αρκετές ελληνικές παροιμίες. Όπως, φωνάζει ο κλέφτης να φοβηθεί ο νοικοκύρης. Εκεί που μας χρωστούσανε μας πήραν και το βόδι. Η κλεψιά και η ψευτιά είναι θεία κι ανιψιά. Κι αυτό γιατί θεωρήθηκε επιβεβαίωση της λαϊκής σοφίας, από τα χείλη μάλιστα κοτζάμ κυβερνητικού εκπροσώπου, η δήλωσή του ότι θα πρέπει να ζητήσουν συγγνώμη όσοι τους κατέκριναν για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εξαπολύοντας μάλιστα κατηγορίες για κυβέρνηση υποδίκων. Διότι μόνο τέσσερις βουλευτές και δεκάδες αξιωματούχοι παραπέμπονται αυτή τη φορά. Και διότι, επίσης, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υπενθυμίζει ότι για όλους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας.

Δυστυχώς, έπειτα από αυτή τη δήλωση-καταπέλτη, δεν χωρούν εξυπνάδες. Πρέπει να ομολογήσουμε, έστω με βαριά καρδιά, το λάθος μας όσοι πιστέψαμε ότι κατάντησαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ, από οργανισμό επιδοτήσεων, οργάνωση εξαπατήσεων. Και να συμφωνήσουμε με τον Μαρινάκη του τεκμηρίου. Πρώτον, διότι διαθέτει προσωπικά το κύρος του υπερασπιστή της αλήθειας μέχρι Γράμμου, που δεν επιτρέπει να λιανίζουμε στον πάγκο του κάθε Χασάπη όσα λέει. Και δεύτερον, διότι εκπροσωπεί μια κυβέρνηση που η πορεία, η διαδρομή, η σχέση της με τα δημόσια ταμεία και το κράτος δικαίου, μέχρι Predator και οικίσκων ανακύκλωσης, δεν επιτρέπει κακές σκέψεις για την εντιμότητα, και την αποδεδειγμένη διάθεση να μη συγκαλύπτει την αλήθεια. Με όποιο κόστος.

Συγγνώμη, λοιπόν, κύριε Μαρινάκη. Που πιστέψαμε ότι πίσω από τα χεράτα και τα ζαχαράτα, τα βοσκοτόπια της θάλασσας και τις ενισχύσεις της στεριάς που κατευθύνθηκαν σε αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες του κομματικού σας στρατού δεν βρίσκεται η νεοελληνική επιμελητεία, αλλά το κόμμα σας. Κι ακόμα χειρότερα, που ζητήσαμε τον λόγο από την κυβέρνηση αυτού του κόμματος που έχει την εξουσία να διορίζει τις διοικήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και την υποχρέωση να τις ελέγχει. Τη θεωρήσαμε συνεπώς -κακώς, κάκιστα- υπόλογη για τη διασπάθιση εκατομμυρίων που η Ευρωπαία εισαγγελέας διαπίστωσε. Για το γεγονός ότι πολλοί από τους ευλογούντες τον κύριο του Μαξίμου βρέθηκαν με φουσκωμένους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Αλλά αυτό δεν αρκεί. Οφείλουμε μια ειλικρινή συγγνώμη και στον πρωθυπουργό, τον οποίο κατονομάσαμε ως κύριο ένοχο ενός ανύπαρκτου σκανδάλου. Οφείλαμε εδώ να είμαστε δέκα φορές πιο προσεκτικοί, πια σεβαστικοί, αφού το έντιμο πολιτικό του παρελθόν, η επιλογή εντίμων στον στενό του κύκλο, ο φωτοστέφανος εντιμότητας επί της κεφαλής του θα έπρεπε να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη. Ο Μητσοτάκης γνώστης, πρωτεργάτης, κρατική ασπίδα της παρακρατικής ρεμούλας στον ΟΠΕΚΕΠΕ; Ε, όχι! Πρέπει να ομολογήσουμε ότι παρασυρθήκαμε από αντιπολιτευτικό πάθος. Καθ’ υποτροπή μάλιστα. Το κάναμε με τα Τέμπη. Με τις υποκλοπές. Τις απευθείας αναθέσεις. Ακόμα και με τον ανεπίληπτο ΟΠΕΚΕΠΕ του. Δυστυχώς.

Εξηγούμαστε λοιπόν: Ένας πρωθυπουργός για τον οποίο ο ανεψιός του τρώει σφαίρα, είναι συνδαιτυμόνας του Φραπέ και το όνομά του μπλέκεται με το τεκμήριο της αθωότητας, είναι αυτό ακριβώς που φαίνεται. Μια συγγνώμη, συνεπώς, είναι λίγη, πολύ λίγη…