ενημέρωση 2:12, 5 November, 2026

Κυκλοφόρησαν τα πρώτα χάπια μαριχουάνας

Μία αυστραλιανή εταιρεία, η MMJ PhytoTech, άρχισε να πουλά νόμιμα τα πρώτα χάπια μαριχουάνας για ιατρικούς σκοπούς.

Η εταιρεία ελπίζει ότι θα πουλήσει ένα εκατομμύριο κάψουλες φέτος, καθώς τα χάπια, που παράγονται στην Ελβετία, θα διατίθενται μέσω διαδικτύου στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη από το ηλεκτρονικό κατάστημά της, όπου ένα κουτί δέκα μιλιγκράμ έχει τιμή 89 ευρώ.

Σύμφωνα με τους δημιουργούς του, το χάπι μαριχουάνας βασίζεται σε ένα στέλεχος του φυτού της κάνναβης, το οποίο του επιτρέπει να διατηρεί το έλαιο της κάνναβης, αλλά όχι την τετραϋδροκαναβιδόλη, που προκαλεί τις γνωστές ψυχολογικές και τοξικές επιδράσεις στον οργανισμό.

Η MMJ PhytoTech, σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα Independent, διαφημίζει τα χάπια της ότι βοηθούν σχεδόν στα πάντα: στην αντιμετώπιση των χρόνιων πόνων, του καρκίνου, του άγχους, της επιληψίας, της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, των διαταραχών ύπνου, των καρδιαγγειακών και νευρολογικών παθήσεων, των ανθεκτικών στα αντιβιοτικά λοιμώξεων κ.α.

Η εταιρεία ανέφερε ότι ήδη υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον στην ιστοσελίδα της για αγορά των προϊόντων της.

  • Κατηγορία ΥΓΕΙΑ
  • 0

Η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέσα από τη διήγηση ενός ναζί

Τα ξημερώματα της 1ης Σεπτεμβρίου του 1939 η ναζιστική Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία. Με μία σαρωτική στρατιωτική επιχείρηση, από ξηρά και αέρα, ο ναζιστικός στρατός αιφνιδιάζει τους Πολωνούς και μέσα σε μια εβδομάδα έχει διαλύσει σχεδόν την άμυνα τους. Στο τέλος του μήνα η Βαρσοβία θα παραδοθεί. Είναι η επίθεση που θα σημάνει την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου…

Ο Χίτλερ έχει στείλει ήδη από το 1935 μηνύματα για τις επεκτατικές βλέψεις του προχωρώντας σε απροκάλυπτο απανεξοπλισμό παραβιάζοντας τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, αλλά και το 1936 με την επαναστρατιωτικοποίηση της  Ρηνανίας.

Στη συνέχεια το 1938 με βίαιο τρόπο διασφαλίζει την ενσωμάτωση της Αυστριακής Δημοκρατίας στη Γερμανία, ενώ η κρίση που ξέσπασε σχεδόν αμέσως μετά με τους Σουδήτες Γερμανούς, οι οποίοι ζούσαν στις παραμεθόριες περιοχές της δυτικής Τσεχοσλοβακίας, έληξε με τη Συμφωνία του Μονάχου και την παραχώρηση τσεχοσλοβακικών εδαφών στη Γερμανία.
 
 «Ο γερμανικός στρατός πρέπει σε τέσσερα χρόνια να είναι κατάλληλος για επιχειρήσεις. Η γερμανική οικονομία πρέπει σε τέσσερα χρόνια να είναι έτοιμη για πόλεμο», έγραφε ο Χίτλερ τον Αύγουστο του 1936 σε μία έκθεση για τους στόχους του τετραετούς Σχεδίου του.
 
Ο Χίτλερ από το 1938 έστρεψε το βλέμμα του στη Πολωνία. Τον Μάρτιο του 1939 η Βρετανία δηλώνει πως θα εγγυηθεί την ανεξαρτησία της Πολωνίας και θα ενισχύσει τη χώρα αν δεχτεί επίθεση.
 
Ωστόσο ο Χίτλερ έχει ήδη αποφασίσει την εισβολή στην Πολωνία απαλλαγμένος και από το φόβο επίθεσης των Σοβιετικών καθώς στις 23 Αυγούστου του 1939 υπογράφεται το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης. Μάλιστα το αρχικό του σχέδιο φέρεται να ήταν να επιτεθεί στις 26 Αυγούστου, ωστόσο, μια ημέρα πριν, στις 25 Αυγούστου η Βρετανία ανακοίνωσε πως η εγγύηση της ανεξαρτησίας της Πολωνίας έχει πλέον επισημοποιηθεί και με σχετική συνθήκη και συμμαχία των δύο χωρών. Το αποτέλεσμα ήταν τελικά ο Χίτλερ να αναβάλει την επίθεσή του για την 1η Σεπτεμβρίου.
 
Η ναζιστική Γερμανία επινόησε μια ιστορία δήθεν παραβίασης συνόρων από πολωνικά στρατεύματα και πυρπόλησης εγκαταστάσεων ώστε να αιτιολογήσει την επίθεσή της στην Πολωνία.
 
Η Βρετανία και η Γαλλία που τα προηγούμενα χρόνια ανέχονταν τις ναζιστικές επεκτατικές κινήσεις, μετριάζοντας τις αντιδράσεις τους και αναζητώντας συμβιβαστικές λύσεις, πλέον αποστέλλουν τελεσίγραφο στη Γερμανία για απόσυρση των δυνάμεων από την πολωνική επικράτεια.  
 
Στις 9 το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου, ο  Neville Henderson, πρεσβευτής της Βρετανίας στη Γερμανία παραδίδει τελεσίγραφο στο οποίο αναφέρεται πως εάν οι εχθροπραξίες δεν σταματήσουν μέχρι τις 11 το πρωί τότε η Βρετανία θα κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία.
 
Η Γερμανία δεν απάντησε ποτέ στο τελεσίγραφο και στις 11.15 ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Neville Chamberlain μέσω του ραδιοφώνου ανακοινώνει την έναρξη του πολέμου.
 
Ο Paul Schmidt τότε μεταφραστής του υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας παρουσιάζει τα γεγονότα, όπως τα έζησε ο ίδιος εκείνες τις ώρες. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της   3ης Σεπτεμβρίου του 1939, και ενώ τα γερμανικά στρατεύματα προελαύνουν στην Πολωνία παρά το αίτημα από Γαλλία και Βρετανία για απόσυρση τους, ένα μήνυμα φτάνει στα γραφείο του υπουργού Εξωτερικών της Γερμανίας, Joachim von Ribbentrop. 
 
Το μήνυμα ήταν από τον βρετανό πρέσβη Neville Henderson, ο οποίος ζητούσε άμεσα συνάντηση με τον Ribbentrop, ωστόσο ο υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας αποφασίζει να στείλει τον μεταφραστή του στη συνάντηση και ο ίδιο να μην παρευρεθεί.
 
Η εξιστόρηση του τότε μεταφραστή Paul Schmidtέχει δημοσιευτεί στο eyewitnesstohistory.com: «Ήταν μετά τα μεσάνυχτα όταν η Βρετανική Πρεσβεία τηλεφώνησε για να ενημερώσει πως ο Henderson έχει λάβει εντολή από το Λονδίνο να μας παραδώσει μια ανακοίνωση και πως ο ίδιος ζητάει να συναντηθεί με τον Ribbentrop στο υπουργείο Εξωτερικών. Ήταν σαφές πως αυτή η ανακοίνωση δεν θα μπορούσε να περιέχει κάτι ευχάριστο και ενδεχομένως ίσως να ήταν και ένα τελεσίγραφο. Ο Ribbentrop κατά συνέπεια δεν έδειξε καμία διάθεση να συναντηθεί με τον Henderson και εγώ έτυχε να βρίσκομαι κοντά του».
 
«’Αλήθεια θα μπορούσες να πας εσύ στη θέση μου’ μου είπε και πρόσθεσε: ‘απλά ρώτησε τον Βρετανό πρέσβη πότε επιθυμεί να γίνει η συνάντηση και πες πως στις 9.00 ο υπουργός δεν είναι διαθέσιμος’.  Η Βρετανική πλευρά ενημερώθηκε στις 4 τα ξημερώματα και συμφώνησε η συνάντηση να πραγματοποιηθεί στις 9.00 το πρωί χωρίς τη συμμετοχή του υπουργού εξωτερικών.
 
Την επομένη το πρωί εγώ βρισκόμουν στο γραφείο του Ribbentrop με τον Henderson να προσέρχεται εγκαίρως στις 9. Ήταν πολύ σοβαρός και αρνήθηκε την προτροπή του να κάτσει. Παρέμενε όρθιος στη μέση του δωματίου»
 
«’Λυπάμαι αλλά έχω εντολή να παραδώσω ένα τελεσίγραφο στη Γερμανική κυβέρνηση’ είπε. Και οι δύο μας ήμασταν πλέον όρθιοι. Άρχισε να διαβάζει το τελεσίγραφο. ‘Πάνω από 24 ώρες έχουν περάσει και δεν υπάρχει απάντηση στις προειδοποιήσεις της 1ης Σεπτεμρίου για την παύση των εχθροπραξιών στην Πολωνία, αντίθετα οι επιθέσεις έχουν εντατικοποιηθεί. Σε περίπτωση που η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος δεν λάβει ικανοποιητικές διαβεβαιώσεις για την παύση κάθε επιθετικές ενέργειας εναντίον της Πολωνίας και την αποχώρηση των δυνάμεων από τη χώρα αυτή, από τις 11.00 (Βρετανική ώρα) θα κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία’».
 
Ο Paul Schmidt συνεχίζει: «Όταν ο Henderson τελείωσε την ανάγνωση μου έδωσε το τελεσίγραφο και με χαιρέτισε λέγοντάς μου: ‘ειλικρινά συγγνώμη που έπρεπε να παραδώσω ένα τέτοιο έγγραφο σε εσάς ειδικότερα, που προσπαθούσατε πάντα να βοηθήσετε’».
 
«Και εγώ από την πλευρά μου εξέφρασα τη λύπη μου, προσθέτοντας μερικά εγκάρδια λόγια. Είχα πάντα την καλύτερη άποψη για τον Βρετανό πρέσβη. Στη συνέχεια πήγα στην καγκελαρία, όπου όλοι με περίμεναν με αγωνία. Τα περισσότερα μέλη του υπουργικού συμβουλίου και υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος ήταν συγκεντρωμένα σε μια αίθουσα δίπλα από το γραφείο του Χίτλερ.
 
Μπήκα μέσα στο δωμάτιο και ο Χίτλερ καθόταν στο γραφείο του, ενώ ο  Ribbentrop στεκόταν όρθιος μπροστά στο παράθυρο. Σταμάτησα σε μια απόσταση από το γραφείο του Χίτλερ και άρχισα να διαβάζω το τελεσίγραφο της Βρετανίας. Όταν  τελείωσα υπήρξε απόλυτη σιωπή.
 
Ο Χίτλερ παρέμεινε ακίνητος κοιτάζοντας μπροστά του. Καθόταν απόλυτα σιωπηλός και ακίνητος. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα, το οποίο φάνηκε αιώνας, ο Χίτλερ στράφηκε προς τον Ribbentrop, ο οποίος συνέχιζε να στέκεται στο παράθυρο. ‘Τι κάνουμε τώρα;’ ρώτησε ο Χίτλερ με άγριο βλέμμα, σαν να τόνιζε πως ο υπουργός εξωτερικών είχε πέσει έξω στις εκτιμήσεις του για την αντίδραση της Αγγλίας. ‘Υποθέτω ότι οι Γάλλοι θα παραδώσουν ένα παρόμοιο τελεσίγραφο σε μία ώρα’ απάντησε ο Ribbentrop.
 
Εγώ αποχώρησα από το δωμάτιο. Βγαίνοντας στο προθάλαμο τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου και τα υψηλόβαθμα στελέχη μαζεύτηκαν γύρω μου. ‘Οι ‘Αγγλοι μας έχουν δώσει τελεσίγραφο. Σε δύο ώρες θα κηρύξουν τον πόλεμο στη Γερμανία’. Όπως και μέσα στο γραφείο του Χίτλερ έτσι και στον προθάλαμο η είδηση ακολουθήθηκε από σιωπή.
 
Ο Hermann Goering (σ.σ. ένας από τους πιο δημοφιλής πολιτικούς της ναζιστικής Γερμανίας και στενός συνεργάτης του Χίτλερ) μου είπε: ‘Αν χάσουμε αυτόν τον πόλεμο τότε ο Θεός να μας συγχωρέσει’. Ο  Goebbels στάθηκε σε μια γωνία. Σε όλο το δωμάτιο επικρατούσε ανησυχία».

Πηγή:tvxs

Στίγκλιτς: Η γαλλική κυβέρνηση υφίσταται bullying από τη Γερμανία

Ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς, ο οποίος είχε βραβευθεί με Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών, εξέφρασε την ανησυχία του σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στο Γαλλικό Πρακτορείο πως η γαλλική κυβέρνηση έχει υποστεί μια «μορφή εκφοβισμού» από τη Γερμανία σε ό,τι αφορά την οικονομική της πολιτική, ενώ παράλληλα κάλεσε την Αριστερά, στην Ευρώπη όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, να αναλάβει δράση για να σταματήσει η αύξηση των ανισοτήτων.

«Υπάρχει μια μορφή εκφοβισμού», έκρινε ο οικονομολόγος, ένας από τους σημαντικότερους επικριτές των πολιτικών λιτότητας σε διεθνές επίπεδο μαζί με τον συμπατριώτη του Πολ Κρούγκμαν και τον Γάλλο Τομά Πικετί, αναφερόμενος στη γερμανική επιρροή στην οικονομική πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση του προέδρου Φρανσουά Ολάντ.

Ερωτηθείς για τις δηλώσεις του πρώην υπουργού Οικονομικών της Ελλάδας Γιάνη Βαρουφάκη σύμφωνα με τον οποίο η γερμανική αδιαλλαξία έναντι της Ελλάδας είχε στόχο να εκφοβίσει τη Γαλλία και να την πείσει να ακολουθήσει την οδό των πολιτικών λιτότητας, ο πολύ προβεβλημένος στα μέσα ενημέρωσης Αμερικανός οικονομολόγος απάντησε: «το πιστεύω».

«Η κυβέρνηση της κεντροαριστεράς στη Γαλλία δεν μπόρεσε να ορθώσει το ανάστημά της έναντι της Γερμανίας» όσον αφορά την κατεύθυνση της δημοσιονομικής της πολιτικής, ή στην ελληνική κρίση, υποστήριξε ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας και σύμβουλος του άλλοτε προέδρου των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον.

Για τον Στίγκλιτς, ο οποίος βρίσκεται στο Παρίσι για την προώθηση της γαλλικής έκδοσης του τελευταίου του βιβλίου για τις ανισότητες («Το μεγάλο χάσμα», γαλλ. έκδ. Les Liens qui Libèrent), η Γαλλία «είναι από όλα τα έθνη του κόσμου εκείνη που αγκάλιασε περισσότερο την έννοια της ισότητας», αλλά διατρέχει πλέον «αληθινό κίνδυνο», να δει την ψαλίδα των ανισοτήτων να ανοίγει, λόγω των δημοσιονομικών της επιλογών.

Ο Αμερικανός οικονομολόγος, που είχε λάβει το Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών το 2001 μαζί με άλλους δύο ερευνητές για το έργο τους όσον αφορά τις ασυμμετρίες της πληροφόρησης στις αγορές, επέκρινε στη συνέντευξή του τόσο τις πολιτικές λιτότητας και περιστολής των δημοσίων δαπανών, όσο και την «αληθινά ηλίθια ιδέα πως η μείωση των φόρων για τις επιχειρήσεις τονώνει την οικονομία», εκτιμώντας ότι αυτή η «πολιτική της προσφοράς», που είχε εφαρμόσει ο Ρόναλντ Ρίγκαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980 είναι πλέον σήμερα «εντελώς απαξιωμένη».

«Δεν αποτελεί πια καν θέμα συζήτησης για τους οικονομολόγους, παρά μόνο για τους Γερμανούς και ορισμένους στη Γαλλία», δήλωσε.

Η μείωση των επιβαρύνσεων και των φόρων για τις επιχειρήσεις βρίσκεται στην καρδιά του Συμφώνου Ευθύνης και Αλληλεγγύης που προωθεί ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί η Ευρώπη επιλέγει αυτόν τον δρόμο σήμερα», σχολίασε ο Στίγκλιτς, για τον οποίο οι εκλογές στη Γαλλία και στη Γερμανία το 2017 δεν αναμένεται να μεταβάλουν ουσιαστικά τα δεδομένα.

Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς πάντως είπε ότι «ελπίζει» σε μια αλλαγή στην Ισπανία, όπου οι εκλογές αναμένεται να διεξαχθούν πριν από το τέλος του έτους, εν μέσω μιας ανάκαμψης της οικονομίας που όμως, όπως υποστήριξε, αποτελεί αυταπάτη: η ανεργία στη χώρα αυτή παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.

Ο Στίγκλιτς δεν έκρυψε την απογοήτευσή του για τις πολιτικές που άσκησαν αριστερές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.

Τα τελευταία «20 χρόνια, οι σοσιαλδημοκράτες δεν πιστεύουν» στις προοδευτικές πολιτικές, είπε αναφερόμενος στον Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ, τον Γερμανό καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ, αλλά και τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα: «όλοι τους υποστήριξαν τις τράπεζες, την απορρύθμιση, τις συμφωνίες για το εμπόριο που έβλαψαν τους εργαζόμενους», υπογράμμισε.

Αν και ο Ομπάμα μετατράπηκε κατά τον Στίγκλιτς σε «όμηρο των μεγάλων πολυεθνικών», ο Αμερικανός οικονομολόγος θα ήθελε να πιστεύει ότι τα πράγματα θα αλλάξουν εάν κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του 2016 ένας ή μία υποψήφια του Δημοκρατικού Κόμματος.

Ερωτηθείς για την κατάσταση στην Κίνα, όπου οι σπασμοί της οικονομίας προκάλεσαν παγωμένο ιδρώτα στις διεθνείς αγορές, ο Τζόζεφ Στίγκλιτς είπε ότι δεν πρέπει να «δραματοποιείται τόσο» η κατάσταση.

«Το καλό νέο είναι ότι πλέον συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη να ρυθμιστούν οι κεφαλαιαγορές» στην Κίνα, επισήμανε ο Στίγκλιτς. Κατά τα άλλα, το Πεκίνο «έχει περίπου τέσσερα τρισεκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγματικά αποθέματα. Αυτό του δίνει τα μέσα για να υποστηρίξει την ανάπτυξη», έκρινε ο ίδιος.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Αχ βρε Νίκο μου...

Αχ βρε Νίκο μου πως τα έκαναν έτσι με τα capital controls…

Να συζητάμε σε καφετέριες για να πάρουμε τα ξεβαφτικά μας.