ενημέρωση 4:34, 23 April, 2019

ο βασιλιάς είναι γυμνός

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Είχα, φίλες και φίλοι, τις προάλλες μια πρωτόγνωρη εμπειρία, την οποία δεν ξέρω καν πώς ακριβώς να ονομάσω. Ας την πω "στο αστερισμό του απίθανου".

Βρισκόμουν στα εγκαίνια μιας έκθεσης ζωγραφικής. Μη με ρωτήσετε για την ποιότητα των έργων - συμφωνήστε ότι οι νέοι αξίζουν την άνευ όρων υποστήριξή μας, ιδίως όταν αγαπούσαμε τον μακαρίτη πατέρα τους. Περιφερόμουν ανάμεσα στους πίνακες με ένα κρασί στο χέρι και πάσχιζα να αντισταθώ στις λιχουδιές, σε κάτι ιδίως τραγανά μπιφτεκάκια που μου έγνεφαν από τον μπουφέ. Είχα ήδη δώσει τα συγχαρητήριά μου στον καλλιτέχνη και στην μητέρα του - εκείνος τα δέχθηκε με μπλαζέ ύφος και πολύ καλά έκανε, εκείνη αντιθέτως απαιτούσε να τής εγκωμιάσω δια μακρόν το ταλέντο τού κανακάρη της, πρέπει να φύγω δυστυχώς! με περιμένουν , έχω και δουλειά χρησιμοποίησα σαν ασπίδα τη δική μου προστασία.

Πώς να φύγω όμως; Έβρεχε καταρρακτωδώς, τουλούμια έριχνε. Δεν είχα ομπρέλα, καμπαρντίνα, αυτοκίνητο ούτε θα έβρισκα εύκολα ταξί εκεί, στους λασπωμένους δρόμους. Ένοιωσα αίφνης εγκλωβισμένος. Τότε ήρθε καταπάνω μου.

Ήταν ένας εύσωμος κοστουμαρισμένος εξηνταπεντάρης, το πρόσωπο του οποίου δεν μού θύμιζε απολύτως τίποτε. Με χαιρέτισε εξαιρετικά εγκάρδια. "Τι ευτυχής συνάντηση!" γέλασαν και τα αυτιά του. "Πόσο καιρό έχουμε να τα πούμε;" Το απλανές μου βλέμμα δεν τον πτόησε στο ελάχιστο.

Για να μην τα πολυλογώ, με στρίμωξε μπροστά στη βιτρίνα της γκαλερί ... και; Με έπιασε μονότερμα; Με φλόμωσε διηγούμενός μου ιστορίες; Μεταφέροντας κουτσομπολιά, αναπτύσσοντας τις θεωρίες του επί παντός του επιστητού; Όχι, φίλες και φίλοι. Θα τον αδικούσα κατάφορα άμα ισχυριζόμουν κάτι τέτοιο. Κάναμε μια κανονική κουβέντα διαρκείας είκοσι λεπτών. Όσο μίλησε ο άγνωστός μου κύριος, άλλο τόσο μίλησα κι εγώ. Από κοινού αστειευτήκαμε, αμπελοφιλοσοφήσαμε, αναπολήσαμε τους "ξένοιαστους καιρούς", εκφράσαμε την αγωνία μας για το μέλλον. Εάν μάς παρακολουθούσε κάποιος τρίτος, δεν θα αμφέβαλλε πως είμαστε καλοί γνωστοί, αν όχι και παλιόφιλοι.

Με τη διαφορά ότι εγώ απουσίαζα ψυχικά και διανοητικά. Σκεφτόμουν εντελώς άσχετα πράγματα. Αναρωτιόμουν πότε θα κόπαζε επιτέλους η νεροποντή, έως πότε θα διαιτώμαι με νερόβραστα λαχανικά σε μιαν απέλπιδα μάλλον προσπάθεια να αδυνατίσω... Εν τούτοις -κι ετούτο είναι το ανατριχιαστικό- συμμετείχα κανονικότατα στη συζήτηση. Έβγαλα από το ψυγείο του μυαλού μου την άποψή μου για τις μέρες, τις μετρημένες μέρες Θωμάκου στη Κηφισιά. Σέρβιρα ξαναζεσταμένες τις ιδέες μου σχετικά με την ιδιοτέλεια. Μέχρι ένα ανέκδοτο τού είπα που το'χα ακούσει πρόπερσι το καλοκαίρι κι εκείνος -από ευγένεια μάλλον- γέλασε. Δεν έδειχνα στο ελάχιστο αφηρημένος. Ο αυτόματος πιλότος με υποκαθιστούσε στην εντέλεια.

Δεν ξέρω εάν σάς έχει ποτέ τύχει - δεν αποκλείω και να σάς συμβαίνει καθημερινά. Να ψευδοεπικοινωνείτε με τους γύρω σας ανταποκρινόμενοι στην εικόνα που εκείνοι έχουν για εσάς, παριστάνοντας ότι σάς αφορούν τα λόγια τους, πως σάς επηρεάζουν συναισθηματικά οι αντιδράσεις τους. Να παραμένετε ωστόσο παγερά απόντες, βαθύτατα αδιάφοροι για ό,τι σάς απευθύνουν. Και να υποψιάζεστε -με ανακούφιση μάλλον- ότι τα μη αισθήματα είναι αμοιβαία... Σαν κάτι κοσμικές, οι οποίες αγκαλιάζονται και φιλιούνται στα πεταχτά για να τις απαθανατίσουν οι παπαράτσι.

Γιατί δεν δήλωσα ευθαρσώς στον κύριο που με διπλάρωσε στην γκαλερί πως δεν τον ξέρω ούτε έχω καμιά όρεξη να τον γνωρίσω; Διότι δεν ήθελα να φανώ αγενής. Να τον στεναχωρήσω. Και δεν μού στοίχιζε στην ουσία τίποτα να βάλω τον αυτόματο πιλότο.
Το λέτε ευγένεια τρόπων; Ασήμαντο έστω πταίσμα μπροστά στη διαγωγή κάποιων κυριών που υποδύονται καθημερινά οργασμούς ώστε να μη διαταράξουν τον έγγαμο βίο τους; Ή πάμπολλων πολιτικών οι οποίοι υποκριτικά, κατ' επάγγελμα, συμπάσχουν με τα βάσανα των ψηφοφόρων τους; Εγώ το λέω αρχή γήρατος.

Νοσταλγώ την εποχή που αδιαφορούσαμε για τα προσχήματα. Που δεν κρατάγαμε τη γλώσσα μας, δεν καμουφλάραμε την απαρέσκεια, τη βαρεμάρα μας. Ούτε όμως και τον ενθουσιασμό μας. Που όποιον μάς φαινόταν μαλάκας, τον λέγαμε κατάμουτρα μαλάκα. (Όχι από την ασφάλεια που προσφέρει σήμερα το διαδίκτυο, όχι επειδή ήταν πολιτικά αντίθετός μας...) Που ήμασταν συνάμα έτοιμοι να γοητευτούμε, να συναρπαστούμε, να ερωτευθούμε. Που είχαμε πάντοτε το διαβατήριο στην τσέπη, αφού -ποιος ξέρει;- πιθανόν να συναντούσαμε στο μπαρ ή στο s/m την γυναίκα των ονείρων μας και να το σκάγαμε μαζί της στο εξωτερικό. Που αυτόματο πιλότο δεν καταδεχόμασταν να βάλουμε ούτε στα πληκτικότερα καν οικογενειακά τραπέζια παρά σκανδαλίζαμε τις γριές θείτσες μας απαγγέλλοντας από στήθους Εμπειρίκο...

Μάλλον κακώς νοσταλγώ. Θα ήταν γελοίο στην ηλικία μου να καμώνομαι το τζόβενο. Να μη χάνω ευκαιρία για να δηλώσω ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Φεύγοντας απ' την γκαλερί -η βροχή είχε προσώρας σταματήσει- το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με του νεαρού ζωγράφου. Διάβασα καθαρά στα μάτια του πόσο κατεστημένο, πόσο συμβιβασμένο, πόσο εχθρό του με θεωρούσε. "Και λίγα λες, μάγκα μου! Δώσε πόνο!" του ψιθύρισα κι ας μη με άκουσε. Βγήκα στον δρόμο με αναπτερωμένο το ηθικό.-

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 01 Μαρτίου 2019 19:02

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.