ενημέρωση 1:06, 3 July, 2020

Τα φυτευτά μαλλιά του Γιώργου Θωμάκου

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Υπάρχουν στη ζωή του καθενός επεισόδια που απωθούνται, ιστορίες που επειδή σου προξενούν αμηχανία προτιμάς να τις ξεχάσεις. Ένα τέτοιο μικρό περιστατικό μού θύμισε τις προάλλες ένας καλός φίλος. «Εσύ ειδικά», μου είπε με ύφος παιγνιωδώς σαδιστικό, «δεν δικαιούσαι να μιλάς για τον Θωμάκο! Εσύ είσαι από τους πρώτους που του έκαναν λεζάντα και μάλιστα στο Δημοτικό Συμβούλιο…».

Αναφερόταν το 2007. Ως μετά υποψήφιος δήμαρχος Κηφισιάς, -από τότε είχε βάλει πλώρη για Δήμαρχος- από την παράταξη που οι μη παροικούντες την Ιερουσαλήμ δεν ήταν βέβαιοι αν θα ήταν εκλεγμένος υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος.

Η κρίση τότε ούτε που αχνοφαινόταν. Ο Νίκος Χιωτάκης φάνταζε αδιαφιλονίκητος και η πολιτική ειδησεογραφία εξαντλούνταν σε ίντριγκες και σε αντιπαλότητες μεταξύ μεγαλοστελεχών, εφόσον τα τρανά σκάνδαλα, που έμελλε να αποσαθρώσουν τη «σεμνή και ταπεινή» διοίκηση, δεν απασχολούσαν ακόμα την κοινή γνώμη.

Τα τοπικές εφημερίδες, προκειμένου να τονώσουν την πώληση χάρισμα των εντύπων τους, επεδίωκαν να είναι μέσα στο παντός επιστητού και ενδιαφέροντος και εκπρόσωποι του καλλιτεχνικού ή «πνευματικού» κόσμου της πόλης. Στην ουσία αναζητούσαν ατακαδόρους, οι οποίοι θα έσπαγαν κάπως την πλήξη του ξύλινου λόγου.

Λάμβανα δυο τουλάχιστον προσκλήσεις τη εβδομάδα. Κάπου-κάπου, άμα δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω, ανταποκρινόμουν. Όχι γιατί είχα την ψευδαίσθηση πως με τις παρεμβάσεις μου θα άνοιγα τα μάτια των παρατρεχάμενων. Ούτε επειδή με δελέαζε μια αποσπασματική δημοσιότητα που καμιά σχέση δεν είχε, στην πραγματικότητα, με το υπαρξιακό μου στοίχημα, δηλαδή με το ενδότερο υπαρξιακό μου γίγνεσθαι. Πήγαινα στις διάφορες συγκεντρώσεις κυρίως για το χάζι, του να παρακολουθώ όλες εκείνες τις σοφές ή στεφανωμένες με την ψήφο του λαού κεφαλές να ακκίζονται στο μακιγιάζ, να ζητούν από τους φωτογράφους να τραβήξουν το «καλό» τους προφίλ, να ανταλλάσσουν κομπλιμέντα και πειράγματα ώσπου να ξεκινήσει η εκπομπή για να γίνουν «εχθροί» και να βγάλουν τα μαχαίρια. Μου φαινόταν διασκεδαστικό και διδακτικό συνάμα.

Στα διοικιτικά των δημοτικών εκλογών του 2007 εμπλεκόμενος, γνώρισα τον Γ. Θωμάκο. Ήτανε ντάλε κουάλε ίδιος και απαράλλακτος με τους περισσότερους συνυποψηφίους του. Ο Ν. Χιωτάκης αγόρευε με τη σιγουριά του νικητή, του έκανε δε κλάκα ένας -άκουσον, άκουσον!- κοσμηματοπώλης, που φόραγε κάτι εκκεντρικά ματογυάλια κι επαναλάμβανε σαν ξόρκι τη φράση «η Κηφισιά μας είναι αξία προαιώνια». Ο Κουρμαδιάς είχε τη βεβαιότητα της αξιοπρεπούς ήττας, δια της οποίας θα κλείδωνε την μεταγραφή του στο ψηφοδέλτιο του Χιωτάκη, πράγμα το οποίο και συνέβη ακόμα και το 2009-10.  Ο Π. Κανακάκης βρισκόταν εκεί από καθαρά κομματικό καθήκον – υπερασπιζόταν την υποψηφιότητά του με εντιμότητα και φιλότιμο.

Ο Γιώργος Θωμάκος τώρα. Έδειχνε -πρώτα απ’ όλα- μεγαλύτερος από την ηλικία του, χαμογελαστός και τρακαρισμένος σαν φοιτητής που τον έχουν ρίξει ξάφνου σε βαθιά, παγωμένα νερά. Οι αντίπαλοί του τον αγνοούσαν ή τον αντιμετώπιζαν έστω συγκαταβατικά. Τα όσα έλεγε (όποτε τον άφηναν να μιλήσει για παραπάνω από δυο λεπτά) δεν είχαν έμπνευση ούτε φανέρωναν γνώση και αληθινό ενδιαφέρον για την Κηφισιά. Σάμπως όμως και οι άλλοι ήταν εμπνευσμένοι; Τον παρατηρούσα με αυξανόμενη συμπάθεια. «Εάν είχα μια μικρή αδελφή», συλλογιζόμουν, «θα με χάλαγε να βγαίνει έστω για κάνα εξάμηνο με ετούτον με τα φυτευτά μαλλιά. Μπορεί να μην τη μυούσε στον Τζον Κασαβέτις, στον Σκρίμινγκ Τζέι Χόκινς, ούτε καν στο κάμα-σούτρα… Θα τη σεβόταν όμως, θα την ενθάρρυνε να ξεδιπλώσει τις ευαισθησίες της. Θα έκαναν λειτουργία και θα παρευρίσκονταν σε τίποτα ξωκλήσια, θα μάζευαν αχινούς και θα έψηναν πατάτες στη χόβολη… Το φθινόπωρο εκείνη θα τον εγκατέλειπε στην ψύχρα επειδή θα γνώριζε έναν αληθινά μεγάλο έρωτα. Κι εγώ, άμα λάχαινε, θα τον παρηγορούσα…». Τέτοια σκεφτόμουν ενώ οι παλιές καραβάνες της πολιτικής ανέπτυσσαν τα κούφια, μεγαλόπνευστα δήθεν, οράματά τους για την Κηφισιά.

«Τι λέτε, κύριε Κατσίμπα;», με ρώτησε μελίρρυτη η οικοδέσποινα της συνάντησης. «Τα λόγια είναι περιττά», μου κατέβηκε φαεινή ιδέα. «Παρακαλώ τον φωτορεπόρτερ να ζουμάρει στο άνω μέρος της κεφαλής των επίδοξων δημάρχων μας: Ο φακός αυτόματα θα εστίαζε στο ματωμένο και ταλαιπωρημένο άνω μέρος της κεφαλής του Γ. Θωμάκου που στη προσπάθειά του να το γεμίσει με φυτευτά μαλλιά είχε γίνει ως Φρανκενστάιν !

Όποιος δεν ψηφίζει απλώς, μα ζει και περπατάει σε αυτήν την πόλη, θα βγάλει ευθύς τα συμπεράσματά του!». Ο φωτογράφος ακολούθησε την προτροπή μου κι εγώ δεν ξανάνοιξα το στόμα μου.               

Σήμερα, που ο Γ. Θωμάκος έχει βγει από το κουκούλι του και οι υπόλοιποι έχουν χαθεί σχεδόν μες στο μεσόκοπο καβούκι τους, η ανάμνηση του παραπάνω περιστατικού, μου δημιουργεί κάποιο ελάχιστο ψήγμα ενοχής. «Ούτε εγώ άλλαξα στα χρόνια που πέρασαν, ούτε ασφαλώς ο Γ. Θωμάκος», σκέφτομαι από την άλλη. «Η παρεξήγηση απλώς αποτελεί την κινητήριο δύναμη της Ιστορίας. Φτάνει να διαλύεται εγκαίρως».-

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2020 19:36

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.