Μάνα Κηφισιά
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
- 0 σχόλια
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Κατοικώ εκ γενετής στην Κηφισιά. Και δεν σκοπεύω να την εγκαταλείψω ποτέ.
Ψέματα λέω. Θα διασχίσω κάποτε ξάπλα τη σκεπασμένη κοίτη του Κηφισού. Θα ρίξω μια νοερή ματιά στο πάρκο της Πλατείας Πλατάνου, το εκκλησάκι της Αη Γιώργη στο Κοκκιναρά. Θα πάρω την οδό Αναπαύσεως, ντουγρού για τον «οίκο» των προγόνων μου.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, η γιαγιά μου Μαριάνθη και ο σύζυγός της ο Παππούς Γιάννης που διατηρούσε πρατήριο βενζίνης, από τα πρώτα στη Κηφισιά. Με το κομπόδεμα που είχαν φτιάξει, αγόρασαν πολλά περιβόλια, τότε δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει τη σημερινή Κηφισιά. Έφτιαξαν σπίτια, νοικοκυρεμένα πράγματα. «Για όλη την οικογένεια προορίζεται, για αυτό και θα τον γράψω στον μπαμπά μας, να θάβονται εδώ οι κατιώντες του, εσείς και τα παιδιά και τα εγγόνια σας. Εμένα όμως θα με τσιμεντώσετε στο επάνω αριστερό ράφι. Κανείς να μην με κουνήσει ποτέ». Ασφαλώς εισακούστηκε το θέλημά της. Τα ονόματα στην πλάκα ολοένα κατεβαίνουν, θυμίζει πλέον ψηφοδέλτιο της πάλαι ποτέ Β’ εκλογικής περιφέρειας Αθηνών. Το δικό μου – εάν μακροημερεύσω – θα στριμωχτεί στην κόχη του μαρμάρου. Και τι πειράζει; Το να ξέρω πού θα καταλήξει το σώμα μου μού προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας.
Υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τους τόπους κατοικίας σαν τα κλαδιά ενός δέντρου – φιλοδοξία έχουν να πηδάνε από το χαμηλότερο στο ψηλότερο. Απ’ το χωριό στην πόλη. Από τη λαϊκή συνοικία στο αστικό κέντρο. Και από εκεί σε κάποιο ευήλιο προάστιο με κήπους και πισίνες. Εγώ αντιθέτως ακολουθώ ισοβίως την Κηφισιά. Στα πάνω και στα κάτω της.
Οχι, ίσα που πρόφτασα τους ένδοξους καιρούς που η Κηφισιά είχε αίγλη Βία Βένετο, που στα υπαίθρια τραπεζάκια της ξημερώνονταν οι αστέρες του κινηματογράφου και του τραγουδιού. Η κοντινότερη σχετική μου ανάμνηση είναι η Αννα Καλουτά να βολτάρει με τα σκυλάκια της, να τη χαιρετούν και να αντιχαιρετάει τους πάντες. Στα ζαχαροπλαστεία σύχναζαν σιτεμένες κυρίες ιατρών και δικηγόρων, στα παγκάκια ψυχοκόρες και ευέλπιδες, στα εστιατόρια εργένηδες – έτρωγαν λαδερά με φέτα, ξεκοκκάλιζαν την εφημερίδα.
Η ευλογία της Κηφισιάς ήταν ανέκαθεν η αρχοντιά της. Και προτού γίνει ο σημερινός χαβαλές και πριν να φυτρώσουν καφενεία με αργιλέδες και κομμωτήρια για ράστα, στις πολυκατοικίες της συγκατοικούσαν άνθρωποι κάθε προέλευσης. Στις πολυκατοικίες, ναι είχαμε κι’ αυτό το φρούτο, μαζί με το πουλί της χούντας χαμηλότερους ορόφους μικροϋπάλληλοι, κουρείς, εύθυμες ζωντοχήρες. Στα ρετιρέ μέχρι και εφοπλιστές της πυρκαγιάς βέβαια. Σωστά καλειδοσκόπια, σχολεία κοινωνικής αγωγής για όποιο παιδί είχε τα μάτια του ανοιχτά.
Μετά η αιθαλομίχλη πύκνωσε, το παρκάρισμα κατάντησε μέγας μπελάς, οι εύποροι των Αθηνών μετακόμισαν στα βόρεια. Από τα 80ς ξεκίνησε ο κατήφορος. Στην εκπνοή του 20ου αιώνα, η Κηφισιά φαντάζει μια αγιάτρευτη ακόμα αρχοντιά όχι παρηκμασμένη, γειτονιά για συνταξιούχους και για παρίες.
Είχε ωστόσο και μια χαλαρότητα όλο εκείνο. Εμενα τότε σε ένα μεγάλο σπίτι με τεράστιο περιβόλι, πήγαινα στο περίπτερο με τις πυζάμες, ποιος θα με στραβοκοιτούσε; Από την άλλη, η ισόγεια «κλινική τετράποδων» (ξεθώριαζε στην πινακίδα της η ζωγραφιά ενός καλοχτενισμένου κανίς). Και ήμασταν – σκεφτείτε – ακόμα στην εποχή τής αστακομακαρονάδας…
Τα τελευταία μόλις χρόνια η Κηφισιά έχει αρχίσει να παραπατάει. Μοιάζει και πάλι στον παλιό μποέμικο εαυτό της. Προσελκύει ακόμη τους καλλιτέχνες, τους εναλλακτικούς, όσους τα χρήματα τους προτιμούν να τα δίνουν σε μουσικές, βιβλία, ποτά, ταξίδια παρά στο νοίκι. Μία βόλτα αν κάνεις στην πλατεία Αγίου Γεωργίου μόλις ανοίξει ο καιρός και κατατροπωθεί ο κορωνοϊός, θα το διαπιστώσεις.
Να φύγω από την Κηφισιά; Να αφήσω δηλαδή τα βλέμματα, τα χνώτα, τα τραγούδια των ανθρώπων και να εξοριστώ σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, όπου θα βλέπω και θα ακούω ό,τι μονάχα επιλέγω εγώ; Που τίποτα δεν θα φαλτσάρει με την αισθητική μου, δεν θα υπονομεύει τις αποκρυσταλλωμένες ιδέες μου; Δεν σφάξανε!
Μπαινοβγαίνω εδώ κάθε μέρα στα μαγαζιά. Ανταλλάσσω σοφίες και αμπελοφιλοσοφίες, μαθαίνω κουτσομπολιά, πιάνω παλμό. Νιώθω ότι ανήκω σε ένα κόσμο, ο οποίος – τι παρηγορητική αίσθηση – δεν με έχει καν ανάγκη. Υπήρχε πριν, θα υπάρχει και μετά από εμένα. Κι αν κάποιοι σήμερα με διαβάζουν, θα φανεί προσεχώς κάποιος πολύ καλύτερος, που θα αποδίδει ασυγκρίτως γλαφυρότερα τη συλλογική μας ιλαροτραγωδία.
Εγώ θα έχω αποσυρθεί πλέον στο εξοχικό μου. Στον οικογενειακό μας τάφο.
Γιάννης Κατσίμπας
Ιστότοπος: www.kifisia-life.grΤελευταία άρθρα από τον/την Γιάννης Κατσίμπας
- Η Νέα Μετα-δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη
- Η ροή πετρελαίου μέσω της Ντρούζμπα θα ξαναρχίσει στις 21 Απριλίου, σύμφωνα με Ούγγρο υπουργό
- Το Ιράν αρνείται να διεξάγει συνομιλίες εν μέσω συνεχιζόμενων απειλών, λέει ο πρόεδρος του κοινοβουλίου
- Ό,τι απέμεινε μετά την εκεχειρία
- Τα στενά του Ορμούζ «πρέπει να μείνουν ανοικτά» δήλωσε ο Σι Τζινπίνγκ
