ενημέρωση 4:17, 21 August, 2026

CEO της Audi - «Ούτε πάνω από το πτώμα μου»

Τάδε έφη ο επικεφαλής της γερμανικής εταιρείας όταν είπε ότι η ιδέα για μία μεγάλη πίσω αεροτομή στο νέο υπεραυτοκίνητο, το Nuvolari, δεν θα περνούσε «με την καμία»

Τετρακόσιες πέντε ημέρες. Μόλις τόσες χρειάστηκαν, από το πρώτο σκετς μέχρι την υλοποίηση, για το νέο υπεραυτοκίνητο της Audi. Μάλιστα, αυτές τις μέρες «ανέβηκε» και ένα βίντεο με το χρονολόγιο της διαδρομής του – υπάρχει στο τέλος του κειμένου. Οι χρόνοι από την αρχική σύλληψη μέχρι «σάρκα» και μέταλλο έχουν μειωθεί σημαντικά στη σημερινή αυτοκίνηση, έστω κι αν υπάρχει σύνδεση του Nuvolari με το Lamborghini Temerario που προφανώς επιταχύνει τις όποιες διαδικασίες.

Περίπου, λοιπόν, δύο χρόνια μετά το τέλος του R8, του supercar της Audi, το Nuvolari έκανε την πρεμιέρα του, αποτελεί το ισχυρότερο και ταχύτερο Audi παραγωγής που έχει βγει ποτέ και εκφράζει τη νέα σχεδιαστική γλώσσα της εταιρείας. Κοινώς, οι επόμενες φουρνιές με τoυς «τέσσερις κύκλους», τα καθημερινά Audi που θα βλέπουμε δεξιά και αριστερά, θα είναι επηρεασμένα από αυτό.

Όσον αφορά την αεροτομή που λέγαμε, ο CEO ήταν κατηγορηματικός: το υβριδικό supercar δεν γινόταν να κουβαλάει στην πλάτη του μια ογκώδη αεροτομή που να εξέχει, καθώς κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε τις ρέουσες, κομψές γραμμές του. Η Audi θεωρεί ότι ένα τέτοιο στοιχείο θα ήταν υπερβολικά παρεμβατικό και δεν θα τάραιζε αισθητικά σε αυτό που όφειλε να είναι ένας αυθεντικός «gentleman racer», όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει πως το Nuvolari απαρνείται πλήρως την πίσω αεροτομή. Στις υψηλές ταχύτητες θα το ‘παιρνε ο διάολος και θα το σήκωνε. Δύσκολο το αεροδυναμικό task και σαν τη Ferrari, να με συμπαθάτε, αλλά κανείς.

Το Nuvolari είναι το ισχυρότερο Audi παραγωγής. Έβερ

Το Nuvolari, λοιπόν, επιστρατεύει ένα ενεργό σπόιλερ, το οποίο μπορεί να παραμένει κλειστό και απόλυτα ευθυγραμμισμένο με το αμάξωμα, ελαχιστοποιώντας την αεροδυναμική αντίσταση και βελτιώνοντας την κατανάλωση καυσίμου.

Επιπλέον, οι μηχανικοί της Audi σχεδίασαν μια λειτουργία χαμηλής κάθετης δύναμης (low-downforce mode) για τις ευθείες, ξεκλειδώνοντας υψηλότερες ταχύτητες και εξασφαλίζοντας ανώτερη σταθερότητα. Στην αντίθετη συνθήκη, την ώρα που ο οδηγός φρενάρει ή «βουτάει» στις στροφές, η αεροτομή του Nuvolari μεταβαίνει ακαριαία σε λειτουργία υψηλής κάθετης δύναμης (high-downforce mode), κρατώντας το αυτοκίνητο «κολλημένο» στο δρόμο.

Περισσότεροι από 1.000 ίπποι, έτοιμοι να ξαμολυθούν. Προφανώς μόνο σε πίστα και δη μεγάλη. Δεν είναι για Μέγαρα…

Για τη μέγιστη εμπειρία, υπάρχει επίσης ένα κουμπί ενσωματωμένο στο τιμόνι για τη χειροκίνητη ενεργοποίηση ενός συστήματος μείωσης της αεροδυναμικής αντίστασης (DRS), εμπνευσμένου απευθείας από τη Formula 1.

Σκοπός του είναι να βοηθήσει το αυτοκόνητο να πιάσει ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες, με την Audi να δηλώνει πως το Nuvolari μπορεί να ξεπεράσει τα 350 χλμ/ώ. – επίδοση που το καθιστά επίσημα το ταχύτερο αυτοκίνητο παραγωγής στην ιστορία της εταιρείας. Και μετά βάστα να δούμε πού θα τα πιάσει με κάμερες και τα συμπαραμαρτούντα. Α, ναι. Είπαμε να βάλουμε και το βίντεο.

Τετρακόσιες πέντε ημέρες. Μπορεί και νύχτες. 

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Λίμνη Κόμο - Το χωριό που πολεμά τον υπερτουρισμό

Αντιμέτωπη με το τίμημα της δημοτικότητάς της, η Βαρένα, με τους 70 κατοίκους στο κέντρο της και τους 17.500 επισκέπτες την ημέρα, επιχειρεί να καταπολεμήσει την ανάρμοστη συμπεριφορά, απαγορεύοντας τη χρήση μεγαφώνων στους ξεναγούς και επιβάλλοντας πρόστιμα σε όσους περιφέρονται με μαγιό

Ο συνωστισμός αρχίζει πριν καν εμφανιστούν τα πολύχρωμα σπιτάκια που μοιάζουν με σπιρτόκουτα. Ενα ανθρώπινο κύμα ξεχύνεται από τον σιδηροδρομικό σταθμό και κατευθύνεται στη στενή πεζογέφυρα με την θέα στους μεγαλοπρεπείς λόφους που υψώνονται από τη λίμνη. Είναι η κορύφωση της τουριστικής περιόδου και οι επισκέπτες έχουν κατακλύσει τη Βαρένα, τον πιο πρόσφατο προορισμό που πρέπει «οπωσδήποτε» να επισκεφτεί κανείς στη λίμνη Κόμο. Αλλωστε, η Βαρένα αποκαλείται και «μαργαριτάρι της λίμνης Κόμο», όπως και το γειτονικό Μπελάτζιο. Το χωριό επισκέπτεται ο δημοσιογράφος των Times μία ημέρα που είναι γεμάτο τουρίστες, οι οποίοι αναζητούν την τέλεια σέλφι.

Η Βαρένα έχει μεταμορφωθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους τουριστικούς προορισμούς της Ιταλίας, χάρη στα social media, που εκτόξευσαν τη φήμη της πριν από περίπου πέντε χρόνια και τώρα κατακλύζεται από 17.500 επισκέπτες καθημερινά στην καρδιά του καλοκαιριού. Σύμφωνα με τον δήμαρχο, στο ιστορικό κέντρο κατοικούν μόνο περίπου 70 κάτοικοι. Η Βαρένα, που κάποτε ήταν προνόμιο των πλούσιων Μιλανέζων που είχαν εκεί εξοχικό, κατακλύζεται πλέον από επισκέπτες οι οποίοι έρχονται αυθημερόν, πολλοί από τους οποίους είναι στην ηλικία 20-30. Τα πλήθη προκαλούν μερικές φορές χάος, επιδεικνύουν ανάρμοστη συμπεριφορά και ατελείωτες ουρές σε ένα ιστορικό κέντρο που διαθέτει σπάνια ομορφιά.

Σε μια προσπάθεια να τους κρατήσει υπό έλεγχο, ο δήμαρχος Μάουρο Μαντσόνι επέβαλε τον περασμένο μήνα πρόστιμα έως και 200 ευρώ σε όσους περιφέρονται στους δρόμους χωρίς μπλούζα ή με μαγιό. Οι ομάδες εκδρομέων έχουν επίσης περιοριστεί σε 25 άτομα, ενώ απαγορεύεται η χρήση μεγαφώνων από τους ξεναγούς.

Τουρίστες στην παραλία της Βαρένα, ένα μεσημέρι του φετινού Ιουλίου/ Manuel Romano/NurPhoto via Getty Images/Ideal Image

Η ραγδαία άνοδος της Βαρένα συνοψίζει το δίλημμα που αντιμετωπίζουν πολλά γραφικά μέρη σε όλη την Ευρώπη: να αποκομίζουν τα οφέλη του μαζικού τουρισμού, ενώ βλέπουν τον κοινωνικό ιστό που αποτελούσε από καιρό μέρος της γοητείας τους, να αρχίζει να διαλύεται.

«Το αποκαλώ τουριστικό χωριό», λέει στους Times ο Μαντσόνι, ο οποίος είναι δήμαρχος της Βαρένα τα τελευταία 10 χρόνια. «Υπάρχει αυτή η συνεχής εναλλαγή ανθρώπων, αλλά δεν υπάρχει πλέον κοινότητα». Πολλοί έρχονται στο χωριό, που βρίσκεται στην ανατολική όχθη όπου η λίμνη Κόμο χωρίζεται σε δύο μέρη, για να επισκεφθούν την αριστοκρατική Βίλα Μοναστέρο, να κάνουν εκδρομές με πλοίο σε πόλεις όπως το Μπελάτζιο και το Μενάτζιο, και να βγάλουν σέλφι στην «Πύλη του Παραδείσου» —μια σιδερένια πύλη που αποτελεί το τέλειο κάδρο για τη θέα της λίμνης. Πολλοί άλλοι φτάνουν στριμωγμένοι σαν σαρδέλες με απευθείας τρένα από το Μιλάνο, το οποίο απέχει μόλις μία ώρα, ή με πλοίο από πόλεις γύρω από τη λίμνη, συχνά συμπεριλαμβάνοντας τη Βαρένα σε δρομολόγια-αστραπή που περνάνε από τη Ρώμη, τη Φλωρεντία και τη Βενετία, πριν την πτήση της επιστροφής από το Μιλάνο.

Τεράστια πλήθη συγκεντρώνονται στον μικρό τερματικό σταθμό των πλοίων, όπου πινακίδες υπενθυμίζουν στους επισκέπτες να μην περιφέρονται με μαγιό, σύμφωνα με τους νέους κανόνες που περιορίζουν επίσης τα γκρουπ στο ιστορικό κέντρο σε 25 άτομα. Ολοένα και περισσότεροι ντόπιοι εγκαταλείπουν το χωριό και νοικιάζουν τα διαμερίσματά τους —ο αριθμός των κατοίκων του δήμου μειώθηκε από 741 το 2020 σε 666 το 2024, σύμφωνα με την στατιστική υπηρεσία. Ο τοπικός παιδικός σταθμός έκλεισε το 2023 επειδή δεν υπήρχαν αρκετά παιδιά για να τον χρησιμοποιήσουν.

Λίγοι μπορούν να συμφωνήσουν ως προς το τι ήταν αυτό που προώθησε αρχικά τη Βαρένα στη διεθνή φήμη. Κάποιοι δίνουν τα εύσημα -ενώ άλλοι τον κατηγορούν- στον Ρικ Στιβς, έναν αμερικανό ταξιδιωτικό συγγραφέα και τηλεοπτικό παρουσιαστή που έμεινε εκεί για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και έκτοτε προβάλλει το χωριό στους ταξιδιωτικούς οδηγούς του. Αλλοι αναφέρουν το 2022, όταν ο αζέρος τραγουδιστής Ναντίρ Ρουστάμλι εμφανίστηκε σε ένα βίντεο που προβλήθηκε κατά τη διάρκεια του Διαγωνισμού Τραγουδιού της Eurovision, στο οποίο παρουσιάζονταν διάφορα αξιοθέατα της Βαρένα, συμπεριλαμβανομένης της Βίλα Μοναστέρο. Σχεδόν όλοι συμφωνούν πάντως, ότι η καμπή ήταν το τέλος της πανδημίας και ότι η πιο αποτελεσματική διαφήμιση είναι οι σέλφι των τουριστών.

Οι τιμές των κατοικιών εδώ έχουν αυξηθεί κατά 30% τα τελευταία τέσσερα χρόνια, φτάνοντας τα 5.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, σύμφωνα με την Real Advisor, μια ιταλική πλατφόρμα πληροφοριών για την αγορά ακινήτων. Εν τω μεταξύ, ο τουριστικός φόρος της πόλης, ύψους τρία ευρώ ανά άτομο ανά διανυκτέρευση, απέφερε πέρυσι το ρεκόρ των 600.000 ευρώ, επιτρέποντας στον δήμο να χρηματοδοτήσει εξ ολοκλήρου ένα φεστιβάλ κλασικής και ποπ μουσικής, να αναστηλώσει τοιχογραφίες σε ιδιωτικές κατοικίες που βλέπουν σε δημόσιους δρόμους και να στολίσει το χωριό με χριστουγεννιάτικα φωτιστικά. «Ο τουρισμός είναι τα πάντα στη Βαρένα», δήλωσε στους Times ο Τζόρτζιο Λανφρανκόνι, πρόεδρος του συλλόγου τουριστικών επιχειρήσεων της Βαρένας και ιδιοκτήτης καταστήματος με τουριστικά αναμνηστικά μπροστά στη λίμνη.

«Έχουμε τον τουρισμό και τίποτα άλλο». Ο Ματέο Μερκούριο, 30 ετών, υπάλληλος σε μπαρ που μεγάλωσε κοντά στη Βαρένα, θυμάται με νοσταλγία τις πιο ήσυχες μέρες του 2020, όταν άρχισε να εργάζεται στα μπαρ. Τώρα, λέει, τα έξι μέλη του προσωπικού του μπαρ δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν τους επισκέπτες στα 13 τραπέζια του, ενώ τα προϊόντα πρέπει να παραδίδονται στη μικρή αποθήκη του καταστήματος, λίγο πιο κάτω στον δρόμο, αρκετές φορές την ημέρα. Η Ιλάνα Μπάρμπερ, 27 ετών από το Παρίσι, ήρθε στη Βαρένα με τον φίλο της, ελπίζοντας σε μια χαλαρωτική απόδραση. Αντ’ αυτού, απογοητεύτηκε από τις ουρές, τα πλήθη και τον τεράστιο αριθμό νέων που συγκεντρώνονταν σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

«Πρέπει να ξυπνήσεις πολύ νωρίς για να δεις ένα όμορφο μέρος», λέει. «Πήγαμε χθες στο Μπελάτζιο και περιμέναμε στην ουρά για δύο ώρες για το πλοίο της επιστροφής στη Βαρένα —ήταν απλά φρικτό. Ο κόσμος ήταν εξοργισμένος λόγω της ζέστης, της έλλειψης πληροφοριών και του γεγονότος ότι έπρεπε να περιμένουν για πολλή ώρα», είπε στους Times. Ο Μαντσόνι έστειλε πέρυσι επιστολή στην ιταλική κυβέρνηση ζητώντας άδεια για την επιβολή φόρου στους ημερήσιους επισκέπτες, ο οποίος, σύμφωνα με την πρότασή του, θα κυμαίνεται έως και δύο ευρώ. Δεν έχει λάβει ακόμη απάντηση.

Ο δήμαρχος, ο οποίος πρόσφατα αύξησε τόσο τον αριθμό των κάδων απορριμμάτων όσο και των αστυνομικών στους δρόμους, πρότεινε επίσης στην κυβέρνηση να θεσπίσει νόμο που θα επιτρέπει τον περιορισμό των ενοικιάσεων σπιτιών για διακοπές, και υποστήριξε ότι η περιφέρεια της Λομβαρδίας, στην οποία ανήκει η Βαρένα, θα πρέπει να προωθήσει εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς που θα ανακουφίσουν την πίεση στο χωριό. Τελικά, όμως, έχει εν μέρει συμβιβαστεί με τη μοίρα του χωριού. «Αναρωτιέμαι αν είναι πολύ αργά», είπε χαρακτηριστικά στους Times. 

Ο μεγαλύτερος ποταμός της Κίνας ανακάμπτει

Ο Γιανγκτσέ, «μητέρα των ποταμών», όπως τον αποκαλούν οι Κινέζοι, έμοιαζε να οδεύει προς οικολογική κατάρρευση. Η ρύπανση και η υπεραλίευση είχαν αποδεκατίσει την άγρια ζωή του. Σήμερα, παρουσιάζει εντυπωσιακά σημεία ανάκαμψης χάρη στην πολιτική βούληση. H κινεζική συνταγή, όμως, έχει και σημαντικό κοινωνικό κόστος

Ο ποταμός Γιανγκτσέ εκτείνεται σε μήκος περίπου 6.300 χιλιομέτρων, από το οροπέδιο του Θιβέτ έως τη Σαγκάη, αποτελώντας ζωτική αρτηρία για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Επί δεκαετίες, όμως, αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης παρά ως φυσικός θησαυρός. Βιομηχανικά απόβλητα και λύματα κατέληγαν στα νερά του, εκατομμύρια τόνοι ψαριών αλιεύονταν κάθε χρόνο, ενώ η κατασκευή γιγαντιαίων φραγμάτων άλλαξε ριζικά τη φυσική του ροή.

Οι συνέπειες υπήρξαν δραματικές. Το περίφημο δελφίνι μπαϊτζί, με τη λευκή κοιλιά και την εξαιρετικά περιορισμένη όραση, θεωρείται πλέον ουσιαστικά εξαφανισμένο, ενώ την ίδια μοίρα είχε και το εντυπωσιακό κινεζικό ψάρι-κουπί, ένα από τα μεγαλύτερα ψάρια του γλυκού νερού στον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, οι επιστήμονες διαπιστώνουν ότι η καταστροφή δεν ήταν ολοκληρωτική. Σήμερα, γράφει ο Economist, ο ποταμός παρουσιάζει εντυπωσιακά σημεία ανάκαμψης, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και ένα σοβαρά υποβαθμισμένο οικοσύστημα μπορεί να αναγεννηθεί, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση και συστηματική παρέμβαση.

H κινεζική συνταγή, όμως, συνοδεύεται και από σημαντικό κοινωνικό κόστος, καθώς και από επιλογές που προκαλούν έντονο προβληματισμό. Από το 2021, όταν τέθηκε σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα προστασίας του ποταμού, τα πρώτα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Σύμφωνα με διεθνή επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο από ερευνητές της Κίνας, του Καναδά, των ΗΠΑ και της Γαλλίας, η συνολική βιομάζα των ψαριών έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 200%, ανατρέποντας μια πτωτική πορεία που διαρκούσε σχεδόν επτά δεκαετίες.

Τον Απρίλιο, σύμφωνα με τον Economist, επιστήμονες κατέγραψαν για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια την αναπαραγωγή ενός σπάνιου είδους οξύρρυγχου στο φυσικό του περιβάλλον. Νεότερη μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο έδειξε ότι πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των ψαριών φτάνει πλέον σε ηλικία αναπαραγωγής, γεγονός που ενισχύει τις προοπτικές για τη μακροπρόθεσμη αποκατάσταση του οικοσυστήματος. Εξίσου ενθαρρυντικά είναι και τα στοιχεία για τη φώκαινα χωρίς ραχιαίο πτερύγιο, ένα μικρό συγγενικό είδος του εξαφανισμένου δελφινιού, που οι κάτοικοι αποκαλούν «γουρούνι του ποταμού».

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα κυβερνητικά στοιχεία, περισσότεροι από 1.400 τέτοιοι πληθυσμοί ζουν σήμερα στη λεκάνη του Γιανγκτσέ, έναντι περίπου 1.000 που είχαν απομείνει το 2017. Η ανάκαμψη αυτή, παρατηρεί ο Economist, αντανακλά μια εντυπωσιακή αλλαγή προτεραιοτήτων από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Ενα κράτος που επί δεκαετίες ταύτιζε την ανάπτυξη με την αδιάκοπη εκμετάλλευση της φύσης, προβάλλει πλέον τον εαυτό του ως παγκόσμιο υπερασπιστή της βιοποικιλότητας.

Στην περίπτωση του Γιανγκτσέ, τα αποτελέσματα είναι όντως αξιοσημείωτα και ίσως αποτελέσουν παράδειγμα για άλλους μεγάλους ποταμούς, όπως ο Μεκόνγκ στη Νοτιοανατολική Ασία. Η σημαντικότερη παρέμβαση ήταν η επιβολή δεκαετούς απαγόρευσης της επαγγελματικής αλιείας σε ολόκληρο τον ποταμό, στους βασικούς παραποτάμους και στις μεγάλες λίμνες της λεκάνης του. Τη δεκαετία του 1950 οι ετήσιες αλιεύσεις ξεπερνούσαν τους 400.000 τόνους, γράφει ο Economist, όμως μέχρι το 2021 είχαν περιοριστεί σε λιγότερους από 100.000.

Η εφαρμογή της απαγόρευσης στηρίζεται σε συνεχείς περιπολίες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, κάμερες επιτήρησης και αυστηρά πρόστιμα. Η συγκεκριμένη πολιτική υποστηρίζεται προσωπικά από τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, ενώ η αξιολόγηση των τοπικών αξιωματούχων συνδέεται πλέον και με περιβαλλοντικούς δείκτες. Σταδιακά, η ποιότητα των υδάτων βελτιώθηκε αισθητά. Χιλιάδες χημικά εργοστάσια έκλεισαν ή μεταφέρθηκαν μακριά από τις όχθες, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες αναδασώσεις στις πηγές του ποταμού, ενώ πολλές πόλεις μετατράπηκαν σε «πόλεις-σφουγγάρια», με τεχνητούς υγροτόπους, διαπερατά υλικά και περισσότερο πράσινο, ώστε να απορροφούν τα νερά της βροχής και να περιορίζουν τόσο τις πλημμύρες όσο και τη ρύπανση.

Ο κινέζος περιβαλλοντολόγος Ουάνγκ Λιμίν θεωρεί ότι η ανάκαμψη αποδεικνύει την εξαιρετική ικανότητα του κινεζικού κράτους να κινητοποιεί τεράστιους πόρους όταν θέτει έναν στόχο. Θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική την αύξηση των φώκαινων, επειδή πρόκειται για είδος-δείκτη: η κατάσταση του πληθυσμού τους, όπως λέει στον Economist, αντικατοπτρίζει τη συνολική υγεία του οικοσυστήματος. Παρ’ όλα αυτά, η επιτυχία είχε βαρύ κοινωνικό τίμημα. Περίπου 230.000 αλιείς έχασαν τη δουλειά τους, ενώ τα σκάφη τους κατασχέθηκαν ή καταστράφηκαν. Παρότι τα κρατικά ΜΜΕ υποστηρίζουν ότι δόθηκαν αποζημιώσεις και προσφέρθηκαν νέες θέσεις εργασίας, η εικόνα στις τοπικές κοινωνίες είναι αρκετά διαφορετική.

Στην επαρχία Τζινσιάν, στις όχθες της λίμνης Τζουνσάν, πολλοί πρώην ψαράδες υποστηρίζουν ότι μόνο ένας στους πέντε αποζημιώθηκε, ενώ τα ποσά δεν κάλυψαν ούτε κατά διάνοια το χαμένο εισόδημα. Οι περισσότεροι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να αναζητήσουν εργασία στις μεγάλες πόλεις. «Η κυβέρνηση αποφασίζει τα πάντα. Κανείς δεν ακούει τους απλούς ανθρώπους», λέει στον Economist μια γυναίκα που ζούσε από το ψάρεμα, ενώ σήμερα διατηρεί ένα μικρό εστιατόριο. Παρόμοια είναι και η εμπειρία του κυρίου Τζανγκ, ο οποίος εγκατέλειψε την αλιεία και στράφηκε, μετά από παρότρυνση των αρχών, στην εκτροφή χελιών.

Οπως εξηγεί στον Economist, όμως, οι επενδύσεις είναι μεγάλες και η ζήτηση ασταθής, με αποτέλεσμα φέτος σχεδόν όλοι οι παραγωγοί να καταγράφουν ζημιές. Αρκετοί επιστήμονες επισημαίνουν ότι η κινεζική περιβαλλοντική πολιτική παρουσιάζει σημαντικές αντιφάσεις: Ενώ περιορίζεται η αλιεία, η κατασκευή φραγμάτων συνεχίζεται αδιάκοπα. Στον Γιανγκτσέ λειτουργούν ήδη δώδεκα γιγαντιαία φράγματα, ανάμεσά τους και το περίφημο φράγμα των Τριών Φαραγγιών, καθώς και χιλιάδες μικρότερα έργα. Τα φράγματα εμποδίζουν τη φυσική μετανάστευση των ψαριών προς τις περιοχές αναπαραγωγής, προκαλώντας σοβαρές οικολογικές επιπτώσεις.

Παρά τις προειδοποιήσεις των ειδικών, η Κίνα εξακολουθεί να σχεδιάζει νέα υδροηλεκτρικά έργα. Ο καθηγητής Στίβεν Κουκ, από το Πανεπιστήμιο Κάρλετον του Καναδά, εξηγεί στον Economist ότι χωρίς την τροποποίηση ή την απομάκρυνση ορισμένων φραγμάτων, η περαιτέρω ανάκαμψη του ποταμού θα έχει φυσικά όρια. Τελευταίο παράδειγμα αποτελεί η έγκριση της κατασκευής νέου φράγματος μήκους τριών χιλιομέτρων ανάμεσα στη λίμνη Πογιάνγκ και τον Γιανγκτσέ. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα βοηθήσει στη διαχείριση της στάθμης των υδάτων κατά την ξηρή περίοδο. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, όμως, φοβούνται ότι θα απειλήσει τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς πτηνών και τις φώκαινες χωρίς ραχιαίο πτερύγιο.

Για πολλούς οικολόγους, όπως και για τους πρώην ψαράδες, το κινεζικό κράτος παραμένει ένας σύμμαχος που μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε αντίπαλο. 

  • Κατηγορία GREEN LIFE
  • 0

Πάρμα - Η αστυνομία ανέκτησε κλεμμένα έργα των Ρενουάρ, Σεζάν και Ματίς, αξίας €9 εκατ.

Οι πίνακες των γάλλων ζωγράφων είχαν κλαπεί μέσα σε τρία λεπτά από το Ιδρυμα Μανιάνι Ρόκα, που φιλοξενεί τη συλλογή του ιστορικού τέχνης Λουίτζι Μανιάνι. Ηταν μία από τις μεγαλύτερες κλοπές έργων τέχνης στην Ιταλία, τα τελευταία χρόνια

Η ιταλική αστυνομία ανέκτησε τρεις πίνακες των γάλλων ζωγράφων Πολ Σεζάν, Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ και Ανρί Ματίς, που είχαν κλαπεί από ένα μουσείο κοντά στην πόλη της Πάρμας τον περασμένο Μάρτιο. Αστυνομικοί της μονάδας προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς ανέκτησαν τα έργα τέχνης έπειτα από μια πολύπλοκη έρευνα, όπως τη χαρακτήρισε η αστυνομία, την Παρασκευή.

Περισσότερες πληροφορίες αναμένονταν αργότερα σήμερα. Οι πίνακες κλάπηκαν από το Ίδρυμα Μανιάνι Ρόκα που βρίσκεται στην πόλη Τραβερσέτολο, κοντά στην Πάρμα, τη νύχτα της 22ας προς 23η Μαρτίου. Ειδικοί τέχνης είπαν ότι η εκτιμώμενη αξία των πινάκων ξεπερνά τα εννέα εκατομμύρια ευρώ. Τα έργα που ανακτήθηκαν είναι η «Νεκρή Φύση με κεράσια» του Σεζάν, «Τα Ψάρια» του Ρενουάρ και η «Οδαλίσκη στη βεράντα» του Ματίς.

Η αστυνομία έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα ένα βίντεο από την κλοπή, στο οποίο φαίνονται δύο μασκοφόροι διαρρήκτες να μπαίνουν από ένα παράθυρο, να αρπάζουν τους τρεις πίνακες από τον τοίχο και στη συνέχεια να βγαίνουν αμέσως από το κτίριο, σε μια επιχείρηση που διήρκεσε λιγότερο από τρία λεπτά. Το Ίδρυμα Μανιάνι Ρόκα φιλοξενεί τη συλλογή του ιστορικού τέχνης Λουίτζι Μανιάνι (1906-1984), που περιλαμβάνει επίσης έργα των Ντύρερ, Ρούμπενς, Βαν Ντάικ, Γκόγια, Μονέ και του ιταλού καλλιτέχνη Τζόρτζιο Μοράντι.

Ο Ανρί Ματίς είχε την… τιμητική του αυτές τις ημέρες, καθώς η αστυνομία της Βραζιλίας ανακοίνωσε την Πέμπτη, ότι ανέκτησε έργα του, ανάμεσά τους χαρακτικά, που είχαν κλαπεί από βιβλιοθήκη στο Σάο Πάολο, τον Δεκέμβριο του 2025.