ενημέρωση 2:41, 19 August, 2026

To τίμημα της απόλαυσης για τους ευρωπαίους αποικιοκράτες - Ήθελαν καπνό και ζάχαρη, πήραν καρκίνο και τερηδόνα

Τα λάφυρα της αποικιοκρατίας και του δουλεμπορίου διαμόρφωσαν τη νέα καταναλωτική εποχή της Ευρώπης.

Οι κουρσάροι της είχαν κυριαρχήσει στις θάλασσες και οι αποστολές της άρχισαν να εξερευνούν τον Νέο Κόσμο και να στήνουν αποικίες. Από τα βασικότερα όμως εξωτικά αγαθά που θα απολάμβανε η ίδια, θα ήταν και εκείνο που θα την έκανε να υποφέρει: Η Ελισάβετ Α’ της Αγγλίας, ζούσε με αφόρητους πονόδοντους εξαιτίας της αδυναμίας της στη ζάχαρη. Ήταν από τους πρώτους Ευρωπαίους που γεύτηκαν και τις συνέπειες της πολυτέλειας που έφερναν οι αποικίες και η επέκταση.

Μετά το 1492 οι ευρωπαϊκές δυνάμεις άρχισαν να οικοδομούν αποικιακές αυτοκρατορίες στην Αμερική, ενώ από τον 16ο αιώνα ενίσχυσαν την παρουσία τους και στις αφρικανικές ακτές μέσω του δουλεμπορίου.

Από την Αμερική έφταναν κυρίως ζάχαρη, καπνός και πολύτιμα μέταλλα, ενώ από την Ασία τσάι, καφές, μπαχαρικά και άλλα πολυτελή προϊόντα.

Φυσικά για να αποδώσουν οι φυτείες τις απαιτούμενες ποσότητες, οι Ευρωπαίοι βασίστηκαν κυρίως στους μαύρους δούλους.

Ειδικά η ζάχαρη όμως ήταν μια πολύ ακριβή συνήθεια και συνεπώς ήταν προσβάσιμη μόνο σε πολύ πλούσιους.

«Η μόνη ομάδα που αποκόμισε σαφές όφελος από το βρετανικό διατλαντικό δουλεμπόριο -και ακόμη και αυτό το όφελος ήταν μικρό- ήταν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές ζάχαρης, καπνού και άλλων προϊόντων των φυτειών. Τους δόθηκε η δυνατότητα να αγοράσουν τερηδόνα και καρκίνο του πνεύμονα σε κάπως χαμηλότερες τιμές από ό,τι θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε το δουλεμπόριο» σημείωναν οι Ρόμπερτ Πωλ Τόμας και Ρίτσαρντ Νέλσον Μπιν σε άρθρο τους στο περιοδικό, The Journal of Economic History, το 1974.

Η βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας σχέσης των Ευρωπαίων με τη ζάχαρη.

Η Βασίλισσα Ελισάβετ δεν μπορούσε να αποχωριστεί τα γλυκά της και αυτό οδήγησε σε μια πολύ κακή στοματική υγιεινή που ήταν πολύ εμφανής σε όσους βρίσκονταν κοντά της. Η εξαγωγή όμως χαλασμένων δοντιών ήταν ένα μαρτύριο εκείνη την εποχή, λόγω των πρωτόγονων οδοντιατρικών πρακτικών.

Γύρω στο 1700 το τσάι με ζάχαρη -όπως και ο καφές με ζάχαρη- είχε πλέον ενταχθεί στην καθημερινή ζωή ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού Ευρωπαίων, ιδιαίτερα στη Βρετανία, όπως ανέφεραν οι Ραλφ Όστεν και  Γούντρουφ Σμιθ σε βιβλίο τους το 1992.

«Μέχρι τότε, η κατανάλωση εξωτικών ροφημάτων, συνήθως χωρίς ζάχαρη, πραγματοποιούνταν κυρίως σε αριστοκρατικές συναθροίσεις ή σε καφενεία και αίθουσες τσαγιού. Μεγάλο μέρος της αύξησης της κατανάλωσης καφέ στην Αγγλία μεταξύ 1660 και 1700 οφειλόταν στον κεντρικό ρόλο που είχαν αποκτήσει τα καφενεία στην αστική κοινωνική, εμπορική και πολιτική ζωή. Γύρω στο 1700, όμως, η κατανάλωση τσαγιού με ζάχαρη, συνοδευόμενη από άλλα τρόφιμα, το πρωί και αργά το απόγευμα, είχε μετατραπεί σε κεντρική οικιακή τελετουργία στη Βρετανία και σε ορισμένες ακόμη περιοχές της Δυτικής Ευρώπης».

Όταν λοιπόν άρχισε να γενικεύεται αυτή η καθημερινή “τελετουργία”, τότε αυξήθηκε η ζήτηση για τσάι και ζάχαρη σε ολόκληρο τον 18ο αιώνα. «Παράλληλα, δημιούργησε το θεσμικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η συνήθεια της κατανάλωσης τσαγιού με ζάχαρη εξελίχθηκε, έως τα τέλη του αιώνα, σε πραγματικά μαζική καταναλωτική πρακτική, καθώς οι τιμές του τσαγιού συνέχισαν να μειώνονται και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα υιοθέτησαν σταδιακά τη συνήθεια αυτή» αναφέρουν οι Όστεν και Σμιθ.

Συνέχιζαν να κάνουν θραύση

Ωστόσο, ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα είχαν αρχίσει να διατυπώνονται δημόσια προειδοποιήσεις ότι η ζάχαρη προκαλεί βλάβες στα δόντια.

Οι πρώτες δημόσιες προειδοποιήσεις που συνέδεσαν τον ταμπάκο σε μορφή σκόνης (snuff) με καρκινικές αλλοιώσεις εμφανίστηκαν στα μέσα του 18ου αιώνα, δηλαδή σχεδόν 200 χρόνια μετά την ελισαβετιανή εποχή. Ο δρ. Τζον Χιλ από το Λονδίνο, ιατρός, βοτανολόγος και πολυγραφότατος συγγραφέας, ήταν ο πρώτος που υπέδειξε αυτή τη σχέση, το 1761. Στο έργο του Cautions against the Immoderate Use of Snuff («Προειδοποιήσεις κατά της υπερβολικής χρήσης ταμπάκου»), παρουσίασε έξι περιπτώσεις «πολύποδων», τις οποίες συνέδεσε με την υπερβολική χρήση ταμπάκου.

Παρά τις προειδοποιήσεις αυτές, ούτε η ζάχαρη ούτε ο καπνός έχασαν τη δημοτικότητά τους. Η κατανάλωση της ζάχαρης εκτοξεύθηκε τον 18ο αιώνα και έγινε βασικό στοιχείο της ευρωπαϊκής καταναλωτικής κουλτούρας, η οποία, κατά ορισμένους ιστορικούς και ανθρωπολόγους, συνέβαλε ακόμη και στη διαμόρφωση μιας νέας εργατικής κουλτούρας κατανάλωσης.

O ανθρωπολόγος Σίντνει Μίντζ πίστευε ότι ήταν ακριβώς μέσω αυτών των αρνητικών διατροφικών τους ιδιοτήτων που η «ζάχαρη και άλλες ναρκωτικές τροφές» συνέβαλαν στην εκβιομηχάνιση. «Τρέφοντας, χορταίνοντας -και, πράγματι, ναρκώνοντας- τους εργάτες της γεωργίας και των εργοστασίων, [τα προϊόντα αυτά] μείωσαν δραστικά το συνολικό κόστος δημιουργίας και αναπαραγωγής του μητροπολιτικού προλεταριάτου».

*Στην κύρια φωτογραφία: Ψηφιακή σύνθεση βασισμένη στο «Darnley Portrait» της Ελισάβετ Α΄ (περ. 1575), στον πίνακα The Ricotta Eaters του Vincenzo Campi (περ. 1580–1585) και σε χαρακτική που απεικονίζει Αφρικανούς σκλάβους να επιβιβάζονται σε πλοίο δουλεμπόρων (Πηγή: Wikimedia Commons)

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

«Καλύτερα να εξαφανιστείτε» - Σκληρή συμβουλή σε Χάρι και Μέγκαν μετά από ακόμη ένα φιάσκο

Μετά την εισπρακτική αποτυχία του ντοκιμαντέρ των Χάρι και Μέγκαν Cookie Queens, βασιλικοί συντάκτες και επικοινωνιολόγοι τους καλούν να βάλουν φρένο

Τελικά ό,τι αγγίζουν ο πρίγκιπας Χάρι και η σύζυγός του Μέγκαν Μαρκλ δεν γίνεται χρυσός.

Το πρώτο τους εγχείρημα ως εκτελεστικοί παραγωγοί στη μεγάλη οθόνη, το ντοκιμαντέρ Cookie Queens —το οποίο παρακολουθεί τέσσερα κορίτσια των Girl Scouts κατά τη διάρκεια της απαιτητικής περιόδου πώλησης μπισκότων— σημείωσε απογοητευτική πορεία στις αίθουσες.

Η ταινία, που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Sundance, κυκλοφόρησε στις 7 Αυγούστου σε περιορισμένο αριθμό αιθουσών, συγκεντρώνοντας μόλις $735 ανά οθόνη και κάνοντας άνοιγμα στη 15η θέση του αμερικανικού box office.

Μέχρι στιγμής, οι συνολικές εισπράξεις στις ΗΠΑ αγγίζουν μόλις τις $513.148, προκαλώντας νέο πονοκέφαλο στο ζευγάρι.

Σκληρή κριτική

Μετά τη διακοπή των συμφωνιών τους με το Spotify το 2023 και το Netflix, το ζευγάρι των Σάσεξ πρέπει να «αλλάξει άμεσα τη στρατηγική του» είπε η βασιλική αναλύτρια Κίνσεϊ Σόφιλντ στο Page Six.

«Θα τους συμβούλευα να εξαφανιστούν επαγγελματικά για ένα διάστημα, να μειώσουν δραστικά τον αριθμό των ανακοινώσεων και να βρουν ένα πραγματικά ελκυστικό project συνεργαζόμενοι με έμπειρους ανθρώπους που ξέρουν πώς να το υλοποιήσουν», συμβουλεύει η Σόφιλντ.
 

«Μπορούν να σώσουν τη φήμη και μπράντα τους -αλλά δεν νομίζω ότι θα το καταφέρουν με ακόμη ένα rebranding ή μια λαμπερή καμπάνια προβολής. Συνιστώ το αντίθετο: λιγότερα λόγια, λιγότερες ανακοινώσεις και περισσότερη ουσία και πράξεις».

Σύμφωνα με την ίδια, το πρόβλημα έγκειται στην προσπάθεια της Μέγκαν Μαρκλ να εδραιωθεί ταυτόχρονα σε πολλαπλούς τομείς —από podcasts και εκπομπές μαγειρικής μέχρι το brand As Ever.

«Όταν προσπαθείς να επιβληθείς σε πολλές κατηγορίες ταυτόχρονα, καταλήγεις να μην έχεις εκτοπίσμα σε καμία. Διάλεξε έναν δρόμο, γίνε καλός σε αυτόν και άφησε την επιτυχία να χτίσει ξανά την αξιοπιστία σου».

Όχι άλλη γκρίνια για το Παλάτι

Η Σόφιλντ σημείωσε επίσης ότι το κοινό έχει κουραστεί από την ανακύκλωση των παραπόνων τους για τη βασιλική οικογένεια.

«Υπάρχουν όρια στο πόσες φορές μπορείς να εξηγήσεις στο κοινό γιατί έφυγες από τη βασιλική οικογένεια», τόνισε, προσθέτοντας πως δεν είναι σύμπτωση η εκ νέου προσπάθεια προσέγγισης με τον Βασιλιά Κάρολο, καθώς η ρήξη έχει μετατραπεί σε επαγγελματικό βαρίδι.

Παρά την εμπορική αποτυχία, ο 41χρονος Χάρι και η 45χρονη Μέγκαν εθεάθησαν πρόσφατα σε φιλανθρωπικό γκαλά στον Καναδά, με τη Μέγκαν Μαρκλ να φορά τα εμβληματικά σκουλαρίκια της πριγκίπισσας Νταϊάνα —αποδεικνύοντας ότι, παρά τις επαγγελματικές καταιγίδες, το ζευγάρι συνεχίζει να περιοδεύει σε κοσμικές συναντήσεις.

 
 
 

ΗΠΑ - Το 1/4 του πλούτου των δισεκατομμυριούχων το κατέχουν μετανάστες

Σύμφωνα με τη λίστα του Forbes για το 2026, 144 δισεκατομμυριούχοι στις ΗΠΑ είναι μετανάστες και συγκεντρώνουν περιουσία 2,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων - αύξηση κατά σχεδόν 70% σε σχέση με πέρυσι

Χώρα μεταναστών και μαγνήτης για την επιχειρηματικότητα εξακολουθούν να είναι οι ΗΠΑ, με το «αμερικανικό όνειρο» να παραμένει ισχυρό κίνητρο για όσους τις επιλέγουν ως δεύτερη πατρίδα τους, παρά την ακραία ρητορική εναντίον τους.

Σύμφωνα με την επικαιροποιημένη λίστα του Forbes για το 2026, 144 δισεκατομμυριούχοι στις ΗΠΑ σε σύνολο 989 είναι γεννημένοι σε άλλη χώρα και συγκεντρώνουν περιουσία 2,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων – αύξηση κατά σχεδόν 70% σε σχέση με πέρυσι.

Το συνολικό ποσό της περιουσίας τους αντιστοιχεί στο 1/4 του πλούτου που συγκεντρώνουν όλοι οι δισεκατομμυριούχοι στις ΗΠΑ. Με βάση την κατάταξη του 2025, οι δισεκατομμυριούχοι μετανάστες ήταν 125 και κατείχαν συνολική περιουσία 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Οι δισεκατομμυριούχοι μετανάστες στις ΗΠΑ έφτασαν να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 15% του συνόλου της κατηγορίας των υπερπλουσίων. Μάλιστα, τρεις από τους δέκα πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο είναι μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το «αμερικανικό όνειρο» παραμένει ισχυρό κίνητρο για όσους μεταναστεύουν στις ΗΠΑ, παρά την ακραία ρητορική εναντίον τους

 

Ανάμεσά τους, ο γεννημένος στη Νότια Αφρική Έλον Μασκ (τον Ιούνιο έγινε για λίγο ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος στον κόσμο), ο συνιδρυτής της Google, Σεργκέι Μπριν, και ο συνιδρυτής της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ. Οι τρεις τους αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% του συνολικού πλούτου των δισεκατομμυριούχων μεταναστών.

Δείτε όλη τη λίστα του Forbes ΕΔΩ.

Μετανάστες δισεκατομμυριούχοι: Στην κορυφή η Ινδία ως χώρα καταγωγής

Οι δισεκατομμυριούχοι των ΗΠΑ που γεννήθηκαν στο εξωτερικό προέρχονται από 45 χώρες και εδάφη, έναντι 42 το 2025. Όπως αναφέρει το Forbes, η Αϊτή, οι Φιλιππίνες, η Πολωνία και η Ισπανία εκπροσωπούνται πλέον στη λίστα.

Η Γουατεμάλα, ωστόσο, είδε τον μοναδικό υπερπλούσιο μετανάστη της, τον συνιδρυτή της Duolingo, Λουίς φον Αν, να βγαίνει από τη λέσχη των δισεκατομμυριούχων (three-comma-club) εν μέσω πτώσης της μετοχής.

Από την άλλη, η Ινδία είναι για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά η χώρα καταγωγής των περισσότερων δισεκατομμυριούχων μεταναστών στις ΗΠΑ. Πλέον φτάνουν τους 19 σε σχέση με 12 το 2025, χάρη σε νέους εισερχόμενους, όπως ο επενδυτής επιχειρηματικών κεφαλαίων Χέμαντ Τανέτζα, οι συνιδρυτές της εταιρείας ημιαγωγών Astera Labs, Σάντζεϊ Γκατζέντρα και Τζιτέντρα Μόχαν, καθώς και ο διευθυντής τεχνολογίας της Palantir, Σιάμ Σάνκαρ.

Στην πραγματικότητα, η Ινδία αποτελεί τη μόνη χώρα που ανέδειξε περισσότερους από έναν νεοεισερχόμενους φέτος, πέραν των πέντε που υποδέχτηκε πέρυσι. Το Ισραήλ και η Ταϊβάν ακολουθούν για άλλη μια φορά με 11 η καθεμία.

Χώρα ευκαιριών

Πάντως, για μερικούς από τους πλουσιότερους μετανάστες της Αμερικής, η παραμονή στις ΗΠΑ δεν ήταν στο αρχικό σχέδιο. «Ολοκλήρωσα τις προπτυχιακές μου σπουδές στην Ινδία και ήρθα εδώ για να κάνω το μεταπτυχιακό μου, και το σχέδιό μου ήταν στην πραγματικότητα να έρθω στις ΗΠΑ, να πάρω το πτυχίο μου, ίσως να δουλέψω για πέντε χρόνια και μετά να επιστρέψω στη χώρα μου», λέει ο Μόχαν. «Όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο, εκτός από το τελευταίο κομμάτι. Έτσι, βρίσκομαι εδώ 32 χρόνια», προσθέτει.

Όπως λένε πολλοί από τους μετανάστες δισεκατομμυριούχους των ΗΠΑ, η δυνατότητα να ιδρύσεις τη δική σου εταιρεία και να κυνηγήσεις το αμερικανικό όνειρο παραμένει τόσο ισχυρή όσο ήταν πάντα.

«Ήταν ένα ταξίδι που ξεκίνησε με την άφιξή μου στις ΗΠΑ, τότε που ήμουν γεμάτος μεγάλα όνειρα. Για μένα, ο στόχος ήταν πάντα να ιδρύσω τη δική μου εταιρεία», λέει ο Γκατζέντρα, συνιδρυτής της Astera Labs μαζί με τον Μόχαν.

Από την πλευρά του ο γεννημένος στην Ιορδανία Αμτζάντ Μασάντ, συνιδρυτής της νεοφυούς εταιρείας προγραμματισμού Replit (γνωστή για το vibe coding), προσθέτει: «Η Αμερική εξακολουθεί να προσφέρει πολλές ευκαιρίες, είναι μία από τις πιο δυναμικές αγορές και ένας από τους πιο καινοτόμους τόπους».

Να σημειωθεί ότι από τη λίστα της Forbes εξαιρούνται οι Αμερικανοί πολίτες που γεννήθηκαν στο εξωτερικό και ζουν εκτός της χώρας. Οι καθαρές περιουσίες αναφέρονται σε καταγραφή της 8ης Ιουλίου 2026.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Πώς η μαφία έχτισε το Χόλιγουντ – Αλ Καπόνε, Νονός και οι σκοτεινές ρίζες της μεγάλης οθόνης

Από την εποχή του Τόμας Έντισον μέχρι τον Νονό του Κόπολλα, η Μαφία είχε το Χόλιγουντ πάντα δικό της αποκαλύπτει το νέο ντοκιμαντέρ Hollywood Crime Story: The Mob Takes Over the Movies

«Από την ίδρυση του Χόλιγουντ, η μαφία ήταν εκεί». Με αυτή τη διαπίστωση, ο Τομ Πάτερσον, παραγωγός και σκηνοθέτης της νέας σειράς ντοκιμαντέρ τριών επεισοδίων Hollywood Crime Story: The Mob Takes Over the Movies, συμπυκνώνει την ουσία του εγχειρήματος.

Η σχέση του οργανωμένου εγκλήματος με την κινηματογραφική βιομηχανία προηγείται μάλιστα της δημιουργίας του ίδιου του Χόλιγουντ, καθώς ήταν παρούσα ήδη από τη γέννηση του μέσου.

Όταν ο εφευρέτης Τόμας Έντισον χρησιμοποίησε μισθωμένους μπράβους εναντίον των ανταγωνιστών —στην πλειονότητά τους Εβραίοι επιχειρηματίες από την ανατολική ακτή— για να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στην πρώιμη τεχνολογία των κινηματογραφικών ταινιών, τους ανάγκασε σε φυγή προς τη δύση.

Εκεί όπου ίδρυσαν την πόλη και το σύστημα των στούντιο που έμελλε να γίνουν συνώνυμα με τον κινηματογράφο όπως τον γνωρίζουμε, το Χόλιγουντ.

Την ίδια ακριβώς περίοδο, στην άλλη πλευρά της χώρας, η ποτοαπαγόρευση δημιούργησε μια «εγκληματική» οικονομία που οδήγησε στην άνοδο ισχυρών συνδικάτων: της οργάνωσης The Outfit στο Σικάγο και της Μαφίας στη Νέα Υόρκη.

Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να συγκρουστούν και να αναμειχθούν αυτοί οι δύο κόσμοι σημειώνει ο The Guardian.

Συνδυάζοντας αρχειακό υλικό και συνεντεύξεις ειδικών, το ντοκιμαντέρ καταγράφει την αλληλένδετη σχέση της μαφίας και του σινεμά από την ανάπτυξη του κινηματογράφου έως το 1990, όταν οι ταυτόχρονες κυκλοφορίες των ταινιών O Νονός 3 (The Godfather Part III) και Τα Καλά Παιδιά (Goodfellas) έβαλαν, σύμφωνα με τον Πάτερσον, ένα «ωραίο επίλογο» σε αυτή την εποχή του Χόλιγουντ.

Ο Αλ Καπόνε, ο «Μπάγκσι» Σίγκελ και οι άλλοι

Το πρώτο επεισόδιο της σειράς καλύπτει την περίοδο από την αυγή της κινούμενης εικόνας έως τη δεκαετία του 1960. Πρόκειται για μια εποχή που σημαδεύτηκε από την άνοδο του διαβόητου αρχηγού του Σικάγου, Αλ Καπόνε.

Ο Καπόνε έστειλε έναν από τους υφισταμένους του, τον Τζόνι Ροσέλι, στη Δύση για να εξερευνήσει νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες.

Ο Αλ Καπόνε έγινε ένα από τα πρώτα πραγματικά αφεντικά του Χόλιγουντ με τον «όμορφο Τζόνι» να είναι ο άνθρωπος του στη μητρόπολη του αμερικανικού κινηματογράφου.

Ο Ροσέλι βρήκε ένα Χόλιγουντ έτοιμο για εκμετάλλευση και εδραιώθηκε γρήγορα ανάμεσα στους κορυφαίους αστέρες και τα αδίστακτα στελέχη των στούντιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρι Κον, του σκληρού συνιδρυτή και προέδρου της Columbia Pictures.

Ο Ροσέλι, ο «όμορφος Τζόνι», γκάνγκστερ της μαφίας του Σικάγου, δολοφόνος και εκβιαστής, που διέπραξε τον πρώτο του φόνο το 1922, μόλις στα 17 του, ήταν και ο άνθρωπος που μαζί με τον Καπόνε και τον Φρανκ Νίτι κατέστρωσε σχέδιο για να εκμεταλλευτούν το συνδικάτο της Διεθνούς Συμμαχίας Υπαλλήλων Θεατρικής Σκηνής, τοποθετώντας δικούς τους ανθρώπους σε θέσεις επιρροής.

Το κόλπο ήταν να απειλούν τα στούντιο με απεργίες, στοχεύοντας στην απόσπαση χρημάτων για προστασία. Το πέτυχαν. Τα τέσσερα μεγάλα στούντιο -20th Century Fox, Warner Bro, MGM και Paramount Pictures- πλήρωσαν το καθένα από 500.000 δολάρια για να αποφύγουν τις απεργίες.

YouTube thumbnail

Επιπλέον, χάρη σε ένα δάνειο μισού εκατομμυρίου δολαρίων από τον Ροσέλι, ο Κον εδραιώθηκε ως απόλυτο αφεντικό στην Columbia, δίνοντας έτσι στη μαφία τα πρώτα της ουσιαστικά ποσοστά σε ένα από τα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο.

Παράλληλα, το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει τη σύντομη αλλά επεισοδιακή επίσκεψη του Αλ Καπόνε στο Χόλιγουντ, καθώς και την αρχικά εχθρική αλλά τελικά θετική αντιδρασή του στην ταινία Σκάρφεϊς (Scarface) του 1932, η οποία ήταν χαλαρά βασισμένη στη ζωή του.

Παράλληλα, γνωρίζουμε τον γοητευτικό αλλά εκρηκτικό γκάνγκστερ Μπέντζαμιν «Μπάγκσι» Σίγκελ, που συνεργαζόταν με την οικογένεια του εγκλήματος Τζενοβέζε -μια από τις πέντε οικογένειες που κυριαρχούσαν στις δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος στη Νέα Υόρκη σαν μέρος της μαφίας.

Ηγέτης της Εταιρείας Δολοφόνων, της οργάνωσης εκτελεστών του Μέγιερ Λάνσκι και του Εθνικού Συνδικάτου Εγκλήματος του Τσαρλς «Λάκι» Λουτσιάνο, ο Σίγκελ ήταν αρχετυπικός γκάγκστερ της γενιάς του στο Χόλιγουντ

Ο Σίγκελ ήταν γνωστός ως αδίστακτος με τους συνεργάτες του και ως ένας από τους πιο «κακόφημους και επίφοβους γκάνγκστερ της εποχής του».

Όμορφος και χαρισματικός, έγινε ένα από τους πρώτους γκάνγκστερ-διασημότητες που φιγούραραν στα πρωτοσέλιδα, έγινε κινητήρια δύναμη πίσω από την ανάπτυξη του Λας Βέγκας με την δημιουργία του καζίνο Φλαμίνγκο και κομμάτι της ελίτ στη βιομηχανία του θεάματος.

Δίπλα του εμφανίζεται ο υφιστάμενός του και μετέπειτα αντικαταστάτης του στον έλεγχο της νύχτας και της παρανομίας στο Λος Άντζελες, ο βάναυσος Μίκι Κόεν, ο οποίος ξεκίνησε την εγκληματική του πορεία σε ηλικία μόλις εννέα ετών ληστεύοντας έναν κινηματογράφο.

Στην ιστορία εμπλέκεται και ο βίαιος προστατευόμενος του Κόεν, Τζόνι Στομπανάτο, ο οποίος διατηρούσε δεσμό με τη σταρ του σινεμά Λάνα Τάρνερ και τελικά μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου από την έφηβη κόρη της.

Λάνα Τάρνερ και Τζόνι Στομπανάτο

Το ντοκιμαντέρ κάνει ιδιαίτερη αναφορά στους διεφθαρμένους συνδικαλιστές που τοποθέτησε η μαφία επικεφαλής στα ισχυρά σωματεία IATSE (τεχνικοί θεάματος) και Teamsters (οδηγοί).

Μεταξύ των αποκαλυπτικών ιστοριών είναι η εντολή των αρχηγών της μαφίας για τη δολοφονία του προέδρου του Σωματείου Ηθοποιών (SAG), Τζέιμς Κάγκνεϊ, όταν εκείνος αρνήθηκε να τους παραδώσει το σωματείο —μια εκτέλεση που ακυρώθηκε μόνο όταν ο πρωταγωνιστής του Σκάρφεϊς, Πολ Μούνι, ζήτησε από τον Αλ Καπόνε να παρέμβει.

Από την Κόζα Νόστρα στην Κόσερ Νόστρα

Αν και οι περισσότεροι από αυτούς τους βίαιους χαρακτήρες είχαν βίαιο τέλος, το κενό εξουσίας καλύφθηκε γρήγορα. Το δεύτερο επεισόδιο του Hollywood Crime Story εξελίσσεται από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Όπως εξηγεί ο Πάτερσον «το οργανωμένο έγκλημα έγινε ακόμη πιο ενεργό στο Χόλιγουντ, πιο κομμάτι του από ποτέ, αλλά με τρόπους που ήταν πλέον αποδεκτοί από το κατεστημένο».

Σε μία από τις πιο δυνατές στιγμές της σειράς, ο Τομ Μάουντ, άλλοτε πρόεδρος της Universal Studios, περιγράφει τη συμμετοχή του σε μια συνάντηση στην οποία προήδρευαν ο σκηνοθέτης Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο πανίσχυρος μάνατζερ Λιου Γουάσερμαν —του οποίου το πρακτορείο MCA εδραιώθηκε με την άμεση υποστήριξη του Αλ Καπόνε—, ο πρώην μαφιόζος και παράγοντας του Λας Βέγκας Μο Ντάλιτζ, και ο δικηγόρος Σίντνεϊ Κόρσακ, ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες στο Χόλιγουντ λόγω της μεγάλης πελατείας που διέθετε στη μαφία.

YouTube thumbnail

Ο Μάουντ θυμάται να ακούει αυτούς τους άνδρες να «μοιράζουν» και να κομματιάζουν περιοχές του Χόλιγουντ για τους εαυτούς τους.

Ο Γουάσερμαν και ο Κόρσακ ήταν δύο από τις κεντρικές φιγούρες αυτής της περιόδου, καθώς βρίσκονταν στην καρδιά μιας ομάδας Εβραίων γκάνγκστερ και επιχειρηματιών γνωστής ως Supermob ή Kosher Nostra.

Το Supermob διοικούσε κάθε πτυχή του Χόλιγουντ —από το κάστινγκ και τη χρηματοδότηση μέχρι τα συνδικάτα— αλλά και ανεπίσημες, παρασκηνιακές συμφωνίες, όπως η διαπραγμάτευση για την απελευθέρωση του απαχθέντος γιου του Φρανκ Σινάτρα.

«Εκεί που η μαφία χρησιμοποίησε κάποτε τη βία για να ασκήσει έλεγχο, αυτές οι νέες φιγούρες χρησιμοποίησαν την αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου ως όπλο» συνοψίζει ο αφηγητής του ντοκιμαντέρ Τζεφ Ρέχνερ.

Νονός, το ορόσημο

Με τη μαφία να ορίζει πλέον με κάθε επισημότητα το παιχνίδι της βιομηχανίας του θεάματος χωρίς να αφήνει πτώματα πίσω της, ο Νονός, η πιο εμβληματική ταινία για το οργανωμένο έγκλημα όλων των εποχών παίρνει το πράσινο φως.

Υπό την καθοδήγηση του προστατευόμενου του Κόρσακ και αντισυμβατικού προέδρου της Paramount Pictures, Ρόμπερτ Έβανς, με μυστική χρηματοδότηση εν μέρει από τον τραπεζίτη της μαφίας και του Βατικανού Μικέλε Σιντόνα, και με την ανεπίσημη έγκριση του αρχηγού του εγκλήματος και ακτιβιστή ιταλικών δικαιωμάτων Τζο Κολόμπο  —ο οποίος πυροβολήθηκε κατά τη διάρκεια δημόσιας ομιλίας ενώ η ταινία ήταν σε παραγωγή—, η τεράστια επιτυχία του Νονού αναδιαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν τόσο οι κινηματογραφιστές όσο και οι εγκληματίες.

«Όταν βγήκε ο Νονός, οι μαφιόζοι προσπαθούσαν να κρατούν χαμηλό προφίλ. Μετά βλέπουν αυτή τη μεγαλειώδη, υπέροχη, παλαιάς κοπής απεικόνιση και σκέφτονται: “Θέλω να ζω έτσι”. Αρχίζεις να ακούς ιστορίες για πιο εκδηλωτικές, σχεδόν θεατρικές συμπεριφορές  —το φιλί στο δαχτυλίδι του αρχηγού, οι μεγαλοπρεπείς γάμοι, οι ψιθυριστές συναντήσεις, οι κωδικές ονομασίες» επισημαίνει ο Πάτερσον.

YouTube thumbnail

Βέβαια αυτή η ανανεωμένη προσοχή και το υψηλό προφίλ κόστισαν τις ζωές σε αρκετούς από τους παράγοντες αυτής της συνθήκης. Όμως, ακόμα και όταν αυτή, η δεύτερη πλέον γενιά μαφιόζων που εξουσίαζαν το Χόλιγουντ αποκαλύφθηκε ή εκτελέστηκε, είχε κατάφερει να ανασχηματίσει το μέλλον της ψυχαγωγίας.

«Πιέζοντας μέχρι εξαντλήσεως το ποιοτικό σινεμά και μεταμορφώνοντας την οικονομία των στούντιο, ο Κόρσακ και το Supermob ενδέχεται να έθεσαν ασυνείδητα τις βάσεις για την εποχή των blockbuster» λέει ο σκηνοθέτης και παραγωγός του ντοκιμαντέρ.

Πορνό, κοκαΐνη, ξέπλυμα

Η εποχή των blockbuster ανέτειλε την επόμενη δεκαετία, παράλληλα με την διαβόητη «αδελφή» βιομηχανία του mainstream σινεμά: την πορνογραφία.

Στο τρίτο επεισόδιο το ντοκιμαντέρ Hollywood Crime Story: The Mob Takes Over the Movies εξερευνά πώς φιγούρες που συνδέονταν με τη μαφία, όπως ο Λούις «Μπούτσι» Περάινο, διοχέτευσαν τα χρήματα που έβγαλαν από την παραγωγή πορνογραφικών ταινιών στην αγορά και διανομή νόμιμων ταινιών -όπως το Frankenstein του Άντι Γουόρχολ, Ο κίτρινος πράκτωρ του Χονγκ Κονγκ (Enter the Dragon)  με τον Μπρους Λι, το Dark Star και Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι (The Texas Chainsaw Massacre).

Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησαν ένα πρώιμο μοντέλο ανεξάρτητης κινηματογραφικής παραγωγής που είδαμε να απογειώνεται τη δεκαετία του ’90.

Παράλληλα με την πορνογραφία, η άλλη μεγάλη πηγή εσόδων για τους γκάνγκστερ του Χόλιγουντ ήταν η κοκαΐνη -το αγαπημένο ναρκωτικό της ελίτ της πόλης.

YouTube thumbnail

Ο Ρόμπερτ Έβανς και η πτώση του βρίσκονται στο επίκεντρο αυτού του επεισοδίου, ιδιαίτερα η εμπλοκή του στη καταστροφική παραγωγή του ιστορικού εγκληματικού δράματος Κότον κλαμπ (The Cotton Club) το 1984.

Θέλοντας μαζί με τον συνεργάτη του, τον σκηνοθέτη του Νονού Φράνσις Φορντ Κόπολα, να επαναλάβουν την ίδια επιτυχία, ο ισχυρός άνδρας της Paramount Pictures και άνθρωπος του συνδικάτου του εγκλήματος Έβανς πήρε την απεγνωσμένη απόφαση να εξασφαλίσει χρηματοδότηση συνεργαζόμενος με δύο μέλη του καρτέλ κοκαΐνης της Φλόριντα.

Η μεταγενέστερη διαμάχη μεταξύ τους οδήγησε σε μια ευρέως δημοσιοποιημένη δίκη για φόνο που διέλυσε ό,τι είχε απομείνει από τη φήμη του Έβανς -τουλάχιστον μέχρι την απρόσμενη επανεφεύρεση της καριέρας του 20 χρόνια μετά.

Διαρκές, συμβιωτικό πλέγμα

Αυτές οι ιστορίες είναι μόνο ένα δείγμα όσων καλύπτονται στο Hollywood Crime Story, το οποίο, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης, μόλις που ξύνει την επιφάνεια.

Εμπνευσμένος από άλλα αντίστοιχα ντοκιμαντέρ για τις σχέσεις της Μέριλιν Μονρόε και του Έλβις Πρίσλεϊ με τη μαφία, ο Πάτερσον διαπίστωσε ότι μόλις αρχίζεις να εμβαθύνεις, εμφανίζεται η μία ιστορία μετά την άλλη.

YouTube thumbnail

«Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν να αποφασιστεί τι θα κρατήσουμε και τι θα πετάξουμε σε αυτά τα τρία επεισόδια» λέει για το εγχείρημα που ολοκλήρωσε με τη συνδρομή μιας έμπειρης ομάδας μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Από ιστορικούς της μαφίας —όπως η Κλερ Γουάιτ, διευθύντρια εκπαίδευσης στο Mob Museum του Λας Βέγκας, και ο συγγραφέας Γκας Ρούσο— καθώς και ανθρώπους που γνωρίζουν τις δυναμικές στο Χόλιγουντ όπως ο Τζόναθαν Κουντς και η Κριστίνα Νιούλαντ.

Το ντοκιμαντέρ, γράφει ο The Guardian, καταφέρνει να είναι όχι μόνο μια ανάλαφρη, αλλά με βάθος πληροφορίας, άρτια ερευνητική ματιά πίσω από την αυλαία του Χόλιγουντ, αλλά και μια κριτική του ίδιου του είδους της μαφιόζικης ταινίας, της εξέλιξής του από την εποχή του βωβού κινηματογράφου έως την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα.

μαφία χόλιγουντ

Ο Πάτερσον εξηγεί την απόφασή του να τελειώσει το 1990 ρωτώντας: «Υπήρξε κάποια πραγματικά σπουδαία γκανγκστερική ταινία από την εποχή του Goodfellas; Είτε τείνουν να επιστρέφουν στο παρελθόν, είτε προβάλλονται στην τηλεόραση».

Ανεξάρτητα από τη γνώμη κάποιου για τον μαφιόζικο κινηματογράφο μετά το 2000, ο Πάτερσον σημειώνει ότι «το οργανωμένο έγκλημα στο Χόλιγουντ κυμαίνεται σήμερα από Ουκρανούς μαφιόζους που αναλαμβάνουν υπηρεσίες streaming έως αφρικανικές συμμορίες που διαχειρίζονται πειρατικές κόπιες, κ.λπ., κ.λπ. Η εξουσία στο Χόλιγουντ πλέον δεν είναι συγκεντρωμένη σε λίγους» λέει.

Ωστόσο, όσο διάχυτη κι αν είναι η επίδραση του οργανωμένου εγκλήματος στη βιομηχανία στη σημερινή ψηφιακή εποχή, η σχέση παραμένει συμβιωτική: οι ταινίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τον τρόπο που σκέφτονται και δρουν οι γκάνγκστερ, και το αντίστροφο, στο διηνεκές.