ενημέρωση 4:43, 5 June, 2020

να μην χάσουμε τον εαυτό μας

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Παρασυρμένοι στη δίνη της καθημερινότητας, μπουκωμένοι εδώ και πλέον από δέκα χρόνια από δυσάρεστες ειδήσεις, σε σύγκρουση σφοδρή και ακατάπαυστη με το κακό που επελαύνει μέσα μας και γύρω μας, με τα Μαύρο μας το χάλι, με τους ανάξιους πολιτικούς και με τις αυτοκτονικές δικές μας έξεις, πανικόβλητοι μπροστά στον κίνδυνο μίας οριστικής καταστροφής -άτακτη οπισθοχώρηση διάλυση του κοινωνικού ιστού, εμφύλιος- ενθουσιασμένοι κάποιοι στην προοπτική μιας επανάστασης η οποία θα ξεριζώσει ό,τι παλιό και ό,τι σάπιο, παραζαλισμένοι εν ολίγοις σαν τον πυγμάχο που τον έχουν αλαλιάσει στο μπουνίδι ή σαν τον έφηβο που το έχει σκάσει απ’ το σχολείο κι έχει μεθύσει με ούζο μέσα στο λιοπύρι, κοντεύουμε να χάσουμε τον εαυτό μας.

Τι είναι ο εαυτός του καθενός;

Ένα κουκούλι είναι, υφασμένο με τις πιο ετερόκλητες κλωστές. Με τις μουσικές που μας έχουν μαγέψει, με τις ταινίες που πλάνα τους προβάλλονται συχνά-πυκνά στο εσωτερικό τοίχωμα του κρανίου μας, με τις υπογραμμισμένες φράσεις των βιβλίων και με τα ποιήματα που διαβάζοντάς τα ξανά και ξανά, φτάσαμε να τα μάθουμε απέξω. «...Γύφτισσες ήρθανε ντυμένες φανταχτερά γιορτής φουστάνια, γύφτισσες ήρθαν και κρεμάνε χοντρά γυαλιστερά γιορντάνια, με κόκκινα φορέματα ήρθαν, με κίτρινα μακριά μαντήλια, ω λάγνα μάτια, ω κόρφοι, ω χείλια!...»

Ένα κουβάρι είναι ο εαυτός μας από αναμνήσεις.

Σαν σύμπλεγμα άστρων λάμπουν οι πρώτες μας φορές. Η πρώτη φορά που βούτηξα και τσάκωσα έναν αστερία στη ρηχή θάλασσα του Σχοινιά - πώς κούναγε τα εκατοντάδες ποδαράκια του, αιχμάλωτος μέσα στην παιδική μου μάσκα, πριν τον πετάξω πίσω στο νερό. Η πρώτη φορά που άναψα πούρο, στα δεκαπέντε, κι αμάθος ρούφηξα τον καπνό κι αισθάνθηκα τα σωθικά μου να γίνονται χαμάμ για το χαρέμι του Σουλτάνου. Η πρώτη φορά που τη φίλησα -σαν να απασφάλισε, ένιωσα, όλο μου το είναι για να επελάσει καταπάνω της- «θα φάω χαστούκι, δεν θα φάω, θα φάω, δεν θα φάω» μάδησα εντός δευτερολέπτων την εσωτερική μου μαργαρίτα – το έφαγα εν τέλει το χαστούκι, μα από τη γλώσσα της... Η πρώτη φορά που βυθίστηκα μέσα της, άλλο κορίτσι ήταν -πράγματι- κι εγώ όμως άλλος ήμουν, άλλος είχα γίνει, κι ας παραμέναμε κι οι δυο μας ίδιοι κι απαράλλακτοι απ’ το ξημέρωμα του κόσμου... Η πρώτη φορά που τον πήρα στην αγκαλιά μου -ζύγιζε τρεισήμισι, μετά βίας, κιλά- είχα ξυριστεί κόντρα για να ακουμπήσω το μάγουλό μου στο δικό του, τον έβγαλα στο μπαλκόνι του μαιευτηρίου και του έδειξα τον ήλιο...   

Σαν άσπρα βότσαλα -το λευκό του θανάτου- φέγγουν οι τελευταίες μας φορές. Η τελευταία φορά που την είδα, στο ψυγείο του νοσοκομείου. Ήταν πάνω σε ένα φορείο, τυλιγμένη με ένα σεντόνι, μα είχε τη γνωστή έκφραση που έπαιρνε όταν κάτι την προβλημάτιζε – «καλά τα κατάφερες, μαμά!» την καθησύχασα και της χάιδεψα το παγωμένο μέτωπο. (Στην κηδεία της την είχαν μακιγιάρει, έμοιαζε με ωραιότατη πλην κέρινη κούκλα.) Η τελευταία φορά που τον είδα -παχουλό και ροδοκόκκινο, με μια σταγόνα μητρικό γάλα στα χείλη- ανυποψίαστο ότι το πέρασμά του απ’ τη ζωή θα ήταν τόσο σύντομο και η χαρακιά που θα άφηνε τόσο βαθιά...

Υπήρξαν κι άλλοι, απείρως πιο ανώδυνοι, συχνά δε και λυτρωτικοί θάνατοι: Όποτε έκλεινε πίσω μου η πόρτα κάποιας σχέσης κι έβγαινα ξανά στο σεργιάνι κι αισθανόμουν σαν τον γάτο στα κεραμίδια, με το νυχτερινό αγιάζι να μου παγώνει το πρόσωπο μα την καρδιά μου να χτυπάει στη διαπασών, με την ακράδαντη πεποίθηση ότι μπροστά μου ανοίγονται οι πιο λαχταριστές ευκαιρίες, ότι με περιμένουν οι πιο συναρπαστικές περιπέτειες... Υπήρξαν οι φίλοι που τσακωθήκαμε οριστικά και τα στέκια μας που κατέβασαν ρολά. Το Ζαχαροπλαστείο του Βάρσου ή το «Milky Way» στη Κασαβέτη, το «Rock’n’Roll», το «Edelweiss» στην πλατεία Κεφαλαρίου και το «Casablanca» στα Φηρά της Σαντορίνης, που τα σκέπασε η θάλασσα... 

Κι αν σκίσεις το κουκούλι, κι αν ξετυλίξεις το κουβάρι του εαυτού σου, τι θα βρεις στο κέντρο του; Ίσως την πιο αρχέγονή σου ανάμνηση -το κολύμπι στη μήτρα- ίσως την πρώτη σου ανάσα και κραυγή ταυτόχρονα, όταν σε τράβηξαν στον κόσμο. Ίσως και κάτι απείρως αρχαιότερο: Μια κυτταρική σφραγίδα, μια γονιδιακή πληροφορία, της οποίας εσύ -και όλοι όσοι προηγήθηκαν και όσοι θα σε ακολουθήσουν- είστε απλώς οι κομιστές, οι αναλφάβητοί της ταχυδρόμοι... Πιθανόν όμως τίποτα απολύτως να μη βρίσκεται στον πυρήνα μας. Διόλου δεν αποκλείεται το κουκούλι, το κουβάρι, να πλέκονται γύρω από το κενό. Όπως οι ιστορίες που ξεκινούν με το «μια φορά κι έναν καιρό...», με τον αφηγητή τους να αυτοσχεδιάζει, μην έχοντας ιδέα πού και γιατί θα καταλήξει. Δεν έχει δα και τόση σημασία. Το ζήτημα είναι να κρατήσουμε τον εαυτό μας.

Εάν δείτε λοιπόν κάποιο πρωί έναν τύπο να περπατάει μέσα στα στενά της Κηφισιάς να ψευτοτραγουδάει πότε Τσιτσάνη και πότε Amy Winehouse, πότε -χωρίς προφανή λόγο- να βουρκώνει και πότε να γελάει τρανταχτά, πότε να περπατάει αργά, ρεμβαστικά, και πότε να τρέχει με ένα αόρατο τόμιγκαν στα χέρια -όπως οι παιδικοί του ήρωες στις γκανγκστερικές ταινίες- μην τον διακόψετε, παρακαλώ, για να τον ενημερώσετε τι ανοησία έκανε ξανά σήμερα ο Γ. Θωμάκος ή τι κουταμάρα έκανε πάλι ο Αυλίτης.

Εγώ θα είμαι που θα προσπαθώ να μη χάσω τον εαυτό μου. Σας συμβουλεύω να κάνετε κι εσείς το ίδιο.-

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 22 Μαΐου 2020 19:32

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.